Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

1-4-14 | 761/2014 ΣτΕ: Εφαρμογή διατάξεων Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που αφορούν φορολογικές & τελωνειακές διαφορές & στις υποθέσεις δημοτικής & κοινοτικής φορολογίας (παράβολο κλπ.).

Αριθμός 761/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014 με την εξής σύνθεση: Φ. 
Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, 
Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Αγ. Σδράκα, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. 
Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

Για  να δικάσει την από 16 Ιανουαρίου 2012 αίτηση:

 της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Ανώνυμη Εταιρεία" 
και το διακριτικό τίτλο «Δ.Ε.Η. Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Χαλκοκονδύλη αρ. 30), η 
οποία παρέστη με το δικηγόρο Ανδρέα Τσουρουφλή (Α.Μ. 18061), που τον διόρισε με ειδικό 
πληρεξούσιο,

κατά του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης (οδός Αγ. Τίτου αρ. 1), ο 
οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Πελαγία Ζαχαριουδάκη (Α.Μ. 698 Δ.Σ. Ηρακλείου), που τη διόρισε 
με απόφασή της η Οικονομική του Επιτροπή.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθούν : 1) η εγγραφή της στο 
βεβαιωτικό κατάλογο του Δήμου Ηρακλείου για τέλη χρήσης κοινοχρήστων χώρων ποσού 
400.860,00 ευρώ, έτους 2010, 2) η επιβολή σε βάρος της προστίμου για αυθαίρετη χρήση 
κοινοχρήστων χώρων ποσού 801.720,00 ευρώ για το ίδιο έτος.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσης εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και 
προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την 
πληρεξούσια του καθ’ ου Δήμου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
       
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α 
ι

Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την από 16.1.2012 προσφυγή της που άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου 
Χανίων, η Δ.Ε.Η. Α.Ε. ζήτησε την ακύρωση της 182578/17.11.2011 πράξης του Αντιδημάρχου 
Ηρακλείου, με την οποία, αφενός, ενεγράφη στο βεβαιωτικό κατάλογο τελών κοινοχρήστων 
χώρων έτους 2010 για ποσό τελών 400.860 ευρώ και, αφετέρου, επιβλήθηκε σε βάρος της 
πρόστιμο στο διπλάσιο του ανωτέρω ποσού τελών, δηλαδή 801.720 ευρώ, για αυθαίρετη χρήση 
κοινοχρήστων χώρων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου  13 του β.δ. της 24.9/20.10.1958 (Α΄ 171), 
όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 1080/1980 (Α΄ 246) και τροποποιήθηκε 
μεταγενέστερα.

2. Επειδή, το Διοικητικό Εφετείο Χανίων, επιληφθέν της εν λόγω προσφυγής, με την 296/2013 
απόφασή του, αφού δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για υπόθεση δημοτικής φορολογίας, 
υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3900/2010, 
τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: (1) εάν, στην έννοια των “φορολογικών και τελωνειακών 
εν γένει διαφορών” της παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν. 3900/2010, αλλά και στις εν γένει σχετικές με 
τις φορολογικές υποθέσεις διατάξεις του, περιλαμβάνονται και οι υποθέσεις δημοτικής και 
κοινοτικής φορολογίας, (2) αν, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, οι 
διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως τροποποιήθηκαν με τη διάταξη του 
άρθρου 45 του Ν. 3900/2010, είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του 
Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της 
αναλογικότητας, (3) αν, επίσης, σε  περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, η 
διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 126 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 
3900/2010, είναι σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και αναλογικότητας, τη 
διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, (4) πώς θα 
αντιμετωπίζεται η έλλειψη σημειώματος της αρχής για τον υπολογισμό του παραβόλου στις 
υποθέσεις αυτές και πώς υπολογίζεται αυτό, όταν με την προσβαλλόμενη πράξη επιβάλλεται κύριος 
φόρος και πρόστιμο, και (5) ωσαύτως σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο 
ερώτημα, τι θα γίνει με τις ήδη ασκηθείσες προσφυγές, στις οποίες, όπως και στην προκείμενη, δεν 
τηρήθηκε κάποια από τις ως άνω διατάξεις. ενόψει των αναφερόμενων στο σκεπτικό 
προβληματισμών και κυρίως της ανυπαρξίας νομολογίας του ΣτΕ για τα θέματα αυτά. 

3. Επειδή, η από 11.12.2013 πράξη του Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της 
Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή της υπόθεσης και περί εισαγωγής της στην 
επταμελή σύνθεση του Τμήματος δημοσιεύθηκε προσηκόντως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 
3900/2010 και τα οριζόμενα στην πράξη αυτή.

4. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, όταν 
διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει ζήτημα γενικότερου 
ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, μπορεί, με απόφασή του που 
δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της 
Επικρατείας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το ζήτημα που τίθεται με το προδικαστικό 
ερώτημα πρέπει να ανακύπτει πράγματι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαφοράς, πρέπει, δηλαδή 
να είναι κρίσιμο και λυσιτελές για την επίλυσή της, τούτο δε να τεκμηριώνεται επαρκώς στην 
απόφαση που διατυπώνει το ερώτημα, άλλως το τελευταίο είναι απαράδεκτο και το Συμβούλιο της 
Επικρατείας δεν το απαντά (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1841/2013). Αντίθετα, για το παραδεκτό του 
προδικαστικού ερωτήματος, δεν απαιτείται το διοικητικό δικαστήριο να λαμβάνει και, μάλιστα, 
αιτιολογημένα, θέση επί του νομικού ζητήματος που θέτει, αν και κάτι τέτοιο είναι χρήσιμο προς το 
συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. 

5. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) ορίζεται ότι 
«Η σε πρώτο βαθμό, εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο τριμελές 
πρωτοδικείο.». Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 
του ν. 3900/2010 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (πριν από την αντικατάσταση 
των περιπτώσεών της β΄ και γ΄ με τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ν. 4055/2012, Α΄ 
51/12.3.2012, που, σύμφωνα με τη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 110 παρ. 15 του ίδιου νόμου, 
εφαρμόζεται στις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος και, επομένως, δεν 
καταλαμβάνει την παρούσα, για την οποία είχε ορισθεί δικάσιμος με την από 20.1.2012 πράξη της 
Προεδρεύουσας του Διοικητικού Εφετείου Χανίων) ορίζει τα εξής: «Κατ’ εξαίρεση, η εκδίκαση: α) 
[…] β) Των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο 
υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο 
εφετείο,  γ) των χρηματικών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των 
είκοσι χιλιάδων ευρώ, ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο,  δ) […]. Αν πρόκειται για φορολογική ή 
τελωνειακή εν γένει διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων β΄ και γ΄ η 
αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.». 
      
6. Επειδή, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 περιπτ. β΄ του ΚΔΔ, αναφερόμενη σε 
φορολογικές διαφορές “εν γένει” και σκοπούσα στην ταχύτερη εκκαθάριση αυτών, καταλαμβάνει 
και υποθέσεις περί επιβολής δημοτικών τελών και συναφών προστίμων, όπως η υπό κρίση, τις 
οποίες ο νομοθέτης έχει χαρακτηρίσει ως φορολογικές διαφορές (βλ. το ν. 505/1978, Α΄ 353, “περί 
υπαγωγής εις τα τακτικά Φορολογικά Δικαστήρια των φορολογικών διαφορών δήμων και 
κοινοτήτων […]” και, ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού), τούτο δε ανεξαρτήτως του κατά 
πόσο το τέλος το οποίο αφορούν συνιστά φόρο, ανταποδοτικό τέλος ή οικονομικό βάρος με 
χαρακτήρα ανταλλάγματος ή αποζημίωσης.  Το αυτό ισχύει και ως προς τις διατάξεις των άρθρων 
126 παρ. 1 και 277 παρ. 3 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 27 και 45 
παρ. 1 του ν. 3900/2010 (βλ. κατωτέρω, σκέψεις 9 και 17, σχετικά με τα προδικαστικά 
ερωτήματα υπ’ αριθμ. 2 και 3), οι οποίες επίσης αναφέρονται σε «φορολογικές [...] εν γένει 
διαφορές». Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Α.-Γ. Βώρος, προς τη γνώμη του οποίου συντάχθηκε ο 
Πάρεδρος Ι. Δημητρακόπουλος, οι οποίοι υποστήριξαν ότι οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 
περιπτ. β΄, 126 παρ. 1 και 277 παρ. 3 και 4 του ΚΔΔ, όπως τέθηκαν με το ν. 3900/2010, που 
αφορούν στις εν γένει φορολογικές διαφορές, έχουν την έννοια ότι δεν εφαρμόζονται σε υποθέσεις, 
όπως η επίδικη, καταλογισμού τελών αυθαίρετης χρήσης κοινοχρήστων χώρων (και συναφούς 
προστίμου), δηλαδή οικονομικού βάρους το οποίο, αφενός, έχει το χαρακτήρα όχι φόρου αλλά 
ανταλλάγματος ή αποζημίωσης για την ιδιαίτερη χρήση δημόσιου κοινόχρηστου πράγματος (βλ. 
ΣτΕ 2555/1981, 140/2013, πρβλ. ΣτΕ 2958/2011 επταμ., ΑΕΔ 6/1989 και ΣτΕ 1303/1997 Ολομ.) 
και, αφετέρου, επιβάλλεται όχι από το Δημόσιο αλλά από Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), 
λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι οι εν λόγω διατάξεις, αφενός, προβλέπουν εξαιρετική αρμοδιότητα 
του Διοικητικού Εφετείου και, αφετέρου, θεσπίζουν όρους του παραδεκτού του ενδίκου 
βοηθήματος, δηλαδή περιορισμούς του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, ειδικά για ορισμένη 
κατηγορία διοικητικών διαφορών και δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι ο νομοθέτης θέλησε την 
εφαρμογή των ειδικών αυτών ρυθμίσεων και επί διαφορών οι οποίες, το μεν, δεν έχουν γνήσιο 
φορολογικό χαρακτήρα, το δε, προκύπτουν μεταξύ ιδιωτών και ΟΤΑ, δεδομένου, άλλωστε, ότι 
όπου ο νομοθέτης θέλησε την εφαρμογή ορισμένης ειδικής ρύθμισης του ΚΔΔ και στις υποθέσεις 
φορολογίας των ΟΤΑ ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου το όρισε ρητώς, όπως στο 
άρθρο 69 παρ. 2.
       
7. Επειδή, το παραπάνω ερώτημα, κατά το μέρος που, περαιτέρω, δεν αφορά μόνο στις  ως άνω 
διατάξεις του ΚΔΔ, αλλά “το σύνολο των σχετικών με την εκδίκαση φορολογικών υποθέσεων 
διατάξεων” του ν. 3900/2010, χωρίς να τις προσδιορίζει και χωρίς να προκύπτει από την 
παραπεμπτική απόφαση ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής τους στην παρούσα υπόθεση, 
κρίνεται απαράδεκτο, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4. 
      
8. Επειδή, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του 
Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει 
δικονομικές προϋποθέσεις για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια και την πρόοδο της 
δίκης. Οι σχετικές, όμως, ρυθμίσεις πρέπει, αφενός, να συνάπτονται με τη λειτουργία των 
δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, αφετέρου, να μην 
συνεπάγονται κατάλυση ή υπέρμετρο περιορισμό του εν λόγω δικαιώματος (πρβλ. ΣτΕ 1375/2013 
Ολομ., ΕΑ 475/2013 Ολομ.).   

9. Επειδή, το άρθρο 277 του ΚΔΔ, όπως οι παράγραφοι 2, 3 και 4 αυτού αντικαταστάθηκαν με το 
άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ορίζει τα εξής: «1. Για το παραδεκτό των ένδικων 
βοηθημάτων και μέσων πρέπει, ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσκομισθεί το 
προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί 
το αποδεικτικό αυτό ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο 
άρθρο 139Α. 2. Το παράβολο ορίζεται: α) για την ένσταση κατά τα άρθρα 246 και 269, την 
αντένσταση κατά το άρθρο 256, τις αιτήσεις παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας και την 
αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας, την προσφυγή και την ανακοπή κατά το άρθρο 217 σε εκατό 
ευρώ, β) για την ανακοπή ερημοδικίας, την έφεση, την αντέφεση, την αίτηση αναθεώρησης και την 
τριτανακοπή, σε εκατόν πενήντα ευρώ. Εξαιρετικά το παράβολο της προσφυγής σε διαφορές από 
άσκηση προσφυγής ασφαλισμένου σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, ορίζεται σε είκοσι πέντε ευρώ.  
3. Κατ’ εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, το 
παράβολο για την προσφυγή […] ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου 
της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό 
των τριών χιλιάδων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι 
του ορίου των δέκα χιλιάδων ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική 
απόφαση του δικαστηρίου επί της προσφυγής […]. 4. Τα ένδικα βοηθήματα και μέσα της 
παραγράφου 3 απορρίπτονται ως απαράδεκτα, εάν κατά την κατάθεση του εισαγωγικού 
δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί, από τον υπόχρεο, το 1/3 του κατά την προηγούμενη 
παράγραφο παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού. Το 
παράβολο υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία προς τούτο χορηγεί ατελώς 
ειδικό σημείωμα στον υπόχρεο, ύστερα από αίτησή του. Αν καταβληθεί παράβολο μικρότερο από 
εκείνο που αναφέρεται στο σημείωμα, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αν 
καταβληθεί το παράβολο που αναφέρεται στο σημείωμα, αλλά αυτό είναι μικρότερο του κατά το 
νόμο οφειλομένου, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και, αν το ένδικο 
βοήθημα ή μέσο απορριφθεί για άλλο λόγο, το παράβολο που ελλείπει καταλογίζεται με την 
απόφαση του δικαστηρίου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων 
εσόδων. […] 9. Το παράβολο, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, 
καταπίπτε[ι] υπέρ του Δημοσίου, ενώ, αν αυτά γίνουν δεκτά ή αν η δίκη καταργηθεί για 
οποιονδήποτε λόγο, αποδίδεται σε αυτόν που το κατέβαλε. Οι έννομες αυτές συνέπειες επέρχονται 
ακόμη και αν δεν υπάρχει σχετική ρητή διάταξη στην απόφαση. Αν η προσφυγή ή το ένδικο μέσο 
γίνουν δεκτά εν μέρει, το παράβολο αποδίδεται κατά ένα μέρος του, το οποίο και καθορίζεται κατά 
την κρίση του δικαστηρίου. 10. Το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να διατάξει την 
απόδοση του παραβόλου ακόμη και όταν απορρίπτεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο. […] 11. Αν, σε 
συγκεκριμένη περίπτωση, καταβλήθηκε παράβολο χωρίς να υπάρχει κατά νόμο υποχρέωση προς 
τούτο, διατάσσεται με την απόφαση, και ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης, η επιστροφή 
του.». Εξάλλου, με το άρθρο 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165), προστέθηκε στην ως άνω 
παράγραφο 3 του άρθρου 277 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο «Ως αντικείμενο της διαφοράς 
θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.».

10. Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 277 του ΚΔΔ  υποχρέωση καταβολής 
αναλογικού παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής στις χρηματικού 
αντικειμένου φορολογικές εν γένει διαφορές, όπως η υπό κρίση, συνιστά περιορισμό του κατά το 
άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος δικαστικής προστασίας, ο 
οποίος αποβλέπει στην αποτροπή της άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων 
βοηθημάτων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της αποτελεσματικής 
απονομής της δικαιοσύνης επί φορολογικών διαφορών, ενόψει δε του σκοπού αυτού, το 
παράβολο περιέρχεται στο Δημόσιο ή επιστρέφεται στον προσφεύγοντα, ανάλογα με την έκβαση 
και τις εν γένει περιστάσεις της δίκης. Ο εν λόγω περιορισμός, ο οποίος δεν θίγει τον πυρήνα του 
δικαιώματος δικαστικής προστασίας, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου 
σκοπού και δεν τελεί σε προφανή δυσαναλογία με το σκοπό αυτό, δεδομένου ότι (α) το παράβολο 
προβλέπεται ως ποσοστό επί του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς, το οποίο, σε υποθέσεις 
όπως η παρούσα, υπολογίζεται με βάση το ποσό του αμφισβητούμενου (κύριου) φόρου ή τέλους, 
(β) το παράβολο ανέρχεται σε εύλογο ποσοστό, δύο εκατοστά (2%), επί του αντικειμένου της 
διαφοράς, καθορίζεται δε παράλληλα ανώτατο όριο παραβόλου (10.000 ευρώ), το οποίο δεν είναι 
υπερβολικά υψηλό και (γ) για το παραδεκτό της προσφυγής, όταν το παράβολο υπερβαίνει το 
ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, όπως εν προκειμένω, αρκεί η καταβολή του τελευταίου τούτου 
ποσού (3.000 ευρώ) και, μάλιστα, του 1/3 αυτού με την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος και 
των υπολοίπων 2/3 αυτού έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Συνεπώς, οι πιο πάνω 
διατάξεις του άρθρου 277 του ΚΔΔ συνιστούν θεμιτό περιορισμό του δικαιώματος ένδικης 
προστασίας και δεν αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στο 
άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (πρβλ. ΣτΕ 1619/2012 Ολομ., 601/2012 Ολομ., 3470/2007 Ολομ., 
2780/2012 επταμ., ΕΑ 475/2013 Ολομ.). 

11. Επειδή, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 
του Συντάγματος, ο νομοθέτης δεν επιτρέπεται να μεταχειρίζεται διαφορετικά κατηγορίες 
προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες ή ουσιωδώς παρόμοιες συνθήκες, εκτός εάν η τοιαύτη 
μεταχείριση, ερειδόμενη σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που βρίσκονται σε συνάφεια προς το 
αντικείμενο της ρύθμισης, δικαιολογείται επαρκώς, ως σκοπούσα στην εξυπηρέτηση θεμιτού 
σκοπού και τελούσα σε εύλογη σχέση αναλογικότητας με τον επιδιωκόμενο σκοπό (πρβλ. ΣτΕ 
1285/2012 Ολομ.). Ειδική εκδήλωση της ανωτέρω αρχής συνιστά η αρχή της δικονομικής 
ισότητας, η οποία επιβάλλει, μεταξύ άλλων, την ίση μεταχείριση των διαδίκων, ακόμα και στο 
πλαίσιο διαφορετικών δικών, από τους δικονομικούς νόμους που ρυθμίζουν τους όρους παροχής 
έννομης προστασίας (πρβλ. ΣτΕ 2807/2002 Ολομ., 3060/2013 επταμ.). Η αρχή αυτή δεν 
απαγορεύει, πάντως, στο νομοθέτη να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για την παροχή ένδικης 
προστασίας σε ορισμένες κατηγορίες διοικητικών διαφορών, εφόσον τούτο δικαιολογείται 
αντικειμενικά, ενόψει της φύσης, της σημασίας τους ή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους και 
των συναφών αναγκών που ανακύπτουν από την άσκηση και εκδίκαση των οικείων ενδίκων 
βοηθημάτων ή μέσων (πρβλ. ιδίως ΕΑ 646/1998, 181/2008 και 1173/2008 – πρβλ. επίσης ΣτΕ 
1479/1997 Ολομ., 1619/2012 Ολομ., 2780/2012 επταμ., 4474/2013 επταμ. και ΕΑ 475/2013). 

12. Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 3 του ΚΔΔ υποχρέωση καταβολής 
αναλογικού παραβόλου για την άσκηση προσφυγής στις χρηματικού αντικειμένου φορολογικές εν 
γένει διαφορές έχει ως αποτέλεσμα σε περίπτωση, όπως η επίδικη, όπου το αντικείμενο της 
φορολογικής διαφοράς υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ, το παράβολο να είναι υψηλότερο από εκείνο 
που ορίζεται στην παρ. 2 περ. α΄ του ίδιου άρθρου γενικά για τις προσφυγές, ειδικότερα δε, σε 
υποθέσεις όπως η παρούσα, να είναι ογδονταπλάσιο του καταρχήν προβλεπόμενου παραβόλου 
των 100 ευρώ. Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση, όσον αφορά το παράβολο, οι ασκούντες 
φορολογική προσφυγή τυγχάνουν χειρότερης μεταχείρισης σε σχέση με εκείνους που ασκούν 
προσφυγή σε άλλες υποθέσεις χρηματικού αντικειμένου οι οποίοι εμπίμπτουν στον κανόνα της 
παρ. 2 περ. α΄. Ωστόσο, η διαφοροποίηση αυτή, η οποία ερείδεται σε γενικό και αντικειμενικό 
κριτήριο συναφές προς το αντικείμενο της ρύθμισης, όπως είναι το είδος των διαφορών,  
δικαιολογείται αντικειμενικά, ενόψει της σημασίας των φορολογικών διαφορών και των αναγκών 
που συνδέονται με την εκδίκασή τους. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία 
που αναφέρονται στην εισηγητική έκθεση του ν. 3900/2010 (σελ. 4) και είναι γνωστό στους 
λειτουργούς της διοικητικής δικαιοσύνης, οι φορολογικές και τελωνειακές εν γένει προσφυγές 
αποτελούν ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία διοικητικών διαφορών ουσίας, τόσο σε απόλυτους 
αριθμούς, όσο και ως ποσοστό του συνόλου των υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών 
δικαστηρίων, το δε αντικείμενό τους συνήθως υπερβαίνει και, μάλιστα, κατά πολύ, τα 5.000 ευρώ, 
ενώ ο μέσος χρόνος εκδίκασής τους είναι μεγάλος. Παράλληλα, πρόκειται για κατηγορία 
υποθέσεων ιδιαίτερης σημασίας για την οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας και των πολιτών 
της, ιδίως σε μια κρίσιμη περίοδο όπως η παρούσα, κυρίως όσον αφορά τις υποθέσεις που έχουν 
αξιόλογο οικονομικό αντικείμενο, η δε αντιμετώπιση του προβλήματος της σώρευσης εκκρεμών 
φορολογικών διαφορών και η ταχεία εκκαθάρισή τους από τα διοικητικά δικαστήρια έχουν 
οδηγήσει τον νομοθέτη σε θέσπιση αλλεπαλλήλων ρυθμίσεων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η 
επίμαχη νομοθετική πρόβλεψη αναλογικού και, κατ’ αποτέλεσμα, υψηλότερου, παραβόλου για τις 
φορολογικές προσφυγές, όπως η κρινόμενη, που ανταποκρίνεται στην ιδιαίτερη, αυξημένη ανάγκη 
αποτελεσματικής αποτροπής της άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων επί 
φορολογικών και τελωνειακών υποθέσεων προς το συμφέρον τόσο της εύρυθμης λειτουργίας των 
διοικητικών δικαστηρίων και της αποτελεσματικής απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, όσο και 
της δημοσιονομικής διαχείρισης και της εν γένει οικονομικής ζωής της χώρας, δεν συνιστά μέτρο 
προδήλως απρόσφορο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού, ούτε τελεί σε προφανή δυσαναλογία 
προς αυτόν, ενόψει όσων αναφέρθηκαν σχετικώς στη σκέψη 10, δικαιολογείται δε αντικειμενικά 
και δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, ενόψει και της ευρείας διακριτικής 
εξουσίας που διαθέτει συναφώς ο νομοθέτης. 
      
13. Επειδή, το Διοικητικό Εφετείο Χανίων ερωτά, ειδικότερα, εάν δημιουργείται αντίθεση προς τις 
διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της 
ΕΣΔΑ εκ του ότι η υποχρέωση καταβολής του αναλογικού παραβόλου προβλέπεται από το άρθρο 
277 του ΚΔΔ χωρίς καμία σύνδεση με την οικονομική δυνατότητα του προσφεύγοντος. Όμως, το 
ζήτημα που τίθεται με το ερώτημα αυτό δεν ανακύπτει, στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι η 
προσφεύγουσα εταιρεία (ΔΕΗ ΑΕ) δεν έχει επικαλεσθεί οικονομική της αδυναμία ή δυσχέρεια 
καταβολής του παραβόλου. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4, 
το ως άνω ερώτημα κρίνεται απαράδεκτο. 
      
14. Επειδή, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, για 
την εφαρμογή του άρθρου 277 παρ. 3 του ΚΔΔ σε υπόθεση, όπως η παρούσα, που αφορά στην 
επιβολή φόρου ή τέλους και συναφούς προστίμου, το αντικείμενο της διαφοράς καθορίζεται με 
βάση το ποσό του αμφισβητούμενου φόρου ή τέλους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ποσό του 
σχετικού προστίμου. Συνεπώς, στην προκειμένη υπόθεση, εν όψει του ύψους του 
αμφισβητουμένου τέλους κοινοχρήστων χώρων (400.860 ευρώ), το παράβολο ανέρχεται σε 
8.017,20 ευρώ. 
      
15. Επειδή, κατά την έννοια των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, σε υποθέσεις 
όπως η παρούσα, στην οποία (i) δεν ανακύπτει εύλογη αμφιβολία ως προς το ύψος του 
χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς και, περαιτέρω, του οφειλόμενου παραβόλου, (ii) το 
παράβολο αυτό υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ και (iii) ο προσφεύγων κατέβαλε παράβολο 
3.000 ευρώ σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 (δηλαδή, 1.000 ευρώ 
κατά την κατάθεση της προσφυγής και τα υπόλοιπα 2.000 ευρώ μέχρι την πρώτη συζήτηση της 
υπόθεσης), το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και χωρίς να έχει προσκομισθεί 
το προβλεπόμενο ειδικό σημείωμα σημείωμα της αρμόδιας φορολογικής αρχής περί υπολογισμού 
του ποσού του παραβόλου, εφόσον δε συντρέξει περίπτωση, καταλογίζει το επιπλέον (πέραν των 
3.000 ευρώ) οφειλόμενο παράβολο με την οριστική του απόφαση επί της προσφυγής. 
      
16. Επειδή, σε σχέση με το ερώτημά του εάν η παράγραφος 4 του άρθρου 277 του ΚΔΔ αντίκειται 
στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και στο 
άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο μέτρο που δεν προβλέπει εφαρμογή του άρθρου 139Α του ΚΔΔ, όπως 
προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 277 για τις λοιπές υποθέσεις, το Διοικητικό Εφετείο 
Χανίων παρατηρεί ότι το ζήτημα αυτό δεν τίθεται στην παρούσα υπόθεση, διότι κατατέθηκε το 
παράβολο των 3.000 ευρώ, αλλά πρόκειται για μείζον θέμα που είναι ευκαιρία να λυθεί. Δεδομένου, 
όμως, ότι το ζήτημα δεν ανακύπτει εν προκειμένω, το ερώτημα αυτό κρίνεται απαράδεκτο. 
       
17. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 126 του ΚΔΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το 
άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ορίζονται τα εξής: «Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με 
δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία αντίγραφα, κατατίθενται στη γραμματεία της κύριας έδρας του 
δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές 
απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου της άσκησής τους, η επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου του 
δικογράφου της προσφυγής, με επιμέλεια του διαδίκου στην αρχή που εξέδωσε την 
προσβαλλόμενη ή που, παρά το νόμο, παρέλειψε την έκδοσή της, μέσα σε προθεσμία είκοσι 
ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής.». Στην εισηγητική έκθεση 
του ν. 3900/2010 (σελ. 7), αναφέρονται σχετικώς τα ακόλουθα: «Με την προτεινόμενη ρύθμιση 
καθιερώνεται ως αποκλειστικός τρόπος άσκησης των ένδικων βοηθημάτων η κατάθεσή τους στη 
γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνονται. Ειδικώς, για τις 
φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις εν γένει απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου του 
δικογράφου της προσφυγής, η επίδοσή της στην εκδούσα την πράξη αρχή ή στην αρχή που 
παρέλειψε την έκδοσή της, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την 
άσκηση της προσφυγής. Με τον τρόπο αυτό ενημερώνεται εγκαίρως η αρμόδια υπηρεσία για τη 
δικαστική εκκρεμότητα, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση της γραμματείας των δικαστηρίων και 
παρέχεται η δυνατότητα στη Διοίκηση να αποστείλει εμπροθέσμως το φάκελο και τις απόψεις της 
[...]». 
 
18. Επειδή, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του 
ΚΔΔ εξυπηρετεί τον σκοπό που επιδιώκει καλύτερα από την διάταξη που αντικατέστησε, (κατά την 
οποία ειδικά στις φορολογικές εν γένει διαφορές, η κατάθεση των ένδικων βοηθημάτων γινόταν 
στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ή που παρέλειψε την έκδοσή της, η οποία, στην 
συνέχεια, τα διαβίβαζε με τον σχετικό φάκελο στο δικαστήριο στο οποίο απευθύνονταν), πάντως, η 
νέα αυτή ρύθμιση, καθ’ ό μέρος προβλέπει υποχρέωση επίδοσης, με επιμέλεια του προσφεύγοντος, 
επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της κατατεθείσας στο δικαστήριο φορολογικής 
προσφυγής στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, προς ενημέρωσή της για τη 
διαφορά που ανέκυψε ώστε, χωρίς επιβάρυνση της γραμματείας του δικαστηρίου, αυτή να στείλει 
το φάκελο και να μπορέσει να αμυνθεί, επιδιώκει θεμιτό σκοπό, αναγόμενο στην εύρυθμη 
λειτουργία των διοικητικών δικαστηρίων και στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, 
χωρίς να θίγει τον πυρήνα ή να συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος ένδικης 
προστασίας του βαρυνόμενου με την επίδοση προσφεύγοντος. Και ναι μεν αφορά μόνο στις 
φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές (ενώ, ως προς τις λοιπές, κατ’ άρθρου 128 παρ. 1 
του ΚΔΔ, αντίγραφο της προσφυγής επιδίδεται στους καθ’ ών με τη φροντίδα της γραμματείας του 
δικαστηρίου, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο), αλλά η διαφορετική δικονομική 
μεταχείριση που θεσπίζει παρίσταται επαρκώς δικαιολογημένη, ενόψει της σημασίας των 
φορολογικών διαφορών και των αναγκών που συνδέονται με την εκδίκασή τους, κατά τα 
αναφερθέντα στην σκέψη 12. Ενόψει τούτων, καθώς και της ευρείας διακριτικής εξουσίας που 
διαθέτει συναφώς ο νομοθέτης, η ρύθμιση δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας 
των διαδίκων, όπως αυτή ερμηνεύθηκε παραπάνω.  Περαιτέρω, όμως, όσον αφορά το σκέλος της 
κατά το οποίο η ως άνω προβλεπόμενη κοινοποίηση πρέπει να γίνει, επί ποινή απαραδέκτου της 
προσφυγής, εντός είκοσι ημερών από τη λήξη της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, η 
διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ, στοχεύοντας, κατά την σχετική εισηγητική 
έκθεση του νόμου, στην έγκαιρη ενημέρωση  της φορολογικής αρχής προκειμένου αυτή να στείλει 
κατά το άρθρο 129 του ΚΔΔ τον φάκελο της υπόθεσης στο δικαστήριο και να απαντήσει στους 
προβαλλόμενους ισχυρισμούς, έχει την έννοια ότι η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής εκ μέρους 
του προσφεύγοντος δεν άγει κατ’ ανάγκη σε απαράδεκτο της προσφυγής του, παρά μόνον εφόσον 
η καθ’ ής αρχή δεν έλαβε πράγματι εγκαίρως γνώση της προσφυγής, με συνέπεια να μην μπορέσει 
να ανταποκριθεί στην ως άνω υποχρέωσή της και να αμυνθεί όπως πρέπει. Συνεπώς, σε περίπτωση 
που η ενημέρωση της αρχής εξασφαλίζεται εγκαίρως με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την 
εμπρόθεσμη κατάθεση  κυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής στο πρωτόκολλό της,  ή ακόμη 
και σε περίπτωση, όπως η κρινόμενη, όπου το καθ’ ού η προσφυγή δεν επικαλείται, ούτε, άλλωστε, 
προκύπτει ότι έχει υποστεί σχετική δικονομική βλάβη, η ασκηθείσα προσφυγή δεν απορρίπτεται ως 
απαράδεκτη. Ερμηνευόμενη υπό την έννοια αυτή, η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του 
ΚΔΔ δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της 
ΕΣΔΑ περί δικαιώματος δικαστικής προστασίας, είναι δε σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της 
ισότητας και αναλογικότητας. 
      
19. Επειδή, το τελευταίο (υπ’ αριθμ. 5) προδικαστικό ερώτημα, καθ’ ό μέρος αφορά στην 
κρινόμενη υπόθεση έχει απαντηθεί με τις προηγούμενες σκέψεις, ενώ, στο μέτρο που αναφέρεται 
γενικά και αόριστα σε ασκηθείσες προσφυγές στις οποίες δεν τηρήθηκε κάποια από τις διατάξεις 
του ΚΔΔ στις οποίες αναφέρεται, κρίνεται απαράδεκτο, διότι δεν αναφέρεται σε ζητήματα που 
ανακύπτουν στο πλαίσιο της κρινόμενης προσφυγής. 
       
20. Επειδή, κατόπιν τούτων, το Τμήμα, αφού απάντησε σε όσα προδικαστικά ερωτήματα του 
υποβλήθηκαν παραδεκτώς, κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο 
Χανίων για την περαιτέρω κατ’ ουσία εκδίκασή της.   
                                                   
Δια ταύτα

Επιλύει τα ζητήματα που του τέθηκαν παραδεκτώς ως εξής :
       
(1) Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 περιπτ. β΄ του ΚΔΔ καταλαμβάνει και υποθέσεις περί επιβολής 
δημοτικών τελών και συναφών προστίμων, όπως η υπό κρίση, ανεξαρτήτως του κατά πόσο το 
τέλος το οποίο αφορούν συνιστά φόρο, ανταποδοτικό τέλος ή οικονομικό βάρος με χαρακτήρα 
ανταλλάγματος ή αποζημίωσης.  
      
(2) Η διάταξη της παραγράφου 3 άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 
παρ. 1 του ν. 3900/2010 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, η οποία 
εφαρμόζεται και επί προσφυγών κατά πράξεων επιβολής δημοτικών τελών κοινοχρήστων χώρων 
και συναφών προστίμων, όπως εν προκειμένω, δεν είναι αντίθετη στα άρθρα 4 (παρ. 1), 20 (παρ. 
1) και 25 (παρ. 1 εδαφ. δ΄) του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 (παρ. 1) της ΕΣΔΑ.  
        
(3) Κατά την έννοια των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκαν 
με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η δε πρώτη εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 65 
παρ. 4 του ν. 3994/2011, όταν,  όπως εν προκειμένω, δεν ανακύπτει εύλογη αμφιβολία ως προς το 
ύψος του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς και, περαιτέρω, του οφειλόμενου παραβόλου, 
αυτό υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ και ο προσφεύγων το κατέβαλε σύμφωνα με τα 
οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της 
υπόθεσης και χωρίς να έχει προσκομισθεί το προβλεπόμενο ειδικό σημείωμα της αρμόδιας 
φορολογικής αρχής περί υπολογισμού του ποσού του παραβόλου, εφόσον δε συντρέξει περίπτωση, 
καταλογίζει το επιπλέον (πέραν των 3.000 ευρώ) οφειλόμενο παράβολο με την οριστική του 
απόφαση επί της προσφυγής.
       
(4) Κατά την έννοια του άρθρου 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, για την εφαρμογή του άρθρου 277 
παρ. 3 του ΚΔΔ σε υπόθεση, όπως η υπό κρίση, που αφορά στην επιβολή φόρου ή τέλους και 
συναφούς προστίμου, το αντικείμενο της διαφοράς καθορίζεται με βάση το ποσό του 
αμφισβητούμενου φόρου ή τέλους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη και το ποσό του σχετικού 
προστίμου.
       
(5) Κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 126 του ΚΔΔ, όπως 
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 3900/2010, το οποίο εφαρμόζεται και επί προσφυγών 
κατά πράξεων επιβολής δημοτικών τελών κοινοχρήστων χώρων και συναφών προστίμων, όπως εν 
προκειμένω, η παράλειψη τήρησης εκ μέρους του προσφεύγοντος της υποχρέωσης επίδοσης 
επικυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής στην καθ’ ης αρχή άγει σε απαράδεκτο της προσφυγής 
μόνον εφόσον η αρχή αυτή δεν έλαβε πράγματι εγκαίρως γνώση της προσφυγής, με συνέπεια να 
μην μπορέσει να ανταποκριθεί στην κατά το άρθρο 129 του ΚΔΔ υποχρέωσή της και να αμυνθεί 
όπως πρέπει. Συνεπώς, σε περίπτωση που η ενημέρωση της αρχής εξασφαλίζεται εγκαίρως με 
οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την εμπρόθεσμη κατάθεση  κυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής 
στο πρωτόκολλό της,  ή ακόμη και σε περίπτωση, όπως η κρινόμενη, όπου το καθ’ ού η 
προσφυγή δεν επικαλείται, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι έχει υποστεί σχετική δικονομική βλάβη, η 
ασκηθείσα προσφυγή δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ερμηνευόμενη υπό την έννοια αυτή, η 
διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του 
Συντάγματος ή στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δικαιώματος δικαστικής προστασίας, είναι δε 
σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και αναλογικότητας. 
       
Παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο Χανίων. 
       
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια 
συνεδρίαση της 24ης Φεβουαρίου 2014.

Ο Πρόεδρος του Β' Τμήματος                        Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος

         Φ. Αρναούτογλου                                     Ι. Μητροτάσιος
         


πηγή : NOMOS