Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΛΟΓΩ ΥΓΡΑΣΙΑΣ


Αριθμός 33/2014 


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Δ` Πολιτικό Τμήμα 


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.


ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:


Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Μ. του Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Ιωάννου, και κατέθεσε προτάσεις.2. Χ. Μ. του Π., 3 Α. Μ. του Π. και 4 Π. Λ. του Π., κατοίκων ..... , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του συνεταιρισμού με την επωνυμία "... . ........" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε μετά του Προέδρου του, Ν. Γ. και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον παρόντα δικηγόρο Ιωάννη Τόλη που αποδέχθηκε τον διορισμό και κατέθεσε προτάσεις και 2. Α. Τ. του Π., κατοίκου ..... .. .., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.


Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 349/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4648/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2012 αίτησή τους.


Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 20-12-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.


Ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια oι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Με το άρθρο 62 του ν.4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ` αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ. Α.Π. 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι` αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ` αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β` εδαφίου της παραγράφου 3,που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 του ν. 4139/2013). 


Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (Α.Π.240/2011).


Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (4-10-2013) μετά την εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, παρέστησαν μόνο ο πρώτος των αναιρεσειόντων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Ιωάννου, και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμός, του οποίου ο Πρόεδρος εμφανίσθηκε και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον παρόντα δικηγόρο Ιωάννη Τόλη. Αντιθέτως, δεν εμφανίσθηκαν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Α. Τ. και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων, Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Λ. Δεν αποδεικνύεται δε, ότι οι 2ος, 3ος και 4ος των αναιρεσειόντων έχουν διορίσει νομίμως κατά το άρθρο 96 παρ. 1 τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης, δικηγόρο Αλέξανδρο Ιωάννου, ο οποίος άλλωστε δεν τους εκπροσώπησε κατά την εκφώνηση, πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών με την εντολή να παρίσταται και να εκπροσωπεί αυτούς κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε ότι αυτοί έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους ή από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση ομόδικό τους. Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα πρόταση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας.


Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη υπ` αριθμ. .../10-4-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς … σε συνδυασμό με την από 10-4-2012 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του Αξ/κού Υπηρεσίας του Α.Τ. Καλλιθέας, την από 11-4-2012 βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή, την οποία προσυπογράφει ο υπάλληλος του Ταχυδρομείου Αθηνών Κ. Φ., περί παράδοσης στον τελευταίο έγγραφης ειδοποίησης σχετικής με το θυροκολλημένο έγγραφο και την από 11-4-2012 απόδειξη κατάθεσης του ως άνω εγγράφου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 11-1-2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-10-2013) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου του πρώτου αναιρεσείοντος στον δεύτερο εκ των αναιρεσιβλήτων Α. Τ.. Επομένως, εφ` όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.


Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2009 αγωγή τους, επικαλούμενοι ότι με το από 9-8-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης εκμίσθωσαν στον πρώτο εναγόμενο ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμό το περιγραφόμενο σ` αυτή ισόγειο κατάστημα, για χρονικό διάστημα 6 ετών (από 15-8-2004 έως 14-8-2010), προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως γραφείο και κέντρο Ρ/Τ, ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων εγγυήθηκε για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή του μισθώματος και ότι ο Πρώτος εναγόμενος, αν και έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί ανενόχλητα το μίσθιο, καθυστερεί από δυστροπία να τους καταβάλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 15-4-2009 έως 14-10-2009 (6 μηνιαία μισθώματα), ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 6.106.33 ευρώ (μετά του αναλογούντος χαρτοσήμου και συμπληρωματικού φόρου), ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος με τις προτάσεις τους και με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, νομιμοτόκως, εις ολόκληρο καθένας, το ως άνω ποσό των 6.106.33 ευρώ, επιπλέον δε και το ποσό των 2.051,56 ευρώ για τα μελλοντικά μισθώματα των μισθωτικών μηνών από 15-10-2009 έως 14-11-2009 και από 15-11-2009 έως 14-12-2009, και συνολικά το ποσό των 8.157,89 ευρώ, κατ` ισομοιρία, ήτοι το ποσό των 2.039,47 ευρώ στον καθένα εξ αυτών. Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους και με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, άσκησαν παραδεκτά ανταγωγή, με την οποία, επικαλούμενοι λύση της επίδικης μίσθωσης που επήλθε με καταγγελία τους, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, συμμέτρως, άλλως ο πρώτος εξ αυτών, να τους καταβάλουν το ποσό των 2295 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν σ` αυτούς ως εγγύηση κατά τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης, ενόψει του ότι έχουν εξοφλήσει όλα τα μισθώματα και τους λογαριασμούς. Επ` αυτών (αγωγής και ανταγωγής) εκδόθηκε η 349/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και έγινε δεκτή η ανταγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν την υπ` αρ. εκθ. κατάθεσης 3141/2010 έφεση οι αναιρεσείοντες, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή και να απορριφθεί η ανταγωγή.


Το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 9-8-2ΟΟ4 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως σι ενάγοντες εκμίσθωσαν στον πρώτο εναγόμενο Συνεταιρισμό (...............) το υπό στοιχεία Κ2 ισόγειο κατάστημα πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού …αριθ. .., στην … (περιοχή …), επιφάνειας 48 τ.μ, προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει ως γραφείο και κέντρο Ρ/Τ (..........). Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε εξαετής, ήτοι από 15-8-2004 έως 14-8-2010, το δε μηνιαίο μίσθωμα, προκαταβαλλόμενο την πρώτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, συμφωνήθηκε από 15-8-2004 έως 14-5-2005 σε 765 ευρώ, από 15-5-2005 ως 14-5-2006 σε 803 ευρώ, από 15-5-2006 έως 14-5- 2007 σε 843 ευρώ, από 15-5- 2007 έως 14-5-2008 σε 886 ευρώ, από 15-5-2008 έως 14-5-2009 σε 930 ευρώ, από 15-5-2009 έως 14-5-2010 σε 976 ευρώ και από 15-5-2010 έως 14-8-2010 σε 1025 ευρώ. Στο συμφωνητικό αυτό συμβλήθηκε για λογαριασμό του μισθωτή Συνεταιρισμού ο τότε Πρόεδρος και εκπρόσωπος αυτού δεύτερος εναγόμενος Α. Τ.. Με τον 26° όρο του συμφωνητικού αυτού συμφωνήθηκε ότι ο εκάστοτε Πρόεδρος του συνεταιρισμού αναλαμβάνει και ατομικά ως φυσικό πρόσωπο ο ίδιος τις εκ του συμφωνητικού αυτού υποχρεώσεις του μισθωτή "ως τριτεγγυητής ευθυνόμενος εις ολόκληρο ως πρωτοφειλέτης, παραιτούμενος του δικαιώματος της διζήσεως" και ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ως τότε Πρόεδρος του εναγομένου Συνεταιρισμού, αναλαμβάνει ατομικά ως φυσικό πρόσωπο τις εκ του συμφωνητικού αυτού υποχρεώσεις του μισθωτή "ως τριτεγγυητής, ευθυνόμενος εις ολόκληρο ως πρωτοφειλέτης, παραιτούμενος του δικαιώματος της διζήσεως", ο οποίος περαιτέρω "αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενημερώνει τον εκμισθωτή για την εκάστοτε αλλαγή Προέδρου και τα στοιχεία (όνομα, διεύθυνση κλπ) του νέου Προέδρου, άλλως θα ευθύνεται ο ίδιος". Με το συμφωνητικό αυτό ορίζεται, επίσης (11ος όρος) ότι "ο μισθωτής εξέτασε το μίσθιο με πολλή προσοχή και βρήκε αυτό της τέλειας αρεσκείας του και απόλυτα κατάλληλο για τη χρήση για την οποία το προορίζει. Ο εκμισθωτής παρέδωσε το μίσθιο στον μισθωτή και αυτός το παρέλαβε σε άριστη κατάσταση και δεν έχει καμία ευθύνη, για τυχόν ελαττώματα κεκρυμένα ή μη και για τυχόν επισκευές του μισθίου, έστω και αναγκαίες ή προερχόμενες εξ ανωτέρας βίας, όλες δε αυτές οι επισκευές καθώς και οι τυχόν ζημιές από ελαττώματα του μισθίου θα βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο τον μισθωτή, ο οποίος υποχρεούται σε άμεση αποκατάσταση". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τον Φεβρουάριο του 2008 άρχισε να εμφανίζεται έντονη υγρασία στο ταβάνι του μισθίου και ειδικότερα στο χώρο του γραφείου, καθώς και στο χώρο του τηλεφωνικού κέντρου, από την οποία την 27-11-2008 προκλήθηκε βλάβη στη λειτουργία του διανομέα δικτύου, (swich) του μισθωτή, με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας του. Διαπιστώθηκε δε στη συνέχεια ότι η συσκευή αυτή, η οποία ήταν τοθετημένη στο ταβάνι, είχε καταστεί άχρηστη εξαιτίας της υγρασίας αυτής. Επίσης, την 5-1-2009 διαπιστώθηκαν εκτεταμένα βραχυκυκλώματα στο τροφοδοτικό σύστημα στις θέσεις εργασίας (τερματικό) του μισθωτή, με αποτέλεσμα τη διακοπή στη λειτουργία ενός υπολογιστή αυτού (τερματικού), τα οποία (βραχυκυκλώματα) οφείλονταν σε υγρασία που υπήρχε και στο ταβάνι του χώρου αυτού του μισθίου (βλ. την από 15-1-2009 βεβαίωση της εταιρείας ".... .... .. ..."). Την 4-2-2009, κατόπιν αυτοψίας από αρμόδιο τεχνικό υπάλληλο της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, διαπιστώθηκε αποτύπωμα υγρασίας, λόγω στάγδην υδάτων, σε πλάκα ορυκτών ινών της ψευδοροφής στο χώρο των γραφείων, αλλά και στον χώρο του τηλεφωνικού κέντρου του μισθωτή, προερχόμενης της υγρασίας αυτής από διαρροή υδάτων του υπερκείμενου διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας Δ. Μ. (βλ. την υπ`αριθμ. εσωτ. πρωτ. 6/37828 έκθεση αυτοψίας της άνω Υπηρεσίας). Για τα προβλήματα αυτά υγρασίας στο μίσθιο ο εναγόμενος μισθωτής επανειλημμένως απευθύνθηκε στους εκμισθωτές, για να τα αποκαταστήσουν, πλην όμως οι τελευταίοι αρνήθηκαν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια, ισχυριζόμενοι ότι υπεύθυνος γι` αυτά είναι ο ιδιοκτήτης του ως άνω διαμερίσματος, καθώς και ο ίδιος ο μισθωτής, σύμφωνα με τη μισθωτική σύμβαση. Κατόπιν αυτού ο εναγόμενος Συνεταιρισμός με την από 13-3-2009 εξώδικη καταγγελία του, απευθυνόμενος προς τον πρώτο εκ των εναγόντων Κ. Μ., η οποία επιδόθηκε σ`αυτόν την 24- 3-2008 (βλ. την υπ` αριθμ. .../24-3-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …), κατήγγειλε τη μισθωτική σύμβαση λόγω των ως άνω προβλημάτων υγρασίας στο μίσθιο και της αρνήσεως των εκμισθωτών να προβούν στην αποκατάστασή τους. Την καταγγελία δε αυτή απηύθυνε μόνο στον προαναφερόμενο εκμισθωτή, ενόψει του ότι, όπως του είχε γνωστοποιηθεί από τον ίδιο (εκμισθωτή), είχε περιέλθει εν τω μεταξύ σ` αυτόν η κυριότητα ολοκλήρου του μισθίου, με το νομίμως μεταγραφέν υπ` αριθμ. .../29-10- 2008 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών ......... και του είχε ζητηθεί να καταβάλλει εφεξής τα μισθώματα μόνο στον ίδιο. Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, η εμφανισθείσα στο μίσθιο κατά τα ανωτέρω, υγρασία συνιστά πραγματικό ελάττωμα, στην άρση του οποίου ήταν υποχρεωμένοι σι εκμισθωτές, η άρνησή τους δε να συμπράξουν, απαιτώντας, ως συνιδιοκτήτες, από τον προαναφερόμενο συνιδιοκτήτη τους, ιδιοκτήτη του ως άνω διαμερίσματος από το οποίο προήλθε η διαρροή των υδάτων, να αποκαταστήσει τη βλάβη, παρείχε το δικαίωμα στο μισθωτή, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, να καταγγείλει τη μισθωτική σύμβαση.


Συνεπώς η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη, δεδομένου ότι υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά ο μισθωτής Συνεταιρισμός δεν είχε συμφέρον να τάξει στους εκμισθωτές εύλογη προθεσμία και επέφερε τη λύση της μισθωτικής σύμβασης την 24-4-2009, ως εκ τούτου δε οι εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση καταβολής των επίδικων μισθωμάτων, όπως βασίμως υποστηρίζουν κατ` ένσταση οι τελευταίοι. Ο ισχυρισμός των εναγόντων, τον οποίο προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με την έφεσή τους περί απαλλαγής τους από την ευθύνη για το ελάττωμα αυτό (αντένσταση), τον οποίο επιχειρούν να επιστηρίξουν στον προαναφερόμενο 11ο όρο του μισθωτηρίου, καθώς και στον 23ο όρο αυτού, κατά τον οποίο "ο μισθωτής παραιτείται ρητώς των εκ του άρθρου 575 Α.Κ δικαιωμάτων του και συμφωνείται ότι αναλαμβάνει να είναι υπόχρεος και υπεύθυνος αυτός και μόνο όπως καθ` όλη τη διάρκεια της μίσθωσης με δικά τον έξοδα, ενεργεί όλες τις επισκευές του μισθίου και αποκαθιστά όλα τα ελαττώματα αυτού (πραγματικά ή μη), έτσι ώστε τούτο να είναι και να διατηρείται κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση καθ` όλη την διάρκεια της μίσθωσης", είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον οι εν λόγω όροι αφορούν ελαττώματα προερχόμενα από το ίδιο το μίσθιο, ενώ εν προκειμένω το συγκεκριμένο ελάττωμα προέρχεται από την ιδιοκτησία τρίτου. Επομένως, η αγωγή, στην άσκηση της οποίας νομιμοποιούνται όλοι οι ενάγοντες, αφού αυτοί εκμίσθωσαν το μίσθιο κατάστημα, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε εγκυρότητα της ως άνω καταγγελίας της μίσθωσης και εντεύθεν λύσή της μισθωτικής σύμβασης την 24-4-2008, απορρίπτοντας ακολούθως την αγωγή, έστω και με διαφορετική αιτιολογία (δεχόμενο ότι συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία), η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε κατ` αποτέλεσμα, αβασίμως δε υποστηρίζονται τα αντίθετα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης. Περαιτέρω, ως προς την ανταγωγή, ενόψει του ότι σ` αυτήν δεν εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η εγγύηση, αυτή είναι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σχετικώς στη μείζονα σκέψη, αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, όπως βασίμως υποστηρίζεται με το σχετικό λόγο της έφεσης".


Και υπό τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε τους λόγους της έφεσης που έπλητταν την απορριπτική της αγωγής διάταξη της πρωτόδικης, δέχθηκε κατ` ουσίαν το λόγο της έφεσης, που έπληττε το σχετικό με την ανταγωγή κεφάλαιο της εν λόγω πρωτόδικης, την εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό, ως προς το οποίο κράτησε την υπόθεση, και απέρριψε την ανταγωγή. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ. 2166/2009). Δεν ιδρύεται επίσης ο ως άνω λόγος όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (Α.Π. 45/2006 ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 585 ΑΚ, οι οποίες, κατά το άρθρο 29 του ν. 813/1978, εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι, αν, κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα ή έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εκτός από αυτά των άρθρων 575 και 576 Α.Κ., να καταγγείλει τη σύμβαση υπό τους όρους του άρθρου 585 ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης της συμφωνηθείσας ιδιότητας αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα της καταγγελίας κατά το ανωτέρω άρθρο 585 ΑΚ παρέχεται για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρέωσης του εκμισθωτή, του να παραδώσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα πραγματικά ελαττώματα καθώς και η έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα. Για την καταγγελία αυτή η οποία προϋποθέτει αφαίρεση παρακωλυτική χρήσεως του μισθίου πρέπει προηγουμένως να ταχθεί εύλογη προθεσμία στον εκμισθωτή για την αποκατάσταση της χρήσης και αυτή να περάσει άπρακτη, εκτός αν ο μισθωτής εξαιτίας του λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης, ή αν από την όλη στάση του εκμισθωτή προκύπτει ότι η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη. Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 586 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο μισθωτής δεν δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση για πραγματικά ή νομικά ελαττώματα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας σε όσες περιπτώσεις δεν ευθύνεται γι` αυτά ο εκμισθωτής" εφαρμόζεται σε όσες περιπτώσεις δεν ευθύνεται ο εκμισθωτής για τις ελλείψεις, δηλαδή στις, περιπτώσεις των άρθρων 579-582 (γνώση ή από βαρειά αμέλεια, άγνοια του μισθωτή του ελαττώματος ή της συνομολογηθείσης ιδιότητας, ανεπιφύλακτη παραλαβή εκ μέρους του μισθωτού του μισθίου εν γνώσει του ελαττώματος, ρήτρα περί μη ευθύνης), ή όταν υπάρχει υπαιτιότητα του μισθωτή στην εμφάνιση του ελαττώματος. Αν δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι λόγοι της καταγγελίας, αυτή είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 174, 180 ΑΚ) και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα.


Συνεπώς, δεν επέρχεται λύση της μίσθωσης και ο μισθωτής οφείλει μίσθωμα, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιεί το μίσθιο ή όχι. (Α.Π. 1516/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τον 2ο λόγο έφεσης ισχυρισμό περί συνομολογήσεως ρήτρας περί μη ευθύνης των εκμισθωτών για πραγματικά ή νομικά ελαττώματα του μισθίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, όλοι οι σχετικοί με την έλλειψη ευθύνης των εκμισθωτών ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν. Ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν, εφαρμόζοντας διατάξεις (άρθρα 585 και 587 Α.Κ.), που δεν επικαλέσθηκαν οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος, όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα εκτεθέντα περιστατικά. Ομοια αρνητικά αξιολογείται ο έκτος λόγος αναίρεσης(κατά την πρώτη αιτίαση αυτού), με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη, ως πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγόντων, ότι δεν τους έχει αποδοθεί το μίσθιο. Πρόκειται περί αλυσιτελούς ισχυρισμού, εφόσον μετά την έγκυρη, κατά τις ανεπιτυχώς πληττόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καταγγελία της μισθώσεως και την εντεύθεν λύση αυτής δεν οφείλεται η φερόμενη προς διάγνωση αξίωση των αναιρεσειόντων από μισθώματα, αλλά εκείνη της αποζημιώσεως χρήσεως του μισθίου κατά την έννοια και την προϋπόθεση του άρθρου 601 ΑΚ, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ανοιγείσης δια της αγωγής των αναιρεσειόντων δίκης.


Επειδή, ναι μεν η δικαστική ομολογία, που κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι δε εκείνη που γίνεται από τον ίδιο διάδικο προφορικώς ή εγγράφως σε κάθε στάση της δίκης, με τα διαλαμβανόμενα έγγραφα ή και με τις προτάσεις, ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ή εντεταλμένου δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, όμως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει αυτήν υπόψη, για να ιδρύσει τον από το αρθ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής, από τον ωφελούμενο διάδικο, ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο (Α.Π. 1139/2009). Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του πρώτου των εναγομένων, που έγινε με την ανταγωγή, η οποία περιέχεται στις προτάσεις που κατέθεσε στον πρώτο βαθμό, και με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας του εναγομένου από τους ενάγοντες ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Πέραν τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, δοθέντος ότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει σαφώς ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ομολόγησε επιβλαβές γι` αυτόν γεγονός. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 640/2011 ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., ειδικότερα δε ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 9-8-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης (11ο και 23ο όρους), όσον αφορά στις επισκευές στο μίσθιο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα Πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013). Εξάλλου, η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης, η οποία είναι αμφοτεροβαρής σύμβαση, είναι επιτρεπτή με το συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους (ΑΚ 361, σε συνδ. με 455 επ., 471 επ.), και με συναίνεση του μισθωτή (ως προς την αναδοχή), ώστε με την πρώτη (εκχώρηση) μεταβιβάζεται η σχέση ενεργητικά (δικαιώματα) και με τη δεύτερη (αναδοχή) παθητικά (υποχρεώσεις), οπότε εκείνος που μεταβιβάζει τη μισθωτική σχέση αποκόβεται από τον ενοχικό δεσμό και στη θέση του υπεισέρχεται εκείνος που αποκτά, δηλαδή επέρχεται ειδική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Η παραπάνω μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης μπορεί να πραγματοποιηθεί με κοινή σύμβαση όλων των συμβαλλομένων στη μίσθωση μερών και του τρίτου, ή με σύμβαση του ενός από τους συμβαλλόμενους σ` αυτήν και του τρίτου, εφόσον συναινέσει και ο άλλος συμβαλλόμενος (εκμισθωτής ή μισθωτής). Η συναίνεση του μισθωτή ή του εκμισθωτή, ανάλογα, μπορεί να γίνει και προκαταβολικά, αν υπάρχει δηλαδή, σχετική πρόβλεψη στην ίδια τη μισθωτική σύμβαση. Η ανακοίνωση της μεταβίβασης αποτελεί συγχρόνως και πρόταση των συμβαλλομένων σ` αυτήν (μεταβιβαστική σύμβαση) προς το συμβαλλόμενο στη μίσθωση μέρος, που δεν συναίνεσε, η οποία, αν γίνει αποδεκτή από αυτό, ολοκληρώνεται η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης. Τα αποτελέσματα της εκ των υστέρων συναίνεσης επέρχονται αναδρομικά (άρ. 238 ΑΚ). Κατά τα λοιπά, ιδιαίτερη αναγγελία της μεταβίβασης (άρ. 460 ΑΚ) δεν χρειάζεται, αφού η συναίνεση έχει δοθεί συγχρόνως ή διαδοχικώς. Η συναίνεση δεν αποκλείεται να είναι και σιωπηρή, όπως όταν, μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας μεταβίβασης, ο μισθωτής καταβάλλει τα μισθώματα στον διάδοχο του αρχικού εκμισθωτή, ή, αναλόγως, ο εκμισθωτής τα εισπράττει από τον διάδοχο του μισθωτή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με το να δεχθεί τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά και να κρίνει απορριπτέα την αγωγή, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, δεχόμενο το ως άνω Δικαστήριο, ότι οι προδιαληφθέντες όροι (11ος και 23ος) του μισθωτηρίου περί απαλλαγής των εκμισθωτών από την ευθύνη για πραγματικά και νομικά ελαττώματα του μισθίου, την αποκατάσταση των οποίων ανέλαβε ο μισθωτής, αναφέρονταν σε ελαττώματα προερχόμενα από το ίδιο το μίσθιο και όχι από ιδιοκτησίες τρίτου, στις οποίες, άλλωστε, δεν είχε την δυνατότητα να επέμβει, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 586, 587, 585, 576 Α.Κ., ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή αυτών. Περαιτέρω, με το να δεχθεί ότι η καταγγελία που απηύθυνε ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός στον πρώτο των αναιρεσειόντων ήταν έγκυρη δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 455 επ. Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 574 Α.Κ. Και τούτο διότι με την μεταβίβαση των μεριδίων των λοιπών εκμισθωτών στον πρώτο αναιρεσείοντα την αναγγελία αυτής από τον εκμισθωτή και τη σιωπηρή συναίνεση του μισθωτή (με την καταβολή σ` αυτόν του μισθώματος) επήλθε μεταβίβαση της όλης μισθωτικής σχέσης. Τέλος, δεν είναι αντιφατικές οι παραδοχές, α) ότι οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες ήταν αρχικά εκμισθωτές, νομιμοποιούμενοι, κατ` αρχήν, να ασκήσουν τα εκ της μίσθωσης δικαιώματα, και β) ότι, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις από 29-10-2008 μεταβιβάσθηκε η μισθωτική σχέση με μεταβίβαση των μεριδίων των 2ου, 3ου και 4ου των αναιρεσειόντων στον 1ο τούτων, ο οποίος, έκτοτε, ανακοίνωσε στον μισθωτή ότι σ` αυτόν μόνο θα καταβάλλει εφεξής τα μισθώματα, και ότι, συνεπώς, νομίμως ο μισθωτής απηύθυνε μόνο σ` αυτόν την καταγγελία της μίσθωσης. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο, τέταρτο και έκτο (κατά την β` αιτίαση αυτού) λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της 320/22-3-2012 αίτησης για αναίρεση της υπ` αρ. 4648/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 2ο, 3ο και 4ο των αναιρεσειόντων.


Απορρίπτει την ως άνω αίτηση, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.


Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.


Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2013.


Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Ρ.Κ.