Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Δημοσίευση προσωπικών δεδομένων σε ιστοσελίδα του διαδικτύου.



Δημοσίευση προσωπικών δεδομένων σε ιστοσελίδα του διαδικτύου.

ΑΠΔ 29/2012



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Ταχ. Δ/νση: ΚΗΦΙΣΙΑΣ 1-3
115 23 ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ.: 210-6475600
FAX: 210-6475628
Αθήνα, 13-03-2012
ΑΠ: Γ/ΕΞ/1899/13-03-2012

Α Π Ο Φ Α Σ Η 29/2012

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, στην έδρα της σε τακτική συνεδρίαση την Πέμπτη 23.02.2012 και ώρα 10:00, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Πέτρος Χριστόφορος, Πρόεδρος της Αρχής και Λεωνίδας Κοτσαλής, Αναστάσιος Πράσσος, Αναστάσιος - Ιωάννης Μεταξάς, Δημήτριος Μπριόλας και Γραμματή Πάντζιου, ως εισηγήτρια, τακτικά μέλη της Αρχής. Επίσης, παρέστη στη συνεδρίαση ο Κωνσταντίνος Χριστοδούλου, αναπληρωματικό μέλος της Αρχής, σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους Αντώνιου Ρουπακιώτη.

Παρούσες χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Χαρίκλεια Λάτσιου, ελέγκτρια νομικός - δικηγόρος, ως βοηθός εισηγήτρια και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών και οικονομικών υποθέσεων, ως γραμματέας.

Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω:


Η Αρχή με την υπ’ αρ. 73/2011 απόφασή της ανακάλεσε, μεταξύ άλλων, την υπ αρ. 44/2009 απόφασή της και εξετάζει εκ νέου τις καταγγελλόμενες πράξεις που αναφέρονται στις υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ ΠΧ Γ/ΕΙΣ/28/05.01.2009, Γ/ΕΙΣ/104/09.01.2009 και Γ/ΕΙΣ/109/12.01.2009 καταγγελίες της Α κατά του Β. Συγκεκριμένα, η Α κατήγγειλε στην Αρχή ότι ο Β, κάτοχος …κατά το χρόνο εξέτασης της υπόθεσης … της ιστοσελίδας με το όνομα χώρου … δημοσίευσε στην εν λόγω ιστοσελίδα το απόρρητο έγγραφο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, στο οποίο αναγράφεται ο γενετικός κωδικός (DNA) της ιδίας, της θυγατρός της, Γ, και του θανόντος συζύγου της  (εξαφανισθέντος την ....1998, το πτώμα του οποίου ανευρέθη στις ....2005 στο ...) καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής στο ανευρεθέν πτώμα του συζύγου της. Ακόμα, κατήγγειλε ότι δημοσιεύτηκε στην ως άνω ιστοσελίδα χειρόγραφο σημείωμά της, που φέρει την υπογραφή της προς την Αστυνομία … και αναφέρεται σε οδοντικές εργασίες στην οδοντοστοιχία του συζύγου της, φωτογραφίες με το σκελετό του συζύγου της στην περιοχή …., όπου βρέθηκε το πτώμα του, καθώς και φωτογραφία από το κασελάκι με τα οστά του, όπως της παραδόθηκαν μετά την ταυτοποίηση προς ταφή. Επιπλέον, η Α με τις σχετικές αιτήσεις στην Αρχή, επισήμανε ότι τα στοιχεία του γενετικού της κώδικα και της θυγατρός της υπήρχαν για πολλές μέρες λεπτομερέστατα αναγεγραμμένα στην εν λόγω ιστοσελίδα και μετά τη διατύπωση απειλής εκ μέρους της ότι θα προσφύγει στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, τα «μαύρισαν» για να μην είναι ευανάγνωστα, παραμένει, ωστόσο, αναρτημένο το DNA του οστού από το πτώμα του συζύγου της. Πολλά δε από δικά της στοιχεία και της θυγατρός της, παρόλο που είναι «μαυρισμένα», είναι και αυτά με κάποια προσπάθεια αναγνώσιμα.

Η Αρχή με τα υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ ΠΧ Γ/ΕΞ/8377/14.12.2011 και Γ/ΕΞ/8378/14.12.2011 έγγραφα κάλεσε τον Β και την Α, αντίστοιχα, να παραστούν, αυτοπροσώπως ή δια των νομίμων εκπροσώπων τους, στη συνεδρίαση της Αρχής την Πέμπτη 12.01.2012 και ώρα 10:00 π.μ., προκειμένου να συζητηθεί εκ νέου η προαναφερόμενη καταγγελία της Α κατά του Β. Η Α με το υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ ΠΧ Γ/ΕΙΣ/119/09.01.2012 έγγραφό της ενημέρωσε την Αρχή ότι αδυνατεί να παραστεί στη συνεδρίαση της Αρχής στις 12.01.2012 και γνωστοποίησε, μεταξύ άλλων, ότι παραιτείται: «…) του στοιχείου δημοσιοποίησης του γενικού κώδικα (DNA) της θυγατέρας [της]» και περιορίζεται: «(…) στη δημοσιοποίηση και επεξεργασία των δικών [της] προσωπικών δεδομένων και του ιδιαίτερου ευαίσθητου προσωπικού [της) δεδομένου, του DNA [της]», καθώς και ότι: «(…) ο Β δεν είχε τη συγκατάθεσή [της] για το άνοιγμα της εν λόγω ιστοσελίδας με το όνομα του συζύγου [της] ούτε τη συγκατάθεσή [της] για επεξεργασία και δημοσιοποίηση των προσωπικών [της] δεδομένων (…)». Στη συνεδρίαση της Αρχής στις 12.01.2012 παρέστησαν ο Β και ο συνεργάτης του Ε. Κατά την συνεδρίαση αυτή ο Β, αφού εξέθεσε τις απόψεις του, ζήτησε και έλαβε προθεσμία ως τις 18.01.2012 προκειμένου να καταθέσει υπόμνημα. Με το υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ ΠΧ Γ/ΕΙΣ/357/18.01.2012 έγγραφο υπόμνημά του ο Β, διά της πληρεξούσιας δικηγορικής εταιρείας …, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η ανάγκη δημοσιοποίησης των σχετικών εγγράφων περί ταυτοποίησης του ανευρεθέντος σκελετού ήταν επιβεβλημένη, καθώς αποτελεί: « () πλήρη απόδειξη περί του ότι ό .. προ πάσης φθοράς - θάνατος του υπήρξε πράγματι «αυτοθέλητος» και με έντονο φιλοσοφικό συμβολισμό (…)», ότι οι δημοσιευθέντες στην ιστοσελίδα … γενετικοί τόποι STRs του εξετασθέντος δείγματος DNA της καταγγέλλουσας και της θυγατρός της δεν συνιστούν ευαίσθητα, κατά την έννοια του νόμου, προσωπικά δεδομένα, αλλά απλά, καθώς και ότι: « (…) η υπογραφή ενός ατόμου (κατά το λεξικό: ο πάντα όμοιος προσωπικός τρόπος σημείωσης του ονόματός του) ΕΝ συνιστά ούτε περιλαμβάνει «πληροφορία» για το άτομο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. α΄ του νόμου τούτου (…). Επιπλέον, υπέβαλε στην Αρχή έγγραφο σημείωμα του ΣΤ με ημερομηνία 17.01.2011, θεωρημένο από τον Δήμο Περιστερίου, στο οποίο ο τελευταίος αναφέρει: «Από τις αρχές του έτους 2007 μέχρι και τα μέσα του έτους 2009 βοηθούσα τον Β, ιδιοκτήτη τότε της ιστοσελίδας με domain name …., στη διαχείριση της ιστοσελίδας αυτής, προβαίνοντας καθ’ υπόδειξή του σε συγκεκριμένες διαχειριστικές ενέργειες και κυρίως στην επεξεργασία - επιφόρτωση αρχείων (εγγράφων, ηχητικών ή/και οπτικοακουστικών).
Μέσα στα ανωτέρω πλαίσια, ο Β μου ανέθεσε να αναρτήσω στην ως άνω ιστοσελίδα την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ. για τηνταυτοποίηση των οστών του εκλιπόντος, …, με καλυμμένους τους 16 γενετικούς τύπους STRs των αναγραφόμενων σε αυτήν δοτών - συγγενών του εκλιπόντος. Από λάθος μου, όμως αντί να αναρτήσω το ανωτέρω υποδειχθέν έγγραφο (με καλυμμένους τους αναγραφόμενους γενετικούς τύπους STRs των συγγενών του εκλιπόντος) ανήρτησα το πρωτότυπο έγγραφο, στο πλαίσιο οι εν λόγω τύποι STRs ήταν εμφανείς. Την επομένη ημέρα διαπιστώθηκε το ως άνω λάθος μου και άμεσα προέβην ο ίδιος στη διαγραφή του εν λόγω εκ παραδρομής δημοσιευθέντος εγγράφου και στην επιφόρτωση του ορθού εγγράφου, με καλυμμένους τους 16 γενετικούς τύπους STRs των αναγραφόμενων σε αυτήν δοτών - συγγενών του εκλιπόντος (…)». Τέλος, κατέθεσε στην Αρχή αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος του φόρου εισοδήματος του οικονομικού έτους 2011. Κατόπιν τούτων, ο Β με το προαναφερόμενο υπόμνημά του ζητεί από την Αρχή είτε να αρκεστεί στο να του επιβάλει την επιεικέστερη προβλεπόμενη στο νόμο διοικητική κύρωση της προειδοποίησης είτε να του επιβάλει το κατώτατο προβλεπόμενο στο νόμο διοικητικό πρόστιμο.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την έρευνα που διενήργησαν η εισηγήτρια και η βοηθός εισηγήτρια της υπόθεσης προέκυψε ότι η ιστοσελίδα …. που υπάρχει σήμερα (Copyright 2010) έχει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που είχε την περίοδο κατά την οποία υποβλήθηκε στην Αρχή η καταγγελία της Α κατά του Β. Η σημερινή ιστοσελίδα … ανήκει στην Α, ενώ το περιεχόμενο της προγενέστερης ιστοσελίδας έχει μεταφερθεί και εμπλουτιστεί στις ιστοσελίδες … και ...

Η Αρχή, μετά από εξέταση των προαναφερομένων στοιχείων, αφού άκουσε την εισηγήτρια και τη βοηθό εισηγήτρια, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης.


ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, το άρθρο 2 στοιχ. α΄ του ν.2472/1997 ορίζει ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Περαιτέρω, το άρθρο 2 στοιχείο β΄ ορίζει ότι για τους σκοπούς του νόμου αυτού νοούνται ως «ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν, μεταξύ άλλων, στη φυλετική ή εθνική προέλευση και την υγεία. Τα γενετικά δεδομένα εμπίπτουν και αυτά στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που αφορούν στην υγεία ή τη φυλετική ή την εθνική προέλευση ενός ατόμου (βλ. παρ. 2 της Γνωμοδότησης 15/2001, σκ. 2.1 της Γνωμοδότησης 2/2009 και απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 4ης-12-2008, Case of S. and Marper v. the United Kingdom, προσφυγές υπ’ αριθμ. 30562/04 και 30566/04, αιτιολογικές σκέψεις 74-77).

2. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2472/1997, εναρμονιζόμενη, ιδίως, με τις διατάξεις των άρθρων 9Α, 25 παρ. 1 και 28 του Συν/τος, 8 και 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 6 της Οδηγίας 95/46/ΕΕ, ορίζει ότι: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. (…)». Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνονται ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για τη νομιμότητα της σύστασης και λειτουργίας κάθε αρχείου, οι αρχές του σκοπού της επεξεργασίας και της αναλογικότητας των δεδομένων σε σχέση πάντα με το σκοπό επεξεργασίας. Συνεπώς, κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, που γίνεται πέραν του επιδιωκόμενου σκοπού και που δεν είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του, δεν είναι νόμιμη.

3. Επειδή, το άρθρο 5 του ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς της συγκατάθεση, όταν: (...) ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών».

4. Επειδή, το άρθρο 7 του ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Το υποκείμενο των δεδομένων έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση (...) ζ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων, και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Η άδεια της αρχής χορηγείται μόνο εφόσον η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος καθώς και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής έκφρασης και εφόσον δεν παραβιάζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής». Ειδικά για την τελευταία διάταξη του άρθρου αυτού η Αρχή δεν την εφαρμόζει, στο μέτρο που αυτή απαιτεί άδεια της Αρχής για την επεξεργασίας δεδομένων δημοσίων προσώπων κατά την άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος. Και τούτο, διότι η από τη διάταξη αυτή απαιτούμενη άδεια της Αρχής συνιστά προληπτικό μέτρο της ελευθερίας του Τύπου και ως τέτοιο απαγορεύεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 2 του Συντάγματος (βλ. σχετικά αποφάσεις της Αρχής 26/2007 σκ.11 και 17/2008 σκ.8). Κατά τα λοιπά, όμως, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν.2472/1997 εφαρμόζεται , δεδομένου ότι θέτει ουσιαστικά κριτήρια για την άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος.

5. Επειδή, το άρθρο 10 του ν.2472/1997 ορίζει ότι: «1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ’ εντολή του».Περαιτέρω, η παρ. 3 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφαλείας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνεπάγεται η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων που είναι αντικείμενο της επεξεργασίας (…)».

6. Επειδή, στην κρινόμενη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου και την ακροαματική διαδικασία προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στον εν λόγω ιστοχώρο περιλαμβάνονται προσωπικά δεδομένα που αφορούν ως υποκείμενα τον εκλιπόντα  και τη σύζυγό του Α. Στις διατάξεις του ν. 2472/1997 εμπίπτει η προστασία των προσωπικών δεδομένων φυσικών προσώπων που βρίσκονται εν ζωή (βλ. σχετικές αποφάσεις της Αρχής 100/2001, 32/2006 και 38/2010).Αντίθετα, η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που αφορά ως υποκείμενο στον εκλιπόντα εκφεύγει του πεδίου του ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συνεπώς, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που αφορά - σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα - στην Α, ως υποκείμενο, σύμφωνα με τα οριζομένα στο άρθρο 2 στοιχ. γ΄ του ν.2472/1997.

7. Επειδή, η αναγραφή προσωπικών δεδομένων σε ιστοσελίδα του διαδικτύου αποτελεί επεξεργασία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθου 2 στοιχ. δ΄ του ν. 2472/1997 (πρβλ. απόφαση ΕΚ 2004/C 7/04, υπόθεση C-101/01 Lindqvist, αιτιολογικές σκέψεις 25-27).Προκειμένου δε η επεξεργασία να είναι νόμιμη θα πρέπει να πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 2472/1997, για τα απλά και για ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα αντίστοιχα. Ειδικότερα, για τα απλά προσωπικά δεδομένα η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των υποκειμένων απαγορεύεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα, στο άρθρα 5 παρ. 1 του ν. 2472/1997, εκτός αν συντρέχει κάποια εκ των περιοριστικά απαριθμούμενων περιπτώσεων της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2472/1997 απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία αυτών, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχει μία ή περισσότερες προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 2472/1997, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 της παρούσας. Επιπλέον, προκειμένου η επεξεργασία απλών και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων να είναι νόμιμη θα πρέπει να πληρούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του ν. 2472/1997 αναφορικά με την αναγκαιότητα και την προσφορότητα των δεδομένων σε σχέση με τον σκοπό επεξεργασίας.

8. Επειδή, ο Β, κάτοχος του ονόματος χώρου της ιστοσελίδας …. κατά το χρόνο τέλεσης των καταγγελλόμενων πράξεων όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, είναι υπεύθυνος επεξεργασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. ζ΄ του ν.2472/1997 και βαρύνεται εκ της ιδιότητάς του αυτής ο ίδιος με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το νόμο 2472/1997 και ιδίως αυτές των άρθρων 6, 7 και 10 του ν.2472/1997.

9. Επειδή, περαιτέρω, στον εν λόγω ιστοχώρο δημοσιεύτηκε το χειρόγραφο σημείωμα της καταγγέλλουσας, το οποίο αναφέρεται σε οδοντικές εργασίες στην οδοντοστοιχία του εκλιπόντος και έφερε την υπογραφή της. Η δημοσίευση του χειρόγραφου σημειώματος της καταγγέλλουσας με την υπογραφή της συνιστά επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 2 στοιχ. α΄ και δ΄ του ν.2472/1997. Για την επεξεργασία αυτή δεν υπήρξε η προηγούμενη συγκατάθεση της Α, ως υποκείμενο των δεδομένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 2 στοιχ. ια΄ και 5 παρ. 1 του ν. 2472/1997.

10. Επειδή, ακολούθως, στον εν λόγω ιστοχώρο δημοσιεύτηκε η έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από την Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας στην οποία αναγράφονται τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων της ανάλυσης DNA μέσω δεκαέξι γενετικών τόπων STRs που προσδιορίστηκαν από το οστό του εκλιπόντος και από δείγματα αίματος που ελήφθησαν, μεταξύ άλλων, και από την Α. Η δημοσίευση αυτή συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. δ΄ του ν.2472/1997. Τα STRs είναι διαδοχικές επαναλήψεις μιας μικρής αλληλουχίας DNA. Οι πληροφορίες που αναγράφονται στους γενετικούς τόπους STRs αποκαλύπτουν την συγγένεια ενός προσώπου, αλλά επιπλέον είναι πιθανόν να αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με την φυλετική ή εθνική καταγωγή ή ακόμα την προσβολή από ορισμένη ασθένεια ή την προδιάθεση του ατόμου για την εκδήλωση συγκεκριμένης ασθένειας. Παλιότερα υπερίσχυε η αντίληψη ότι στο μη κωδικοποιημένο τμήμα του DNA περιέχονται μόνο πληροφορίες που αφορούν στην συγγένεια, δηλαδή απλά προσωπικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. α΄ του ν.2472/1997. 7στόσο, σύμφωνα με τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις προκύπτουν και από μη κωδικοποιημένα τμήματα του DNA πληροφορίες, όπως η εθνική καταγωγή ή προσβολή από ορισμένη ασθένεια ή η προδιάθεση του ατόμου από συγκεκριμένη ασθένεια, δηλαδή ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. β΄ του ν.2472/1997 (βλ. John M. Butler: Genetics and Genomics of Core Short Tandem Repeat Loci Used in Human Identity Testing, σε J Forensic Sci, March 2006, Vol. 51 No 2, σελ. 259 - 261). Σε κάθε περίπτωση, η Αρχή δέχεται ότι, ανεξαρτήτως του ειδικού χαρακτηρισμού των γενετικών τόπων STRs ως ευαίσθητα ή απλά προσωπικά δεδομένα, η δημοσίευση τους σε ιστοσελίδα του διαδικτύου … ακόμα και αν τα δεδομένα παραμείνουν δημοσιευμένα επί μικρό χρονικό διάστημα, ενόψει του ότι είναι δυνατόν να αποθηκευτούν και να τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας και αναδημοσίευσης σε μεταγενέστερο χρόνο - ενέχει διακινδύνευση του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα του ατόμου και θα έπρεπε για το λόγο αυτό να είχε ληφθεί άδεια της Αρχής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2472/1997. Δεδομένου, ωστόσο, ότι υπάρχει αμφισβήτηση στην επιστημονική κοινότητα για την αξιοποίηση της πληροφοριακής αξίας των γενετικών τόπων STRs η Αρχή δεν επιβάλει διοικητική κύρωση στον Β για τη μη λήψη άδειας από την Αρχή. Η Αρχή, περαιτέρω, δέχεται ότι για το σκοπό της πληροφόρησης, τον οποίο επικαλείται ο Β για τη δημοσίευση των γενετικών τόπων STRs της καταγγέλλουσας, αρκούσε μόνο η ανάρτηση του αποτελέσματος της εργαστηριακής ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2472/1997, στην οποία πάντως δεν αναγράφονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Τέλος, η Αρχή αναγνωρίζει ως ελαφρυντική περίσταση το γεγονός ότι οι γενετικοί τόποι STRs ήταν αναρτημένοι για σύντομο χρονικό διάστημα στην ιστοσελίδα ..., μετά την πάροδο του οποίου «μαυρίστηκαν» από το Β, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, ώστε να μην μπορούν να είναι αναγνώσιμοι. Εξάλλου, η Αρχή έλαβε υπόψη της τα στοιχεία της οικονομικής του κατάστασης που προσκόμισε ο Β, από τα οποία προκύπτει αδυναμία πληρωμής υψηλού προστίμου.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Η Αρχή,

επιβάλλει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 2472/1997, στον Β, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, κύρωση συνολικού προστίμου δυο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (2.500 ευρώ), συνιστώμενη σε πρόστιμο ύψους: α) χιλίων ευρώ (1.000 ευρώ) για την ανάρτηση ενυπόγραφου χειρόγραφου σημειώματος της Α, χωρίς τη προηγούμενη συγκατάθεσή της στην ιστοσελίδα ....και β) χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500 ευρώ) για τη δημοσίευση των γενετικών τόπων STRs της Α στην ιστοσελίδα ….., χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή της.

Ο Πρόεδρος της Αρχής       Η γραμματέας
Πέτρος Χριστόφορος         Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου  
πηγή : dsanet