Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ | ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ |  ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ 

Αριθμός απόφασης 22937/2013




ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (τακτική διαδικασία)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Αργύριο Εκκλησίαρχο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα Ζωή Φούρκα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «......», βιοτεχνία μεταλλικών αντικειμένων, που εδρεύει στην .... Θεσσαλονίκης, οδός ... αρ. . (όπισθεν «......»), και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Βύρωνος Αντωνιάδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. 1680), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...........» και το διακριτικό τίτλο «..........», που εδρεύει στο ............ του Δήμου Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 7-9-2011 αγωγή της, με αντικείμενο την αμοιβή σύμβασης έργου, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης 34819/8-9- 2011, γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 12-10-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της ενάγουσας, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


1. Οπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα 187/8- 9- 2011 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σταματίας Τσιούρβα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 12-10-2012 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη (άρθρα 122, 123, 124 § 2, 126 § 1 περ. δ΄, 129 § 1 και 228 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η αναβολή δε αυτή εκ του πινακίου επέχει θέση κλήτευσης της εναγομένης για τη δικάσιμο αυτή (άρθρο 226 § 4 εδ. γ΄ ΚΠολΔ). Επομένως, η εναγόμενη, που, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν παραστάθηκε μετά ή δια πληρεξούσιου Δικηγόρου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά που ήταν γραμμένη στο πινάκιο της δικασίμου αυτής, πρέπει να δικαστεί ερήμην.

2. Κατά την αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓΠΟΗ΄ είναι ότι είς το δι’ αυτού επιβαλλόμενον τέλος δέν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Με το άρθρο 70 § 3 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α΄ 165/25-7-2011), η άνω παράγραφος αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Παράλληλα η διάταξη του άρθρου 72 § 14 του ίδιου νόμου προέβλεψε ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Ακολούθως, με το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α΄ 51/12-3- 2012), έγιναν οι ακόλουθες προβλέψεις περί δικαστικού ενσήμου: «-1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α΄ 189) που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) αντικαθίσταται ως εξής: ‘‘3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού’’. -2. Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Ήδη, η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ΄ «Ρυθμίσεις Θεμάτων Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» περ. 6 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222/12-11-2012), ορίζει ότι: «1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 ‰) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ». Με τις ανωτέρω διατάξεις εντός χρονικού διαστήματος δεκαέξι (16) μηνών (Ιούλιος 2011 - Νοέμβριος 2012) έγιναν σημαντικές τροποποιήσεις σε όσα ίσχυαν περί δικαστικού ενσήμου, καθώς θεσπίστηκε ότι και οι αναγνωριστικές αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου (άρθρο 70 § 3 ν. 3994/2011), υποχρέωση από την οποία μετέπειτα εξαιρέθηκαν οι αναγνωριστικές αγωγές αναφορικά με εργατικές διαφορές, διαφορές από αμοιβή για παροχή εργασίας, αυτοκινητιστικές διαφορές και διαφορές για διατροφή (άρθρο 21 § 1 ν. 4055/2012), εν τέλει δε αυξήθηκε - διπλασιάστηκε και το ποσοστό του δικαστικού ενσήμου (άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΓ΄ περ. 6 ν. 4093/2012), ενώ διευκρινίστηκε και ότι δεν υπόκεινται σε καταβολή δικαστικού ενσήμου οι περιπτώσεις καταψηφιστικών αγωγών που είχαν ασκηθεί μέχρι και τις 24-7-2011 και ακολούθως «μετατράπηκαν» σε αναγνωριστικές αγωγές (άρθρο 21 § 2 ν. 4055/2012). Ενόψει των ανωτέρω τροποποιήσεων υποστηρίχθηκε ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών είναι ανίσχυρη ως αντίθετη με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., με το σκεπτικό ότι τίθεται ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. (ΜονΠρΧαν 3/2013 ΝοΒ 2013. 415 = Αρμεν 2013. 480, ΜονΠρΑθ 669/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όμως, η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, παροράται ότι η πλήρης παροχή έννομης προστασίας και πριν τις πρόσφατες τροποποιήσεις υπέκειτο σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι τελικό στάδιο της δικαστικής προστασίας αποτελεί η αναγκαστική εκτέλεση και προκειμένου μια αναγνωριστική απόφαση να κατέληγε σε εκτελεστό τίτλο ήταν αναγκαία η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση αυτή (απόφαση), στάδιο κατά το οποίο ήταν απαραίτητη η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Ουσιαστικά, δηλαδή, με τις ανωτέρω πρόσφατες ρυθμίσεις μετατίθεται το στάδιο κατά το οποίο επιβάλλεται νομικά η καταβολή δικαστικού ενσήμου επί δικαστικής προστασίας που αφετηριάζεται με αναγνωριστικό αίτημα και αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία, από άποψη δικαστικού ενσήμου, η διαγνωστική δίκη, με την προβλεπόμενη από το άρθρο 21 § 1 του ν. 4055/2012 εξαίρεση σημαντικού αριθμού υποθέσεων για τις οποίες ενδέχεται να ανέκυπτε δυσχέρεια στην καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου (για τις οποίες απαιτείται διατηρείται η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αναγνωριστική απόφαση). Μόλις χρειάζεται να σημειωθεί ότι μια τέτοια οικονομική υποχρέωση δεν αποτελεί, ούτε άλλωστε ποτέ αποτελούσε, αναγκαίο όρο του πρώτου - πρώιμου σταδίου παροχής δικαστικής προστασίας, αυτού της προσωρινής, αφού δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 3226/2004 με τις οποίες γενικώς λαμβάνεται πρόνοια ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 9 § 2 ν. 3226/2004). Ως εκ τούτου, οι νέες ρυθμίσεις ενταγμένες στο όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν μπορούν να θεωρηθούν αντίθετες με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Πλην, όμως, ζήτημα αντισυνταγματικότητας γεννάται πλέον αν απαιτηθεί η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αναγνωριστική απόφαση για την οποία έχει ήδη καταβληθεί τέλος δικαστικού ενσήμου. Σε μία τέτοια περίπτωση θα πρόκειται για διπλή καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί ουσιαστικά μίας και αυτής διαφοράς, κάτι που είναι αντίθετο με το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 § 1 και 20 του Συντάγματος, αφού όσοι πολίτες διώκουν την παροχή πλήρους δικαστικής προστασίας με πρώτο στάδιο την αναγνώριση της απαίτησής τους θα τίθενται σε αδικαιολόγητα δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους πολίτες που θα διώκουν απευθείας την καταψήφιση της αυτής έκτασης απαίτησής τους, συναξιολογώντας προς τούτο ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση προηγούμενη τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση είναι όλως διαδικαστικού χαρακτήρα. Όσο, λοιπόν, το ενδεχόμενο αυτό παραμένει χωρίς ειδική νομοθετική ρύθμιση, με την ανωτέρω ερμηνευτική θεώρηση περί αντισυνταγματικότητας αποτρέπεται μια τέτοια διπλή καταβολή δικαστικού ενσήμου επί ουσιαστικά μίας και αυτής διαφοράς, εξασφαλίζοντας έτσι τη θεμιτή ισότητα στην παρεχόμενη πλήρη δικαστική προστασία, αφού άλλως θα ήταν συνταγματικώς μη ανεκτό π.χ. ένας πολίτης που διώκει την καταβολή ποσού 30.000,00 να απαιτείται να καταβάλει μία φορά δικαστικό ένσημο και ένας άλλος πολίτης που θα ζητούσε σε πρώτη φάση να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αντιδίκου του σε καταβολή ποσού 30.000,00 ευρώ να κατέβαλε δύο φορές τέλος δικαστικού ενσήμου, μία φορά για την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης και μία φορά για την έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής.

3. Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της, ισχυρίζεται ότι με το από 1-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέλαβε την κατασκευή και τοποθέτηση τόσο σιδηρών κιγκλιδωμάτων αφενός μήκους 70 μέτρων και ύψους 1,10 μ. περίπου έμπροσθεν ξενοδοχείου της εναγομένης και αφετέρου μήκους 250 μέτρων και ύψους 2,00 μ. περίπου περιμετρικά του αυτού χώρου όσο και τεσσάρων (4) θυρών στο προαύλιο του αυτού ξενοδοχείου της εναγομένης, όπως οι ανωτέρω κατασκευές (κιγκλιδώματα και θύρες) αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, έναντι συνολικής αμοιβής 36.900,00 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 23%), εκ της οποίας 5.000,00 ευρώ ήταν προκαταβλητέα, 15.000,00 ευρώ ήταν καταβλητέα με την παράδοση του πρώτου τμήματος του έργου (κατασκευή εμπρόσθιου μέρους), 10.000,00 ευρώ ήταν καταβλητέα με την παράδοση του λοιπού έργου και 6.900,00 ευρώ (ήτοι ο αναλογούν Φ.Π.Α.) ήταν καταβλητέα με την έκδοση του σχετικού τιμολογίου. Ότι συμπληρωματικά ανέλαβε την κατασκευή και τοποθέτηση κιγκλιδώματος έμπροσθεν του ξενοδοχείου μήκους 5 μέτρων και περιμετρικά του ξενοδοχείου μήκους 40 μέτρων, έναντι συνολικής αμοιβής 4.797,00 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 23%), εκ της οποίας 3.900,00 ευρώ ήταν καταβλητέα με την παράδοση του έργου και τα λοιπά 897,00 ευρώ (ήτοι ο αναλογούν Φ.Π.Α.) ήταν καταβλητέα με την έκδοση του σχετικού τιμολογίου. Ότι παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη παρέλαβε το σύνολο των κατασκευών κατά το συμφωνημένο χρόνο της 30-9-2010 και η ίδια (ενάγουσα) εξέδωσε για την αμοιβή της τα 1/8-3- 2011 και 2/8-3-2011 τιμολόγια τεχνικών έργων, συνολικής αξίας 36.900,00 ευρώ και 4.797,00 ευρώ αντίστοιχα, έναντι της συνολικής αμοιβής της των 41.697,00 ευρώ έλαβε από την εναγόμενη το συνολικό ποσό των 17.000,00 ευρώ (ήτοι ποσό 5.000,00 ευρώ για την προκαταβολή και ποσό 12.000,00 ευρώ ως μέρος της λοιπής αμοιβής), με επακόλουθο η οφειλή εκείνης να έχει περιοριστεί στο συνολικό ποσό των 24.697,00 ευρώ, εκ των οποίων 16.900,00 ευρώ ήταν καταβλητέα κατά την παράδοση του έργου και τα λοιπά (6.900,00 + 897,00 =) 7.797,00 ευρώ ήταν καταβλητέα με την έκδοση των δύο προαναφερόμενων τιμολογίων. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 24.697,00 ευρώ, κατά την επικαλούμενη συμβατική σχέση, άλλως επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο για το ποσό των 16.900,00 ευρώ από τις 30-9-2010 (παράδοση έργου) και για το ποσό των 7.797,00 ευρώ από τις 8-3-2011 (έκδοση τιμολογίων), άλλως για το σύνολο του ποσού από την επίδοση της αγωγής. Ήδη, με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, περιόρισε το αγωγικό αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το σύνολο του αιτούμενου ποσού. Μετά δε την καταβολή του νόμιμου τέλους δικαστικού ενσήμου με τις επ’ αυτού νόμιμες επιβαρύνσεις, που έγινε κατόπιν ειδοποίησης κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ, με την από 24-10-2013 «προσθήκη» δηλώνεται από την πλευρά της ενάγουσας ανάκληση της ανωτέρω τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.

4. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, όπως το κύριο αίτημα περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, νομοτύπως κατ’ άρθρα 223, 295 και 297 ΚΠολΔ, η αγωγή αρμοδίως φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 14, 25 § 2 και 33 ΚΠολΔ), και είναι ορισμένη και νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681, 694, 340, 341, 345 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, όχι όμως και κατά την επικουρική βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αναφορικά με την οποία είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, λαμβανομένου υπόψη ότι προς υποστήριξή της δεν προβάλλονται πρόσθετα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα με τα οποία η ενάγουσα επιχειρεί να στηρίξει την κύρια συμβατική βάση της αγωγής (βλ. 493/2010 ΧρΙΔ 2011. 333, ΑΠ 16/2008 ΕλλΔνη 2008. 499). Μετά δε τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό του κύριου αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, μη νομίμως ζητείται η κήρυξη της παρούσας προσωρινά εκτελεστής (βλ. ενδεικτικά Γ. Νικολόπουλος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ ΙΙ, εκδ. 2000, άρθρο 904 αριθ. 6 και εκεί παραπομπές). Η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, με την από 24-10-2013 «προσθήκη» της δήλωσε ότι ανακαλεί την ανωτέρω τροπή του κύριου αγωγικού αιτήματος. Πλην όμως η δήλωση αυτή δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια διότι: α) μια τέτοια ανάκληση θα μπορούσε να γίνει μόνο στην περίπτωση που, ενώ στις κατατιθέμενες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο έγγραφες προτάσεις δηλωνόταν ότι το καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα τρέπεται σε αναγνωριστικό, κατά την αναφορά στο ακροατήριο του πληρεξούσιου Δικηγόρου σε αυτές ρητά δηλωνόταν ότι ανακαλείται ο περιορισμός αυτός, δεδομένου ότι αυτή καθεαυτή η αναφορά του δικηγόρου στις κατατιθέμενες προτάσεις ουσιαστικά «επικυρώνει» το περιεχόμενό τους και έτσι επιτρέπει τη «διόρθωση» όσων διαλαμβάνονται σε αυτές (βλ. σχ. άρθρο 256 § 1 περ. δ΄ ΚΠολΔ), κάτι που δεν έγινε στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, β) η επιγενόμενη αυτή δήλωση ανάκλησης συνιστά ανεπίτρεπτη κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ επέκταση του αιτήματος της αγωγής, όπως αυτό νομότυπα είχε περιοριστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, αφού για το αντικείμενο της αγωγής, που κατατέθηκε μετά τις 25-7-2011, έχει καταβληθεί το απαιτούμενο, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη υπ’ αριθ. 2 ανωτέρω, τέλος δικαστικού ενσήμου με τις επ’ αυτού νόμιμες επιβαρύνσεις (βλ. το 4187365/24-10-2013 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Β΄ Θεσσαλονίκης, το 4247931/24-10-2013 γραμμάτιο είσπραξης και το 116/24-10-2013 γραμμάτιο είσπραξης, αμφότερα του υποκαταστήματος 265 της Ε.Τ.Ε.), πρέπει αυτή να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

5. Λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης κατά την παρούσα συζήτηση της αγωγής, θεωρούνται ομολογημένοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας που περιέχονται σε αυτή και αναφέρονται σε γεγονότα για τα οποία επιτρέπεται η ομολογία (άρθρα 271 § 3, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρου 29 του ν. 3994/25-7-2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, αφού δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 24.697,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για ποσό 16.900,00 ευρώ από τις 30-9-2010 και για ποσό 7.979,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 8-3- 2011 μέχρι την εξόφληση. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 176 και 191 § 2 ΚΠολΔ, η εναγόμενη που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, που υπέβαλε σχετικό παρεπόμενο αίτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, για την περίπτωση άσκησης από την εναγόμενη ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, πρέπει να οριστεί το προκαταβλητέο παράβολο (άρθρα 501, 502 § 1 και 505 § 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της εναγομένης.

Ορίζει το παράβολο στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής.

Δέχεται την αγωγή (όπως αυτή περιορίστηκε).

Αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα επτά (24.697,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο για ποσό 16.900,00 ευρώ από τις 30-9-2010 και για ποσό 7.979,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 8-3-2011 μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει την εναγόμενη να πληρώσει στην ενάγουσα τα δικαστικά της έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων σαράντα (1.040,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξούσιου Δικηγόρου της ενάγουσας, στις 7 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ