Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

Τριμ. Διοικ. Πρωτ. Αθηνών 15852/1990 | Ασφαλιστικές εισφορές. Δεν επιστρέφονται στους ασφαλισμένους, ακόμη κι όταν είναι βέβαιο το μη εφικτό της χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν υπάρχει ρητή πρόβλεψη. Δεν αναζητούνται ούτε βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Τριμ. Διοικ. Πρωτ. Αθηνών 15852/1990
 Πρόεδρος: ΑΠ. ΜΠΕΙΚΟΣ - ΚΑΡΑΒΑΝΑΣ Εισηγητής: ΑΘΑΝ. ΠΡΕΖΑΣ
Δικηγόροι: Σπ. Παναγιωτόπουλος, Ανδρ. Κουτσολάμπρος 

Ο προσφεύγων, με την προσφυγή του, ζητά παραδεκτώς να ακυρωθεί, ή να μεταρρυθμιστεί η απόφαση (πρακτικό) του Δ.Σ. του Ταμείου Ασφαλ. Συμβολαιογράφων (Τ.Α.Σ.) της 19-10-1989 (αριθμ. συν. 28), με την οποία απορρίφτηκε η σχετική ένστασή του κατά της 2790/1986 όμοιας του Διευθυντή του Ταμείου αυτού, για την αναπροσαρμογή, βάσει του συνολικού χρόνου ασφάλισης του στο τελευταίο, του μηνιαίου μερίσματος και του εφάπαξ βοηθήματος που του είχε χορηγηθεί, ή επικουρικώς, την επιστροφή μέρους των ασφαλιστικών του εισφορών που, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε καταβάλλει χωρίς να οφείλει. 
Ο Οργανισμός του Ταμείου Ασφάλ. Συμβολαιογράφων, που εγκρίθηκε με την 4215/1952 (Φ.Ε.Κ. Β 132) κοινή απόφαση των Υπ. Δικαιοσύνης και Οικονομικών (η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του α.ν. 879/1937, για την ίδρυση Ταμείου Προνοίας των μελών του Συμβ/κού Συλλόγου Εφετείου Αθήνας και του άρθρου 28 του α.ν. 1621/1939 που αφορά το Ταμείο Συντ. Νομικών), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει: στο άρθρο 13 (παρ. 2, εδαφ. δεύτερο) ότι για τους ασφαλισμένους που έχουν χρόνο ασφάλισης μεγαλύτερο από τριάντα έτη το ποσό του χορηγούμενου μηνιαίου μερίσματος προσαυξάνεται κατά ένα εξηκοστό (1/ 60) για κάθε έτος πέρα από τα τριάντα και μέχρι δέκα χρόνια, ενώ, για το άρθρο 14 (παρ. 1, εδαφ. δεύτερο και τρίτο) ότι για κάθε έτος ασφάλισης πάνω από τα τριάντα και μέχρι σαράντα το εφάπαξ βοήθημα που απονέμεται προσαυξάνεται κατά ένα εξηκοστό (1/60), αλλά για τα χρόνια ασφάλισης, πέρα από τα σαράντα, δε δίδεται καμία προσαύξηση. Εξάλλου, ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση που δρα κανονιστικά κατ` εξουσιοδότηση νόμου, δεν κωλύονται, από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρ. 4, παρ. 1, Συντ.) να μεταβάλλουν το σύστημα συνταξιοδότησης ορισμένων κατηγοριών ασφαλισμένων, ιδίως, δε, το ύψος των ασφαλιστικών παροχών - ακόμα και με μείωση τους για τον εφεξής χρόνο (η οποία μπορεί να γίνει με προοδευτική κλίμακα σε βάρος των υψηλότερων παροχών) ή με θέσπιση ανώτατου ορίου των παροχών που χορηγούνται - έτσι, ώστε, να προκύπτει μεγαλύτερη, κατ` αναλογία προς τη σύνταξη που θα χορηγηθεί, οικονομική επιβάρυνση για εκείνους τους ασφαλισμένους που κατέβαλαν περισσότερες εισφορές (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1631, 1635/1989, 505/1988, 797/1977 κ.α.). 

Με βάση τα παραπάνω οι μνημονευόμενες διατάξεις (άρθρ. 13 και 14) του Οργανισμού του διάδικου Ταμείου, με τις οποίες, όπως προεκτέθηκε, προβλέπεται πως για τα έτη ασφάλισης πέρα από τα σαράντα δε γίνεται καμιά προσαύξηση των παροχών (μηνιαίου μερίσματος - εφάπαξ βοηθήματος) που χορηγούνται από αυτό, δηλαδή, θεσπίζεται ανώτατο όριο των παροχών τούτων σε σχέση με τα έτη ασφάλισης (πράγμα που, εν πάση περιπτώσει, συμβάλλει στη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας του Ταμείου προς επίτευξη του σκοπού του, καθώς και στην αποχώρηση των συμβολαιογράφων με πολυετή υπηρεσία από το λειτούργημά τους και τη δημιουργία θέσεων εργασίας για τους νέους νομικούς) δεν προσκρούουν στη συνταγματική αρχή της ισότητας που αναφέρθηκε. Τέλος, κατά γενική αρχή του ασφαλιστικού δικαίου, οι εισφορές των ασφαλισμένων που καλύπτουν, νόμιμα, χρόνο υποχρεωτικής ασφάλισης, μια και αποτελούν πόρους των ασφαλιστικών οργανισμών με τους οποίους σχηματίζεται το ασφαλιστικό κεφάλαιο, δεν επιστρέφονται σ` αυτούς που τις κατέβαλαν, ακόμη και όταν υπάρχει, από τα πράγματα, η βεβαιότητα ότι δεν είναι εφικτή η χορήγηση ασφαλιστικών παροχών, λόγω μη συνδρομής των αναγκαίων προύποθέσεων από μέρους τους, εκτός αν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για τέτοια επιστροφή, οπότε το επιστρεφόμενο ποσό θεωρείται κι αυτό ασφαλιστική παροχή (Σ.τ.Ε. 701/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής Στον προσφεύγοντα - που, στις 31-12-1985, αποχώρησε από τη θέση του ως συμβολαιογράφου, έχοντας συμπληρώσει, συνολικά, χρόνο υπηρεσίας και ασφάλισης στο καθού η προσφυγή Ταμείο 45 ετών, 10 μηνών και 14 ημερών - χορηγήθηκε, με τη 2790/59/27-3-1986 απόφαση του Διευθυντή του Ταμείου αυτού, μηνιαίο μέρισμα 18.564 δρχ. και εφάπαξ χρηματικό βοήθημα 1.022.826 δρχ., τα οποία υπολογίστηκαν σε σαράντα χρόνια ασφάλισής του, δηλαδή, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα λοιπά έτη. 
Κατά της απόφασης αυτής του Διευθυντή, ο ενδιαφερόμενος άσκησε, ενώπιον του Δ.Σ. του Ταμείου, την από 3-3-1988 ένσταση με την οποία ζήτησε την αναπροσαρμογή των παροχών, που του είχαν χορηγηθεί, σύμφωνα με το συνολικό χρόνο (46 έτη, περίπου) ασφάλισης του και επικουρικώς (αν δεν ικανοποιούνταν το κύριο αιτημά του) την επιστροφή των ασφαλιστικών του εισφορών που αντιστοιχούσαν γιά το χρόνο πέρα από τα σαράντα έτη ασφάλισης. Αλλά τα αιτήματά του αυτά - μετά την ακύρωση, με την 3318/1989 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, της απο 4-4-1988 (αριθ. συν. 13) απόφασης του Δ.Σ. αυτού, βάσει της οποίας είχε απορριφτεί η πιο πάνω ένσταση, ως απαράδεκτη - απορρίφτηκαν, τελικώς, ως αβάσιμα, με την προσβαλλόμενη όμοια του ιδιου Συμβουλίου. `Ηδη, ο προσφεύγων, με την προσφυγή και το υπόμνημά του, υποστηρίζει πως η κατά τα πιο πάνω, απόρριψη του κύριου αιτήματός του για αναπροσαρμογή των προαναφερόμενων παροχών με βάση το συνολικό χρόνο ασφάλισής του δεν είναι νόμιμη, γιατί οι μνημονευόμενες διατάξεις του Οργανισμού του καθού η προσφυγή Ταμείου, με τις οποίες τίθενται τα παραπάνω ανώτατα όρια ως προς τα έτη ασφάλισης που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των παροχών τούτων, αντίκει- ται στη συνταγματική αρχή της ισότητας που αναφέρθηκε. 
`Ομως, ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με όσα έγιναν παραπάνω ερμηνευτικώς δεκτά, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. Περαιτέρω, το επικουρικό αίτημα του προσφεύγοντος για επιστροφή των εισφορών του που αντιστοιχούν στα έτη ασφάλισής του πέρα από τα σαράντα, ενόψει της γενικής αρχής του ασφαλιστικού δικαίου που προεκτέθηκε, καθώς και του ότι στον οργανισμό του διάδικου Ταμείου δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη για τέτοια επιστροφή κι εφόσον οι εισφορές αυτές καλύπτουν χρόνο που, κατά τον οργανισμό τούτο, έχει διανυθεί στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφάλισης του τελευταίου, είναι απορριπτέο, επίσης, ως νόμω αβάσιμο. `Αλλωστε η επιστροφή των εισφορών αυτών ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθ.904 επ. Α.Κ.) μπορεί να επιδιωχτεί, μια και τα κάθε λογής έσοδα του μνημονευόμενου Ταμείου χρησιμεύουν για το σχηματισμό του ασφαλιστικού του κεφαλαίου (με το οποίο εξυπηρετείται η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων) και όχι για τον πλουτισμό του κατά τις αντιλήψεις του ιδιωτικού δικαίου. Υστερα από όλα αυτά και αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη.