Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

323/2015 ΣτΕ | Η λήψη συντάξεως λόγω εργατικού ατυχήματος από γερμανικό φορέα ασφάλισης δεν αποκλείει την χορήγηση από τον ΟΓΑ συντάξεως λόγω αναπηρίας, ανεξάρτητα από το ύψος της πρώτης σύνταξης.

Αριθμός 323/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Νικ.
Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Δ. Μαρινάκης, Σπ. Μαρκάτης, Σύμβουλοι,
του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Πατησίων 30), ο
Χ. Χαραλαμπίδη, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 1 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση:
κατά του ........................................, κατοίκου ............ Ιωαννίνων, ο οποίος παρέστη με τον
οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Κανελλοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δικηγόρο Παντελή Μήτση (Α.Μ. 8802), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οργανισμός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 196/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων. του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Θ. Ζιάμου. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
την οποία απορρίφθηκε έφεση του ΟΓΑ κατά της 728/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 196/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, με
ασφαλιστικό φορέα δεν αποτελεί κώλυμα για τη χορήγηση σε αυτόν βασικής σύνταξης αναπηρίας,
Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η από 4.5.2006 προσφυγή του αναιρεσίβλητου κατά της από 7.2.2006 αποφάσεως του αρμόδιου για την εκδίκαση ενστάσεων οργάνου του ΟΓΑ και αναγνωρίστηκε ότι η λήψη από το αναιρεσίβλητο σύνταξης από γερμανικό αναπέμφθηκε δε η υπόθεση στον ΟΓΑ για να κρίνει το συνταξιοδοτικό αίτημα.
Κοινότητας (EE L 149), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/1992
2. Επειδή, αρχικώς, με τη διάταξη του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της του Συμβουλίου της 30ης Απριλίου 1992 (EE L 136) και ο οποίος εφαρμόζεται και επί
τους φορείς δύο ή περισσότερων κρατών μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41, του
ασφαλισμένων του ΟΓΑ δυνάμει του Παραρτήματος Ι αυτού, ορίζετο ότι: «1. Ο παρών Κανονισμός δεν δύναται να παρέχει ή να διατηρεί δικαίωμα λήψεως περισσότερων παροχών της ίδιας φύσεως που αφορούν την ίδια περίοδο υποχρεωτικής ασφαλίσεως. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει επί παροχών αναπηρίας, γήρατος, θανάτου (συντάξεις) ή επαγγελματικής ασθένειας που καταβάλλονται από
έδαφος άλλου Κράτους-μέλους. Ο κανών αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της
άρθρου 43 παρ. 2 και 3, των άρθρων 46, 50 και 51 ή του άρθρου 60 παρ. 1. 2. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως παροχών, που προβλέπονται από τη νομοθεσία Κράτους - μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα Κανονισμό, ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν στο
ακόλουθο κείμενο: ‘2. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη
ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσότερων Κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60 παράγραφος 1 περίπτωση β.» Στη συνέχεια, με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/1992 (EE L 146) ορίστηκαν τα ακόλουθα: «Ο Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/1971 τροποποιείται ως εξής: α. Στο άρθρο 12, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το
ορίστηκε ότι: «1. Ως σωρεύσεις παροχών της ίδιας φύσεως νοούνται, κατά την έννοια του
νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα Κανονισμό, ακόμα και αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.’». Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 46α του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/1992, η οποία προστέθηκε στον Κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/1971,
ενός κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως παροχής αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων με
παρόντος κεφαλαίου όλες οι σωρεύσεις παροχών αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων που υπολογίζονται ή χορηγούνται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο. 2. Ως σωρεύσεις παροχών διαφορετικής φύσεως νοούνται κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου: όλες οι σωρεύσεις παροχών που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σωρεύσεις της ίδιας φύσεως κατά την έννοια της παραγράφου 1. 3. Για την εφαρμογή των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία
των παροχών που απορρέουν από τη νομοθεσία των άλλων κρατών μελών ή από τα εισοδήματα
παροχή της ιδίας φύσεως ή διαφορετικής φύσεως ή με άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες: α) … β) … γ) … δ) όταν, δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους, εφαρμόζονται διατάξεις περικοπής, αναστολής ή κατάργησης λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχές της ίδιας ή άλλης φύσεως οι οποίες απορρέουν από τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών ή άλλα εισοδήματα κτηθέντα στο έδαφος άλλων κρατών μελών, η μείωση της παροχής που απορρέει από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους μπορεί να φτάσει μόνο μέχρι του ύψους
που έχουν αποκτηθεί στο έδαφος των άλλων κρατών μελών». Όπως διευκρινίζεται με το άρθρο 8α του εφαρμοστικού Κανονισμού 574/1972 (EE L 74): «Αν, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, μισθωτός ή μη μισθωτός, ή μέλος της οικογένειάς του, δικαιούται παροχών ασθένειας ή παροχών εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικών ασθενειών κατά την ελληνική νομοθεσία και τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, οι παροχές αυτές θα πραγματοποιούνται αποκλειστικά κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία ο ενδιαφερόμενος υπήχθη τελευταία.».
3. Επειδή, όπως συνάγεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ο
Κανονισμός 1408/1971, ο οποίος εφαρμόζεται και σε γεγονότα προ της 1ης Οκτωβρίου 1972,
σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1-4 αυτού (όπως τροποποιήθηκε με
τους Κανονισμούς 631/2004 [L100], 647/2005 [L117], 1992/2006 [L392], 592/2008 [L177]), επέτρεπε, καταρχήν, την εφαρμογή εθνικής διάταξης, απαγορευτικής της σωρευτικής λήψης
λάμβανε παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο ή επαγγελματική ασθένεια, που
παροχών που αφορούσαν τη μία και την αυτή περίοδο ασφάλισης. Κατ’ εξαίρεση, όμως, ο Κανονισμός 1408/1971 παρείχε το δικαίωμα σωρευτικής λήψης παροχών όταν ο ασφαλισμένος καταβάλλονταν από φορείς δύο ή περισσότερων κρατών-μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις των
του τότε Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) επί του Κανονισμού 1408/1971, οι
άρθρων 46, 50 και 51 ή 60 παρ. 1 στχ. β΄ του ίδιου Κανονισμού, στις ίδιες δε περιπτώσεις απαγόρευε την εφαρμογή ρητρών της εθνικής νομοθεσίας (περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως) προβλεπόμενων κατά της σωρευτικής λήψης παροχών. Κατά την πάγια νομολογία
Απόφαση της 6.4.1995, Συλλ. 1995 Ι-00939). Προς αποφυγή τυχόν αδικαιολόγητων σωρεύσεων
παροχές κοινωνικής ασφάλισης θεωρούνταν ότι ήταν της ίδιας φύσεως όταν το αντικείμενο και ο σκοπός τους καθώς και η βάση υπολογισμού και οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους ήταν πανομοιότυπες (βλ. α.ά. C-325/93 Nationale des Mutualits Socialistes κατά Aldo del Grosso, που θα προέκυπταν ιδίως από τη χρονική σύμπτωση περιόδων ασφάλισης και περιόδων
des pensions pour travailleurs salari? κατά Salvatore Ruzzu, Απόφαση της 4.6.1985, Συλλ. 1985
εξομοιούμενων προς αυτές, ο ως άνω Κανονισμός έθετε μόνον, ως ανώτατο όριο, το υψηλότερο (θεωρητικό) ποσό παροχής που θα όφειλε ένα από αυτά τα Κράτη στον εργαζόμενο, αν αυτός είχε ασκήσει εκεί ολόκληρη την επαγγελματική του δραστηριότητα (βλ. Υποθ. 117/84, Office national Ι-01697). Οι ως άνω κανόνες που έθετε ο Κανονισμός 1408/1971 ερμηνεύτηκαν από τη νομολογία
κατά Giorgio Celestre κ.α. και Fonds national de retraite des ouvriers mineurs κατά Jozef Strehl,
του ΔΕΚ ότι αποσκοπούσαν στο να εξασφαλίσουν στο δικαιούχο συντάξεων αναπηρίας από περισσότερα Κράτη μέλη, τη λήψη των ευνοϊκότερων, με βάση το κοινοτικό δίκαιο, παροχών και να εμποδίσουν την εφαρμογή της τυχόν λιγότερο ευνοϊκής για τον ασφαλισμένο εργαζόμενο, εθνικής νομοθεσίας (βλ. Υποθ. 116-121/80, Office national des pensions pour travailleurs salari?s
θάνατο ή επαγγελματική ασθένεια, η σωρευτική λήψη των οποίων επιτρέπεται από το κοινοτικό
Απόφαση της 2.7.1981, Συλλ. 1981 Ι-01737, Υποθ. 128/88 Di Felice κατά Institut national d’ assurances sociales pour travailleurs ind?pendants, Απόφαση της 18.4.1989, Συλλ. 1989 Ι-00923, C-98/94 Christel Schmidt κατά Rijksdienst voor Pensioenen, Απόφαση της 11.8.1995, Συλλ. 1995 Ι-02559). Στη συνέχεια, όμως, εξελίχθηκε η έννοια των παροχών ίδιας φύσεως με αναπηρία, γήρας,
αδικαιολόγητων σωρεύσεων, είναι πλέον επιτρεπτή η εφαρμογή ρητρών μειώσεως, αναστολής ή
δίκαιο: Σύμφωνα με τον Κανονισμό 1248/1992, ως σώρευση παροχών της ίδιας φύσεως θεωρούνται πλέον όλες οι σωρεύσεις παροχών αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων που υπολογίζονται ή καταβάλλονται βάσει των περιόδων ασφάλισης ή και κατοικίας που συμπλήρωσε ένα και το αυτό πρόσωπο, ενώ ως σώρευση παροχών διαφορετικής φύσεως θεωρούνται όλες οι σωρεύσεις παροχών εκτός των σωρεύσεων παροχών της ιδίας φύσεως. Προς αποφυγή δε
00583, C-52&53/99, Office national des pensions κατά Gioconda Camarotto και Giuseppina
καταργήσεως που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, ορίζεται, όμως, ότι σε περίπτωση εφαρμογής των εν λόγω ρητρών βάσει της εθνικής νομοθεσίας, η μείωση της παροχής που απορρέει από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους μπορεί να φτάσει μόνο μέχρι του (πραγματικού) ύψους των παροχών που απορρέουν από τη νομοθεσία των άλλων κρατών μελών (βλ. C-366/96 Cordelle κατά Office national des pensions, Απόφαση της 12.2.1998, Συλλ. 1998 Ι- Vignone, Απόφαση της 22.2.2001, Συλλ. 2001 Ι-01395).
κατά την έννοια του εδαφίου δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρο 4 του ν. 4169/1961, όπως αυτό
4. Επειδή, το άρθρο 1 του π.δ. 334/1988 «Προϋποθέσεις χορήγησης σύνταξης αναπηρίας σε ασφαλισμένους του ΟΓΑ» (ΦΕΚ Α΄154/13.7.1988 και με διόρθωση σφαλμάτων στο ΦΕΚ Α΄162) ορίζει ότι: «Ο ασφαλισμένος του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων έχει δικαίωμα για σύνταξη αναπηρίας από τον Οργανισμό αυτό, εφόσον συντρέχουν οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) … β) … γ) …, δ) δεν συνταξιοδοτείται από τον ΟΓΑ για οποιοδήποτε λόγο ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ισχύει κάθε φορά…». Το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. δ΄ του ν. 4169/1961 «Περί Γεωργικών Κοινωνικών
Ταμείων Αρωγής ή Μετοχικών ή Αλληλοβοήθειας. Ο λαμβάνων εξ ετέρας πηγής σύνταξιν
Ασφαλίσεων» (ΦΕΚ Α΄81), όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1140/1981 (ΦΕΚ Α΄68) ορίζει ότι: «4. 1. Ίνα ο ησφαλισμένος τύχη συντάξεως λόγω γήρατος δέον να πληροί τας ακολούθους προϋποθέσεις: α) …, β) …, γ) … δ) Να μην λαμβάνει σύνταξη εξ οιαδήποτε αιτίας εκ του Ελληνικού ή αλλοδαπού Δημοσίου Ταμείου ή ημεδαπού ή αλλοδαπού φορέως κοινωνικής ασφάλισης, ως συντάξεως νοουμένης και πάσης περιοδικής χρηματικής περιοχής, καταβαλλομένης εις τακτικά χρονικά διαστήματα υπό φορέων επικουρικής ασφαλίσεως, μικροτέραν της υπό του ΟΓΑ χορηγουμένης δικαιούται της μίας συντάξεως, δι’ επιλογής
ασφαλιστικούς φορείς χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χωρών οι οποίες, χωρίς να είναι
ασκουμένης εφ’ άπαξ». Εξάλλου, στο άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1287/1982 (ΦΕΚ Α΄123) ορίζεται ότι: «Ασφαλισμένοι ή συνταξιούχοι του ΟΓΑ, που παράλληλα είναι συνταξιούχοι ασφαλιστικών φορέων χωρών του εξωτερικού και το ύψος της σύνταξής τους ή του περιοδικού βοηθήματος δεν υπερβαίνει το ποσό σύνταξης του ΟΓΑ, δικαιούται κατ’ εξαίρεση τη σύνταξη του Οργανισμού αυτού, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του συνταξιοδοτικού δικαιώματος». Στην τελευταία αυτή παράγραφο προστέθηκε ήδη με το άρθρο 53 παρ. 7 του ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α΄ 272/2006) το εξής εδάφιο: «Τα πρόσωπα που συνταξιοδοτούνται από οποιαδήποτε αιτία από μέλη της, εφαρμόζουν του Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την κοινωνική ασφάλιση,
υποβολής σχετικής αίτησης. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του τελευταίου αυτού νόμου
καθώς επίσης και χωρών οι οποίες, χωρίς να είναι μέλη της, εφαρμόζουν τους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την κοινωνική ασφάλιση, καθώς επίσης και χωρών με τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του συνταξιοδοτικού δικαιώματος με ή χωρίς συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισης που πραγματοποίησαν στους φορείς των χωρών αυτών, δικαιούνται κατ’ εξαίρεση σύνταξη από τον ΟΓΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4169/1961, ανεξάρτητα από το ύψος του ποσού των συντάξεων που λαμβάνουν από τις χώρες αυτές» και ορίστηκε ότι η ανωτέρω διάταξη έχει εφαρμογή και σε περιπτώσεις που έχουν απορριφθεί, οι οποίες και επανεξετάζονται κατόπιν 3518/2006 «Η ισχύουσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 1287/1982 - χωρίς αυτό να
από τον ΟΓΑ και όταν λαμβάνουν σύνταξη γήρατος από τη Γερμανία μεγαλύτερη από τη σύνταξη
ορίζεται ρητά - στην ουσία συμπλήρωσε τη διάταξη του εδαφίου δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4169/1961, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1140/1981… Η ρύθμιση αυτή, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, δημιουργεί αδικίες στα πρόσωπα που αν και συμπληρώνουν τις χρονικές προϋποθέσεις, αυτοτελώς ή με συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισής τους στον αλλοδαπό φορέα, δεν δικαιούνται βασική σύνταξη από τον ΟΓΑ για το λόγο ότι λαμβάνουν από χώρα της ΕΕ … σύνταξη εργατικού ατυχήματος ή σύνταξη άλλης φύσεως από εκείνη που διεκδικούν από τον ΟΓΑ, που υπερβαίνει τη σύνταξη του ΟΓΑ (π.χ. όταν λαμβάνουν σύνταξη χηρείας από τη Γερμανία μεγαλύτερη από τη σύνταξη του ΟΓΑ δεν δικαιούνται σύνταξη γήρατος του ΟΓΑ δεν δικαιούνται σύνταξη χηρείας από τον ΟΓΑ)…». 5. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος γεννήθηκε το
μονάδας Υγείας Ιωαννίνων του ΙΚΑ, στην οποία παραπέμφθηκε για εξέταση, με την 592/2000
έτος 1939 στην Κοινότητα.......Ιωαννίνων. Απουσίασε από τη χώρα και εργάστηκε στη Γερμανία κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.1966 έως 5.5.1972, για το οποίο, αν και ασφαλίστηκε σε γερμανικό φορέα ασφάλισης, του επιστράφηκαν οι εισφορές, μετά από αίτησή του. Την 24.11.1966 υπέστη εργατικό ατύχημα εξαιτίας του οποίου λαμβάνει από το γερμανικό φορέα Nordwestliche Eisen und Stahl-Berufsgenossenschaft σύνταξη τραυματία, λόγω μείωσης της βιοποριστικής του ικανότητας σε ποσοστό 30%. Σύμφωνα με την από 18.12.2000 βεβαίωση του Ανταποκριτή ΟΓΑ της Κοινότητας Κατσικά Ιωαννίνων, ο αναιρεσίβλητος άσκησε το επάγγελμα του αγρότη από το 1961 έως το 1966 και από το 1973 έως το Μάιο του 2000. Με την 86/8.5.2000 αίτηση προς τον ΟΓΑ, ζήτησε να του χορηγηθεί σύνταξη αναπηρίας. Η πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή της απόφασή της, αποφάνθηκε ότι είναι ανάπηρος σε ποσοστό 67% από 8.5.2000 έως 31.5.2003.
αναιρεσίβλητος λαμβάνει από γερμανικό φορέα σύνταξη, η οποία είναι μεγαλύτερη της κατώτερης
Ακολούθως η Προϊσταμένη του Τμήματος Η΄Ε.Ε. - Διεθνών Σχέσεων της Υπηρεσίας Η΄ΔΗΜ. Και Διεθνών Σχέσεων του ΟΓΑ, με την 758-Α/18.2.2002 απόφασή της του χορήγησε πρόσθετη-κύρια σύνταξη αναπηρίας από 1.5.2000 έως 31.5.2003 (η οποία, με την από 16.11.2004 πράξη της ίδιας Προϊσταμένης, επαναχορηγήθηκε από 1.6.2003 και εφ’ όρου ζωής), ενώ με την 26611/27.5.2002 απόφασή της απέρριψε την αίτησή του ως προς τη χορήγηση βασικής σύνταξης αναπηρίας, με την αιτιολογία ότι δεν τη δικαιούται, διότι λαμβάνει σύνταξη εργατικού ατυχήματος από γερμανικό φορέα που υπερβαίνει το ποσό της κατώτερης σύνταξης του ΟΓΑ (στην εν λόγω απόφαση, προφανώς από παραδρομή, αντί σύνταξης αναπηρίας, αναφέρεται «σύνταξη γήρατος»). Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ασκήθηκε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την 86631/7.2.2006 απόφαση του αρμόδιου για την εκδίκαση ενστάσεων οργάνου του ΟΓΑ, με την αιτιολογία ότι ο
σύνταξης από το γερμανικό φορέα δεν αποτελεί κώλυμα για τη χορήγηση σ’ αυτόν βασικής
σύνταξης του ΟΓΑ και δεν είναι της ίδιας φύσεως με αυτή. Κατά της τελευταίας απορριπτικής αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, με τις σκέψεις αφενός ότι, κατά την παραπάνω παράγραφο 7 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006, η λήψη οποιασδήποτε σύνταξης από χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελεί κώλυμα και γι’ αυτούς που ζητούν σύνταξη αναπηρίας σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 334/1988 και, αφετέρου, ότι ο αναιρεσίβλητος λαμβάνει από το γερμανικό φορέα σύνταξη, η οποία αποτελεί παροχή ίδιας φύσεως με τη σύνταξη αναπηρίας του ΟΓΑ, κρίθηκε ότι δεν έχει εφαρμογή ο αντισωρευτικός κανόνας του άρθρου 4 του ν. 4169/1961, αλλά εφαρμογή έχει η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006, ακυρώθηκε η 86631/7.2.2006 απόφαση του αρμόδιου για την εκδίκαση ενστάσεων οργάνου του ΟΓΑ, αναγνωρίστηκε ότι η λήψη από τον αναιρεσίβλητο
νομική ακολουθία, ότι οποιαδήποτε τροποποίηση του κωλύματος αυτού (όπως αυτή που επέφερε
σύνταξης αναπηρίας και αναπέμφθηκε η υπόθεση στον ΟΓΑ για να κρίνει το συνταξιοδοτικό αίτημα του αναιρεσίβλητου. Με την έφεσή του ο ΟΓΑ ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένα έκρινε το Διοικητικό Πρωτοδικείο ότι η συνταξιοδότηση του αναιρεσίβλητου από το γερμανικό φορέα δεν αποτελεί κώλυμα για την λήψη από τον ΟΓΑ βασικής σύνταξης αναπηρίας, διότι η παρ. 7 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις βασικής σύνταξης λόγω γήρατος ή χηρείας και όχι στις περιπτώσεις βασικής σύνταξης αναπηρίας. Το δικάσαν εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο εφέσεως ως αβάσιμο με την αιτιολογία ότι, εφόσον το π.δ. 334/1988 για τη χορήγηση σύνταξης αναπηρίας ορίζει ως κώλυμα το ίδιο κώλυμα που ορίζεται και για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος, δηλαδή, το προβλεπόμενο από το εδ. δ΄ του άρθρου 4 του ν. 4169/1961, είναι επόμενο, κατά λογική και σιωπηρώς ο ν. 1287/1982 με το άρθρο 6 παρ. 2, όπως η παράγραφος αυτή είχε πριν τη
6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η ως άνω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου
συμπλήρωσή της με την παρ. 7 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006) ή εξάλειψή του (όπως η επελθούσα με το παραπάνω εδάφιο που με την παρ. 7 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 προστέθηκε στην παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 1287/1982) είναι εφαρμοστέα και για τη χορήγηση σύνταξης αναπηρίας. Περαιτέρω, κατά την κρίση του Διοικητικού Εφετείου, μολονότι ο νομοθέτης, με την παράγραφο 7 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006, εκφράστηκε στενώς («δικαιούνται κατ’ εξαίρεση σύνταξη … σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4169/1961»), είναι πρόδηλο ότι δεν εννοεί μόνον αυτούς που δικαιούνται βασική σύνταξη γήρατος, κατά τις διατάξεις του ν. 4169/1961, αλλά και αυτούς που δικαιούνται βασική σύνταξη αναπηρίας, κατά τις διατάξεις του π.δ. 334/1988 και του εδαφίου δ΄ του άρθρου 4 του ν. 4169/1961, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει κανένας δικαιολογητικός λόγος για διαφοροποίηση της βούλησής του, αφού από πλευράς συνεπειών και οφειλόμενης ασφαλιστικής προστασίας η αναπηρία δεν υπολείπεται του γήρατος.
εθνικού δικαίου (που αναγνωρίζει άρση του σχετικού κωλύματος μόνο για τη σύνταξη γήρατος,
είναι εσφαλμένη διότι στηρίζεται σε ανεπίτρεπτη αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί χορήγησης σύνταξης γήρατος (άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 4169/1961 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1140/1981) στην περίπτωση χορήγησης σύνταξης αναπηρίας από τον ΟΓΑ, η οποία διέπεται από ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς (π.δ. 334/1988). Και πάντως, η παραπομπή του άρθρου 1 περ. δ΄ του π.δ. 334/1988 στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. δ΄ του ν. 4169/1961 (όπως ισχύει κάθε φορά) και στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1287/1982 (όχι όπως ισχύει κάθε φορά, δηλαδή, όχι όπως η εν λόγω διάταξη ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 53 παρ. 7 του ν. 3518/2006) αφορά σε εννοιολογικές αποσαφηνίσεις των πηγών και φορέων συνταξιοδότησης και όχι στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ΟΓΑ, η λήψη σύνταξης από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να αποτελεί κώλυμα για τη χορήγηση βασικής σύνταξης αναπηρίας από τον ΟΓΑ, τόσο βάσει του
αποκλείει τη λήψη σύνταξης αναπηρίας για το λόγο ότι ο ασφαλισμένος λαμβάνει ήδη σύνταξη ίδιας
όπως προαναφέρθηκε) όσο και βάσει του Κοινοτικού Κανονισμού 1408/1971, ο οποίος δεν επιτρέπει τη σωρευτική λήψη συντάξεων που δεν είναι ίδιας φύσεως με τη σύνταξη αναπηρίας, εν προκειμένω δε, η σύνταξη που λάμβανε ο αναιρεσίβλητος από τη Γερμανία ήταν σύνταξη εργατικού ατυχήματος και όχι αναπηρίας. 7. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η απόρριψη από τον ΟΓΑ του αιτήματος του αναιρεσιβλήτου για τη χορήγηση βασικής σύνταξης εχώρησε με την αιτιολογία ότι, αφενός, η σύνταξη του γερμανικού φορέα ασφάλισης υπερέβαινε την κατώτερη σύνταξη του ΟΓΑ (κατά το εθνικό δίκαιο), αφετέρου δε, η σύνταξη εργατικού ατυχήματος που ο αναιρεσίβλητος λάμβανε από το γερμανικό φορέα ασφάλισης ήταν ίδιας φύσεως με τη σύνταξη αναπηρίας που ο ασφαλισμένος αιτείτο από τον ΟΓΑ. Όμως, όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 3, το κοινοτικό δίκαιο (Κανονισμός 1408/71 όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 1248/92), το οποίο έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εθνικού δικαίου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας που
01851 και ιδίως στις Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Francesco Capotorti της 3ης Μαΐου 1979).
φύσεως με τη σύνταξη αναπηρίας από ασφαλιστικό φορέα άλλου κράτους μέλους, ασχέτως του ύψους της σύνταξης αυτής. Εν προκειμένω δε, οι δύο συντάξεις του αναιρεσίβλητου (εργατικού ατυχήματος από το γερμανικό φορέα Nordwestliche Eisen- und Stahl-Berufsgenossenschaft και αιτούμενη σύνταξη αναπηρίας από τον ΟΓΑ) ήταν της ίδιας φύσεως, ως αφορώσες σε περιόδους ασφάλισης και κατοικίας πραγματοποιηθείσες από ένα και το αυτό πρόσωπο (άρθρο 46α του ισχύοντος κατά το χρόνο υποβολής του συνταξιοδοτικού αιτήματος, Κανονισμού 1248/92, που τροποποίησε κατά τούτο τον Κανονισμό 1408/71) και ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των δύο συντάξεων ως ιδίας φύσεως και βάσει του αρχικού ορισμού του Κανονισμού 1408/1971, λόγω ομοιότητας των κύριων χαρακτηριστικών τους (βλ. το χαρακτηρισμό της εν λόγω σύνταξης ως σύνταξης αναπηρίας στις Υποθ. 173 και 174/78, Alberto Villano κατά Nordwestliche Eisen- und Stahl-Berufsgenossenschaft, Pasquale Barion κατά Tiefbau- Berufsgenossenschaft, Συλλ. 1979 Ι- Επομένως, ορθώς αν και με διαφορετική αιτιολογία αποφάνθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι
ο αναιρεσίβλητος δεν ηδύνατο να στερηθεί την αιτηθείσα σύνταξη αναπηρίας του ΟΓΑ για το λόγο ότι λάμβανε σύνταξη εργατικού ατυχήματος από γερμανικό ασφαλιστικό φορέα, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα ΟΓΑ πρέπει να απορριφθούν. 8. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο αιτών Οργανισμός πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, Α΄ 8). Δ ι ά τ α ύ τ α Απορρίπτει την αίτηση και Απαλλάσσει τον αναιρεσείοντα ΟΓΑ από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σκεπτικό. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2014 και στις 15 Μαΐου 2014 Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος Νικ. Σακελλαρίου Β. Ραφαηλάκη και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 2015. Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας Αν. Γκότσης Β. Κατσιώνη

323/2015 ΣτΕ | Η λήψη συντάξεως λόγω εργατικού ατυχήματος από γερμανικό φορέα ασφάλισης δεν αποκλείει την χορήγηση από τον ΟΓΑ συντάξεως λόγω αναπηρίας, ανεξάρτητα από το ύψος της πρώτης σύνταξης.