Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

του Δικηγόρου Μάριου Μαρινάκου-Τα "επειδή" για την απαλλαγή του εγγυητή

Τα "επειδή" για την απαλλαγή του εγγυητή

Εισαγωγή:

Επειδή ο Ν.3869/2010 είναι νόμος με τον οποίο επιχειρείται η συνολική ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης του δανειολήπτη/υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου.

Επειδή, τόσο η δανειακή σύμβαση όσο και η εγγυητική σύμβαση αποτελεί αυτονόητα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την κοινή λογική, στοιχείο της προσωπικής κατάστασης του εκάστοτε δανειολήπτη ή/και εγγυητή, αφού διαμορφώνει συγκεκριμένες συνθήκες και το ύψος κάθε πιστωτικής απαιτήσεως.

Επειδή, συνεπώς, δύναται το Δικαστήριο της ουσίας, έστω και παρεμπιπτόντως, να υπεισέλθει σε ζητήματα νομιμότητας της υπό κρίση συμβάσεως και να αποφανθεί επί αυτών, ενόψει του δικαιοδοτικού του καθήκοντος, να προβεί στη ρύθμιση του συνόλου της προσωπικής κατάστασης του δανειολήπτη ή/και του εγγυητή.
Επειδή, κατά γενική αρχή του Ενοχικού Δικαίου, όλες οι ενοχικές συμβάσεις δύνανται να καταγγελθούν με μονομερή απευθυντέα δήλωση βουλήσεως (κοινώς, με ένα απλό εξώδικο) (έτσι και Βαθρακοκοίλης) και συνεπώς, η εγγυητική σύμβαση, ως ενοχική σύμβαση παρέχουσα προσωπική ασφάλεια επί πιστωτικής χορηγήσεως, ενόψει μη υπάρξεως ρητής νομοθετικής ρυθμίσεως περί αποκλεισμού της από το γενικό πλαίσιο λειτουργίας των ενοχικών συμβάσεων, δύναται να καταγγελθεί, για όσους λόγους θα αναφέρονται κάθε φορά στην καταγγελία.

Επειδή, περαιτέρω, η απαλλαγή του εγγυητή από την χορηγηθείσα υπέρ αυτού ή από αυτόν εγγυητική σύμβαση (στο πλαίσιο του Ν.3869/2010 αλλά και σε κάθε αναγνωριστική αγωγή -άρθρο 70ΚΠολΔ- ή ανακοπή κατά Διαταγής Πληρωμής, καθώς και εξωδίκως) φαίνεται να είναι μια αδιευκρίνιστη και σχεδόν μυστηριώδης δυνατότητα, η οποία άγει τη θεωρία και τη νομολογία σε άκρως αντίθετα συμπεράσματα κάθε φορά.

Επειδή, εξάλλου, σε πολλές περιπτώσεις, συμβαίνει να παρέχεται εμπράγματη ασφάλεια επί της εκάστοτε χορηγηθείσας πίστωσης, ώστε η χορήγηση προσωπικής ασφάλειας με την κατάρτιση εγγυητικής συμβάσεως θα πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα του 281ΑΚ.
Επειδή, τέλος, τα ανακύπτοντα εκ της εγγυήσεως επί δανειακής συμβάσεως ζητήματα έχουν νομολογηθεί από τον Άρειο Πάγο με την υπ' αριθμ 1096/2006 απόφαση του, στην οποία το Ανώτατο Ακυρωτικό προβαίνει σε αυθεντική ερμηνεία των διατάξεων του Νόμου και τα εξαγόμενά του είναι σημαντικότατα για τις νομικές δυνατότητες κάθε δανειολήπτη ή/και εγγυητή.
Για τους λόγους αυτούς, αποφάσισα να δημοσιεύσω τα "επειδή", που μπορούν να ενσωματώνονται στις  αιτήσεις του Ν.3869/2010, όταν αυτές υποβάλλονται είτε από εγγυητές, είτε από δανειλήπτες, που ζητούν την απαλλαγή τους από την εγγυητική σύμβαση.
Ακολουθεί το κείμενο.
Εύχομαι καλή επιτυχία!
-----------------------------------------------------------------------------------------------


Επειδή η παρασχεθείσα στην τράπεζα ασφάλεια συνιστά εγγύηση, είναι, καταρχήν, δυνατή η απελευθέρωση του τραπεζικού εγγυητή για τους γενικούς λόγους των άρθρων 847επ. ΑΚ- π.χ. λόγω αποσβέσεως της κύριας οφειλής, είτε στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως, είτε λόγω ασκήσεως των θεσπιζόμενων από τον Νόμο 3869/2010 δικαιωμάτων του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή, η οποία έχει ήδη επέλθει και την οποία οφείλει να διαπιστώσει το Δικαστήριό Σας και ως εκ τούτου να με απαλλάξει από τις εγγυητικές συμβάσεις τις οποίες παρέσχον υπέρ της αντιδίκου.
Επειδή, άλλως και δυνάμει της ΑΚ 862, η τράπεζα παραμελεί την άσκηση της κύριας αξιώσεως της κατά του πρωτοφειλέτη – πελάτη της ή την είσπραξη αξιών, που τυχόν της έχουν μεταβιβασθεί καταπιστευτικά ή λόγω ενεχύρου ή πληρεξουσιότητας, προς μείωση ή απόσβεση της κύριας οφειλής, οπότε η απαλλαγή μου, υπό την ιδιότητά μου, ως εγγυητή, με βάση το άρθρο αυτό, φαίνεται αναμφισβήτητη.
Επειδή άλλως, απαλλαγή του εγγυητή, σε κάθε περίπτωση, επέρχεται, αν η τράπεζα δεν έχει τηρήσει τις αναληφθείσες απέναντι του συμβατικές από την εγγύηση υποχρεώσεις της ή έχει επέλθει αποδυνάμωση του δικαιώματος της από την εγγύηση ή έχει εκλείψει το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης και, ακόμα, όταν η τράπεζα ως δανείστρια έχει παραιτηθεί από ασφάλειες που ασφάλιζαν την απαίτηση, για την οποία είχε δοθεί και η εγγύηση, κατά την ΑΚ 863.
Επειδή, άλλως, ευθύνη της τράπεζας έναντι του εγγυητή σε πιστωτική σύμβαση και δυνατότητα απαλλαγής του τελευταίου – κατά την ΑΚ 300 – μπορεί να προκύψει από παράβαση των υποχρεώσεων της τράπεζας υπαγορευμένων από την καλή πίστη, κατά τις ΑΚ 197, 198, 200, 288 και ήδη έχουν συντρέξει οι προϋποθέσεις ιδρύσεως αυτού του λόγου ευθύνης στο πρόσωπό μου.
Επειδή, άλλως, ο εγγυητής μπορεί να αντιτάξει κατά της τράπεζας την ένσταση της καταχρηστικότητας γενικού όρου της συμβατικής σχέσεως τράπεζας-πρωτοφειλέτη, χωρίς να είναι ανάγκη να είναι και αυτός καταναλωτής με την έννοια του νόμου 2251/1994, επειδή η περί καταχρηστικότητας όρου ένσταση δεν είναι προσωπαγής, ώστε να μη μπορεί να προταθεί από τον εγγυητή κατά του δανειστή σύμφωνα με την ΑΚ 853, την οποία δικαιούμαι και ήδη προτείνω ενώπιον του αξιοτίμου Δικαστηρίου Σας.
Επειδή, άλλως, ο εγγυητής σε πιστωτική τραπεζική σύμβαση μπορεί να χαρακτηριστεί – και χαρακτηριζόταν, με την επιφύλαξη της ΑΚ 281 – σε κάθε περίπτωση «καταναλωτής» ανεξάρτητα από την ιδιότητα του πιστολήπτη, υπέρ του οποίου παρείχε την εγγύηση του, επειδή η εγγύηση είναι μεν σύμβαση παρεπόμενη, πλην όμως αρκούντως αυτόνομη, ενώ η τράπεζα ουδέποτε θα προέβαινε στη σύναψη πιστωτικής σύμβασης, αν η εγγύηση δεν προσλάμβανε το περιεχόμενο της αρεσκείας της και ως εκ τούτου, ο εγγυητής έχει ανάγκη προστασίας απέναντι στην διαπραγματευτική ισχύ της τράπεζας, που του επιβάλλει τη δική της συμβατική τάξη. Συνεπώς, φαίνεται αναπόφευκτος ο χαρακτηρισμός του ως καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου 1§4 ν. 2251/1994, και η υπαγωγή του στις διατάξεις του νόμου τούτου (5253/2003 ΕφΑθ, 34071/2006 ΜονΠρωτΘεσ), όπερ σημαίνει ότι δικαιούμαι και ήδη ζητώ από το αξιότιμο Δικαστήριό Σας την προστασία μου ως καταναλωτή έναντι της αντιδίκου για τις υπέρ της τελευταίας χορηγηθείσες εγγυήσεις.
Επειδή, άλλως, κατά το άρθρο 847 Α.Κ., «με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή». Στην εγγύηση εφαρμόζονται οι κοινές για σύμβαση διατάξεις, όπως εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως. Κατά συνέπεια, η εγγύηση μπορεί να ακυρωθεί λόγω ουσιώδους πλάνης (άρθρα 140, 142 Α.Κ), όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο εγγυητής υπογράφει ένα έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένα ότι έχει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ αυτό περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, όπως ακριβώς συνέβη και στην εν προκειμένω κρινομένη υπόθεση.
Επειδή, άλλως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 154, 180 και 184 Α.Κ. η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω ουσιώδους πλάνης επέρχεται δια δικαστικής αποφάσεως και δικαιούται να τη ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που πλανήθηκε (ή ο κληρονόμος του), η ακυρώσιμη δε δικαιοπραξία, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη (με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε) και όπως από την ιστορική βάση της παρούσας προκύπτει, παρέσχον τις χορηγηθείσες εγγυήσεις κατόπιν της διαβεβαιώσεως των προστηθέντων της αντιδίκου, ότι ουδέν έννομο αγαθό μου θέτω σε διακινδύνευση από την υπογραφή των εγγυητικών συμβάσεων, καμία ζημία δεν πρόκειται να υποστώ και ποτέ η αντίδικος δεν θα στραφεί κατά εμού ή/και της περιουσίας μου εξ αυτής της αιτίας, ώστε δικαιούμαι και ήδη ζητώ με την παρούσα μου, την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω δικαιοπραξίας και την απαλλαγή μου από ακύρως αναληφθείσα ενοχή.
Επειδή, άλλως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1294 έως 1296 του ΑΚ η εκ μέρους τρίτου κυρίου παραχώρηση υποθήκης σε ακίνητό του δεν σημαίνει, ότι αυτός γίνεται και οφειλέτης του ενοχικού δανειστή, εκτός εάν ο τρίτος ενέχεται και προσωπικώς, λόγου χάρη, λόγω εγγυήσεως ή αναδοχής χρέους. Η ευθύνη του τρίτου κυρίου που παραχωρεί υποθήκη για αλλότριο χρέος περιορίζεται να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεσή μόνο στο βεβαρημένο ακίνητό του, αν δεν προτιμά να εξοφλήσει το ξένο χρέος και συνεπώς, ουδέποτε κατέστην εγώ οφειλέτιδα της αντιδίκου.
Επειδή, εξάλλου, ο εγγυητής εκ του Νόμου, αγνοεί την εκκίνηση της διαδικασίας του Ν 3869/2010 και εκ των υστέρων και σε περίπτωση που γίνει δεκτό το αίτημα του δανειολήπτη περί ρυθμίσεως των απαιτήσεων των πιστωτών του στο πλαίσιο του Ν.3869/2010, καθίσταται ΕΞ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΩΓΗΣ υπόχρεος αποπληρωμής των πιστωτικών απαιτήσεων, οπότε εν προκειμένω, εγώ θα έχω καταστεί ΕΞ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΩΓΗΣ ΛΟΓΩ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΠΙΣΤΩΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΕΤΗ, λόγος ο οποίος με καθιστά δικαιούχο των ευεργετικών διατάξεων του Ν.3869/2010 για τον οποίο δικαιούμαι και ήδη ζητώ την απαλλαγή μου, δυνάμει του Ν.3869/2010, από τις χορηγηθείσες εγγυήσεις μου.
Επειδή, περαιτέρω ο εγγυητής, δεσμεύεται από το αποτέλεσμα δίκης που διεξάγεται μεταξύ τρίτων και μάλιστα δυνάμει ουσιαστικής και όχι δικονομικής συμβάσεως, για αιτία η οποία δεν υφίστατο κατά τον χρόνο υπογραφής των δανειακών συμβάσεων (συνιστώσα κατ’ αυτό τον τρόπο, απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών και για εμένα, κατά την 388ΑΚ) και για απαίτηση, η οποία δεν έχει γεννηθεί ακόμα στο πρόσωπό μου, ούτε είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, καθώς η εγγύηση διατηρεί τον παρακολουθηματικό της χαρακτήρα, επί της κυρίας απαίτησης, το ύψος της οποίας κρίνεται στο Δικαστήριο της ουσίας του Ν.3869/2010.
Επειδή, η παράλειψη του νομοθέτη να μεριμνήσει στο πλαίσιο του Ν.3869/2010, προκειμένου για τον ταυτόχρονο περιορισμό της έκτασης της χορηγηθείσας εγγυήσεως στο ύψος της απαιτήσεως, όπως αυτή διαμορφώνεται δυνάμει της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως του Ν.3869/2010 για τον πρωτοφειλέτη, έχει ως αποτέλεσμα ο εγγυητής να φέρεται να εγγυάται για δανειακές συμβάσεις και επομένως, για δανειακές απαιτήσεις, οι οποίες κατά ουσιώδες μέρος τους δεν υπάρχουν πλέον, άλλως έχουν τροποποιηθεί και μάλιστα, η τροποποίηση κάθε δανειακής συμβάσεως θα έχει επέλθει με δικαστική απόφαση.
Επειδή, εν τέλει, στο πλαίσιο του Ν.3869/2010 το δεδικασμένο (υπό την ειδική έννοια και περιεχόμενο που αυτό προσλαμβάνει στο πλαίσιο της Εκουσίας Δικαιοδοσίας), ένεκα της απλής ομοδικίας πρωτοφειλέτη και εγγυητή, δεν ισχύει αυτοδικαίως για τον δεύτερο, με αποτέλεσμα εγώ, σε περίπτωση υποκαταστάσεως, θα φέρομαι να οφείλω κανονικά, γεγονός το οποίο ανατρέπει την κοινή λογική αλλά και τις ισχύουσες περί εγγυήσεως διατάξεις του ΑΚ, ενώ πόρρω απέχει από τη στόχευση του Νόμου, περί ρυθμίσεως του συνόλου της προσωπικής καταστάσεως του υπερχρεωμένου οφειλέτη αλλά και του τρίτου ενεχομένου ως εγγυητή, ρύθμιση την οποία ήδη αιτούμαι ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.
Επειδή, τέλος, με την από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1-798 Υπουργική Απόφαση όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. Ζ1-21/17-01-2011 και αφού λήφθηκαν υπόψη οι αποφάσεις υπ' αριθμ 430/2005 και 1219/2001 ΑΠ, 5253/2003 και 6291/2000 Εφετείου Αθηνών καθώς και οι 1119/2002 και 1208/1998 του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ' αριθμ 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη και το γεγονός, ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών (άρθρο 10 παρ 2 του Ν 2251/1994) αποφασίστηκε "η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές", παραθέτοντας το σύνολο των ΓΟΣ που έχουν κριθεί άκυροι ως καταχρηστικοί. Μεταξύ αυτών και ο όρος που προβλέπει την παραίτηση του εγγυητή από τα ευεργετήματα και τις ενστάσεις που του αναγνωρίζουν τα άρθρα 862-868ΑΚ, όπως εκάστοτε ισχύουν. Κατά της ανωτέρω από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1-798 Υπουργικής Απόφασης η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών ήσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης την οποία το Δικαστήριο απέρριψε με την υπ' αριθμ ΣτΕ 1210/2010, καθώς απέρριψε ως αβάσιμους τους περί του αντιθέτου λόγους ακύρωσης της ΕΕΤ, που αφορούσαν μεταξύ άλλων τους ανωτέρω Γενικούς Όρους Συναλλαγών της υπό κρίση συμβάσεως, οι οποίοι κρίθηκαν ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση, όπως ο συγκεκριμένος όρος που προβλέπει παραίτηση του εγγυητή από τα ευεργετήματα και τις ενστάσεις που του αναγνωρίζουν τα άρθρα 862-868ΑΚ, όπως εκάστοτε ισχύουν.
πηγή : εδώ


Επίσης Ακολουθεί απόφαση του Συναδέλφου Αθηνών Μάρκου Κουντουρούδα


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Δικαστήριο: ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1990
Ετος: 2004
Περίληψη
Γ.Ο.Σ. - Παραίτηση του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 862-868 ΑΚ -. Κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη· ρήτρα που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 §7 του ν. 2251/ 1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου. Ο όρος στην πιστωτική σύμβαση για παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση της δίζησης και όλες τις ενστάσεις των άρθρων 862-868 ΑΚ είναι άκυρος ως καταχρηστικός, επειδή αντιβαίνει στις διατάξεις των §§6 και 7 περίπτ. ιγ' του άρθρου 2 του ν. 2251/1994.
Κείμενο Απόφασης
(...) Κατά το άρθρο 2 §6 του ν. 2251/ 1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι των συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, όπως είναι και οι συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πιστούχος. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατά τη σύναψή της και όλες οι λοιπές ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Κατά δε την §7 του ίδιου άρθρου καταχρηστικοί, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση αυτής, είναι οι γενικοί όροι των συναλλαγών όταν, εκτός άλλων: ... ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Οι, στην ανωτέρω παράγραφο ενδεικτικά αναφερόμενες, περιπτώσεις γενικών όρων, θεωρούνται άνευ ετέρου από το νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Κατά την έννοια δε των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες, ως προς τον έλεγχο των γενικών όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ), αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση, όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει, κάθε φορά, το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική και να χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, ως υπέρμετρη. Βέβαια, το άρθρο 2 §6 του ν. 2251/1994, στην αρχική του διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων», πράγμα που όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνος με τη διαληφθείσα διατύπωση του άρθρου 3 §1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές», ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο αποτελεί ο ν. 2251/ 1994, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Η ανάγκη σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλει όπως ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» ερμηνευθεί συσταλτικά ως ουσιώδης ή σημαντική μόνο διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την υπέρμετρη διατάραξη και δεν αποτελεί λεκτικά ισοδύναμη έκφραση της προηγούμενης διατυπώσεως του ν. 2251/1994. Για τους ίδιους παραπάνω λόγους, δηλαδή προς το σκοπό ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνης με τη διαληφθείσα, η παραπάνω ερμηνεία πρέπει να συνεχισθεί και σήμερα, μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», με το άρθρο 10 §24 του ν. 2741/1999. Έτσι, μετά την τελευταία αυτή τροποποίηση, η διάταξη της §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, με τη νέα διατύπωσή της, πρέπει να ερμηνεύεται μέσω τελολογικής συστολής του γράμματός της, προς την κατεύθυνση της «ουσιώδους διαταράξεως» της συμβατικής ισορροπίας. Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της συμβάσεως, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων, στη συγκεκριμένη σύμβαση, μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του μεν προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτη προς κατάργησή του. Δηλαδή, ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει ν' αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δική του ενέργεια. Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης, ή αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές ενδοτικού δικαίου διατάξεις είναι τέτοια χωρίς να διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν θεωρείται υπέρμετρη. Για να ορισθεί ουσιώδης ή σημαντική η διατάραξη της ισορροπίας αυτής θα πρέπει με την απόκλιση αυτή να αλλάζει τη μορφή της συγκεκριμένης σύμβασης, που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες ενδοτικού δικαίου, και να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή ή των υποχρεώσεων του προμηθευτή, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης. Εν τέλει κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 §7 του ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 296/2001 ΕλλΔνη 42. 1321, ΑΠ 1401/ 1999 ΕλλΔνη 41. 56, ΔΕΕ 2000. 192).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας (η εναγομένη δεν εξέτασε μάρτυρες), που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο και η κατάθεσή του περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η τράπεζα με την επωνυμία «Τράπεζα Ε.** ΑΕ», καθολική διάδοχος της οποίας, κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, κατέστη η ενάγουσα τράπεζα «Ε.Ε.Ε.** ΑΕ», (...) υπεισερχόμενη έτσι σε όλα τα δικαιώματα και άπασες τις υποχρεώσεις αυτής, στις 12.7.1990, κατάρτισε, στην Αθήνα, με την επωνυμία «Π.** ΕΠΕ», η οποία αργότερα μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία «Ε.Κ.Ε.Χ.Κ.Π.Υ.Π.Π.** ΑΕ» και το διακριτικό τίτλο, «Π.** ΑΕ», πρώτη εναγομένη, ως προς την οποία, ως ήδη αναφέρεται παραπάνω, η δίκη καταργείται εφόσον έλαβε χώρα νομότυπη παραίτηση της ενάγουσας εκ του αγωγικού δικογράφου όσον αφορά αυτή, την με αριθμό 101/1990 σύμβαση παροχής πιστώσεως με αλληλόχρεο (ανοικτό) λογαριασμό, με την οποία της χορήγησε πίστωση αρχικά μέχρι του ποσού των 2.000.000 δραχμών. Εν συνεχεία, με πρόσθετες περί αυξήσεως αυτής πράξεις, αποτελούσες αναπόσπαστο μέρος της ως άνω σύμβασης, τα ποσά των πιστώσεων αυξήθηκαν διαδοχικά και τελικώς ανήλθαν στο ποσό των 82.000.000 δραχμών. Στη σύμβαση αυτή συνεβλήθη, ως εκ τρίτου, ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Θ.Σ.**, ο οποίος ήταν και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω πιστούχου, παρέχοντας την προσωπική εγγύησή του για την καλή εκπλήρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων της τελευταίας. Επίσης, δυνάμει πρόσθετης συμβάσεως παροχής εγγυήσεως, που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 2.7.1996 μεταξύ της δανείστριας τράπεζας και της εναγομένης Ε.Σ.**, η τελευταία εγγυήθηκε υπέρ της πρωτοφειλέτριας την καλή εκπλήρωση των όρων της πιστωτικής σύμβασης. Μάλιστα, προς πρόσθετη εξασφάλισή της, η πιστούχος ενέγραψε, στις 9.10.1996 προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο (διαμέρισμα) της ανωτέρω εναγομένης εγγυήτριας (...). Στις ανωτέρω συμβάσεις (πιστωτική και εγγυητικές), περιλήφθησαν όροι, διατυπωμένοι εκ των προτέρων και προοριζόμενοι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, χαρακτηριζόμενοι ως εκ τούτου γενικοί όροι συναλλαγών, οι οποίοι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, καθόσον προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 2 §§6 και 7 περίπτ. ιγ' του ν. 2251/194 κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.
Ειδικότερα ο 18ος όρος της κύριας πιστωτικής σύμβασης, ως και ο όρος, ο οποίος περιέχεται στην §2 της παρεπόμενης (πρόσθετης) σύμβασης εγγυήσεως που καταρτίστηκε με την εναγομένη, προβλέπουν την παραίτηση του πρώτου εγγυητή, αλλά και της εναγομένης, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, από την ένσταση διζήσεως ως και από τις ενστάσεις των άρθρων 862 έως 868 του ΑΚ. Το άρθρο 862 του ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ το άρθρο 864 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα. Ο εγγυητής εμπίπτει και αυτός στην έννοια του καταναλωτή και προστατεύεται από το ν. 2251/1994, αφού προσέρχεται στην τράπεζα σαν πελάτης και είναι αποδέκτης των υπηρεσιών της. Με τις πιο πάνω διατάξεις παρέχεται στον εγγυητή το ευεργέτημα της ελευθέρωσης από την εγγύηση, στην περίπτωση που ματαιώνεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον οφειλέτη, με υπαίτια πράξη του δανειστή, αλλά και στην περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, επέρχεται απόσβεση της οφειλής χωρίς πταίσμα του εγγυητή. Ο σκοπός, επομένως, της θέσπισής τους είναι η προστασία του εγγυητή από υπαίτιες και εν γένει αυθαίρετες ενέργειες του δανειστή, καθώς και από τον κίνδυνο της απροσδόκητης εξέλιξης της συναλλακτικής σχέσης σε βάρος του εγγυητή, αντίθετα από τις εύλογες προβλέψεις και προσδοκίες του τελευταίου. Έχουν, έτσι, τεθεί οι εν λόγω διατάξεις για να επιφέρουν μία δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών και, όταν ο εγγυητής παραιτείται από τα δικαιώματα που του παρέχουν αυτές, αποδυναμώνεται από κάθε προστασία απέναντι από οποιαδήποτε υπαίτια ή και ανυπαίτια, αυθαίρετη ενέργεια της τράπεζας, αφού η τελευταία μπορεί να μην επιδεικνύει την επιμέλεια και σύνεση που απαιτείται για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της απαίτησής της, προκαλώντας έτσι ζημία στον εγγυητή. Περιορίζεται, δηλαδή, ουσιωδώς η ευθύνη της τράπεζας, εφόσον δικαιολογείται στην τελευταία να ζημιώσει τον εγγυητή, χωρίς να επιφυλάσσεται αντίστοιχο δικαίωμα προστασίας και γι' αυτόν από τις αυθαίρετες ενέργειες εκείνης, ενώ διαταράσσεται και η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σαφώς εις βάρος του εγγυητή. Επομένως, ο επίμαχος όρος της από 2.7.1996 πρόσθετης σύμβασης εγγυήσεως, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω διαλαμβανόμενα άκυρος ως καταχρηστικός, καθώς αντιβαίνει στις διατάξεις των §§6 και 7 περίπτ. ιγ' του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού που προβάλει η εναγομένη. Συνακόλουθα, παραδεκτά αυτή προβάλει την, εκ του άρθρου 862 του ΑΚ, ένσταση ελευθερώσεώς της από την ένδικη εγγύηση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε εξυπηρέτηση της ως άνω χορηγούμενης πίστωσης, ανοίχθηκε στην πιστοδότρια τράπεζα ο με αριθμό ** λογαριασμός, ο οποίος κινήθηκε κανονικά μέχρι τον Ιούνιο του 1996, οπότε και το πρώτον παρατηρήθηκε μη καταχώρηση πληρωμών στον ως άνω λογαριασμό εκ μέρους της πιστούχου εταιρείας. Εν όψει ακριβώς αυτής της εμπλοκής στην πληρωμή των απαιτήσεων της δανείστριας τράπεζας εκ του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού, αυτή κατάρτισε με την εναγομένη Ε.Σ.* την πιο πάνω σύμβαση παροχής εγγυήσεως. Εξάλλου, τα αρμόδια όργανα της δανείστριας τράπεζας επέδειξαν βαριά αμέλεια ως προς την ικανοποίηση της επίδικης απαίτησης από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία. Η δε βαριά αμέλεια της δανείστριας συνίσταται στο ότι αν και γνώριζε τη φθίνουσα οικονομική πορεία της οφειλέτριας «Π.** ΑΕ» ήδη από τον Αύγουστο του 1996, οπωσδήποτε δε από το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, καθυστέρησε να κλείσει τον επίδικο λογαριασμό και να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, παρατείνοντας άτυπα το χρόνο εξοφλήσεως του εξ αυτού χρέους και περαιτέρω δεν επεδίωξε να εισπράξει, με αναγκαστική εκτέλεση, τη διαμορφωθείσα, κατά το χρόνο εκείνο, στο ποσό των 51.814.458 δραχμών απαίτησή της, είτε από τα περιουσιακά στοιχεία της ανωτέρω πρωτοφειλέτριας, είτε διά πλαγιαστικής ασκήσεως των αξιώσεων της τελευταίας έναντι τρίτων δανειστών της. Συγκεκριμένα, η μόνη εξασφάλιση που είχε η δανείστρια τράπεζα έναντι της πρωτοφειλέτριας ήταν η κατοχή αξιογράφων πελατείας της τελευταίας. Κατ' ουσίαν η τέτοια κατοχή δεν αποτελούσε εξασφάλιση της πιστοδότριας, εφόσον οι σχετικές απαιτήσεις εισέρχονταν στον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό, αποτελώντας κονδύλια αυτού και έχαναν την αυτοτέλειά τους, όπως τούτο σαφώς κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, σε σχετική ερώτηση της Εισηγήτριας της υπόθεσης. Ωστόσο, τα εν λόγω αξιόγραφα, ήδη από τον Ιούνιο του έτους 1996, δηλαδή ένα και πλέον έτος πριν από το οριστικό κλείσιμο του ένδικου αλληλόχρεου λογαριασμού, άρχισαν να μην πληρώνονται, με συνακόλουθο αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση των επιμέρους απαιτήσεων της δανείστριας τράπεζας και τη μη ομαλή λειτουργία της δανειακής σύμβασης. Μόνο τότε και δη τον Ιούλιο του παραπάνω έτους, η πιστοδότρια τράπεζα κατάρτισε, προς πρόσθετη εξσφάλισή της, σύμβαση εγγυήσεως με την εναγομένη, σε ακίνητο της οποίας ενέγραψε, στις αρχές Οκτωβρίου 1996, προσημείωση υποθήκης. Εν τω μεταξύ, η δανείστρια τράπεζα πέτυχε, κατόπιν σχετικών αιτήσεών της ενώπιον του αρμοδίου δικαστή του Ειρηνοδικείου αλλά και του Μονομελούς Πρωτοδικείου, διαταγές πληρωμής με βάση τα παραπάνω αξιόγραφα πελατών της πρωτοφειλέτριας. Οι εν λόγω διαταγές πληρωμής εκδίδονταν προφανώς μη νόμιμα, ενόψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, οι απαιτήσεις από τα αξιόγραφα αυτά δεν μπορούσαν να επιδιωχθούν μεμονωμένα, εφόσον εισερχόμενες στον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό είχαν χάσει την αυτοτέλειά τους. Πέραν των ανωτέρω ενεργειών, η δανείστρια τράπεζα δεν προέβη σε καμία άλλη ενέργεια, προς ικανοποίηση της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια, μολονότι μπορούσε να ασκήσει πλαγιαστικά αξιώσεις αυτής έναντι τρίτων, ενόψει του ότι, όπως αποδεικνύεται από τον νομότυπα προσκομιζόμενο (θεωρημένο αρμοδίως) ισολογισμό της εταιρείας «Π.** ΑΕ» για την εταιρική χρήση 1996, η τελευταία είχε κατά το χρόνο εκείνο ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση κατά της εταιρείας «Π.** ΑΕ» ύψους 56.219.341 δραχμών. Αντιθέτως, η δανείστρια τράπεζα χορήγησε στην πρωτοφειλέτρια, άτυπα, παράταση εξόφλησης του ως άνω χρέους της, πειθόμενη, ως η ίδια ισχυρίζεται, στις προφορικές διαβεβαιώσεις του νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου περί έγκαιρης πληρωμής. Τελικά, η δανείστρια τράπεζα έκλεισε οριστικά τον επίδικο λογαριασμό, μετά το θάνατο του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της πρωτοφειλέτριας (7.7.1997) και δη στις 29.7.1997, με προκύπτον χρεωστικό κατάλοιπο ύψους 61.267.596 δραχμών, ήδη 170.802,18 ευρώ, ενώ με αίτησή της, η οποία υποβλήθηκε στον αρμόδιο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 17.9.1997 και στρέφονταν κατά της πρωτοφειλέτριας «Π.** ΑΕ», του νομίμου εκπροσώπου της αλλά και της ήδη εναγομένης Ε.Σ.**, ζητούσε την καταβολή του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου πέτυχε δε την έκδοση της με αριθμό 15737/1997 διαταγής πληρωμής. Ωστόσο, η δανείστρια ουδέποτε προχώρησε σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της πρωτοφειλέτριας με βάση την παραπάνω διαταγή πληρωμής. Και βέβαια, η ενάγουσα τράπεζα ισχυρίζεται ότι δεν προέβη σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πρωτοφειλέτριας «Π.** ΑΕ», για το λόγο ότι δεν βρέθηκαν περιουσιακά στοιχεία αυτής. Τούτο, όμως, δεν αποδείχθηκε, καθόσον δεν προσκομίζεται έκθεση δικαστικού επιμελητή, στην οποία να βεβαιώνεται ότι δεν βρέθηκε για κατάσχεση περιουσία (κινητή ή ακίνητη) της ανωτέρω πρωτοφειλέτριας, ενόψει και της ασαφούς περί τούτου κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας, ο οποίος σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει για ποιο λόγο δεν έγιναν από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας ενέργειες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πιστούχου, διότι δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με το σχετικό φάκελο. Εξάλλου, η ενάγουσα δεν εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν τράπηκε σε υποθήκη η ως άνω προσημείωση σε ακίνητο της εναγομένης, γεγονός το οποίο δεν ασκεί ούτως ή άλλως έννομη επιρροή όσον αφορά την κρίση περί ύπαρξης βαριάς αμέλειας της τράπεζας, η οποία αφού εφησύχασε καθόσον εξασφάλισε την άνευ όρων εγγυήση της εναγομένης, η οποία παρανόμως παραιτήθηκε από τα στοιχειώδη δικαιώματά της, θεωρούσε σίγουρη την ανέξοδη ικανοποίηση της απαίτησής της από την τελευταία.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η εκ του άρθρου 862 του ΑΚ ένσταση που προβάλει η εναγομένη και να ελευθερωθεί αυτή από την υποχρέωσή της προς καταβολή της επίδικης απαίτησης για την οποία εγγυήθηκε. Εφόσον δε η κατά τα ανωτέρω παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής, παρέλκει η εξέταση των λοιπών ισχυρισμών (ενστάσεων) που αυτή, ούτως ή άλλως επικουρικά, προβάλει.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, κατά παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως της εναγομένης. Τα δικαστικά έξοδα της τελευταίας, που νίκησε, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού νομίμου αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας που ηττήθηκε (άρθρα 176, 191 §2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Πρόεδρος: Π. ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΟΥ
Εισηγητές: Α. ΝΤΕΛΗ
Λήμματα: Γ.Ο.Σ. ,Παραίτηση του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 862-868 ΑΚ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
Δημοσίευση: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ
Ετος: 2004
Τόμος: 52
Σελ.: 1592