Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ | Έξι προτάσεις της Ένωσης για ανάληψη αντίστοιχων νομοθετικών πρωτοβουλιών - Υπόμνημα προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος
Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24
Τηλ 210-6996688 και 210-6980777
FAX: 210-6998848

Αθήνα, 21-4 -2015
                        Αρ. Πρωτ. 55
   

ΠΡΟΣ
ΤO YΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
     Εισαγωγή
       Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών θεωρεί ότι το φαινόμενο της καθυστέρησης της απονομής της Δικαιοσύνης δεν είναι φαινόμενο δικονομικό, αλλά ότι έχει προεχόντως κοινωνικά αίτια. Η βαθειά κοινωνική ανισότητα είναι που αναπαράγει διαρκώς νέες και όλο και πιο σύνθετες διαφορές κατά τρόπο ώστε όσες δικονομικής φύσης μεταρρυθμίσεις και αν γίνουν δεν θα καταστεί δυνατή η επίλυσή του, ούτε θα καταστεί εφικτή η επίκαιρη εκδίκαση των υποθέσεων που άγονται στα δικαστήρια. Ο ρόλος του φορολογικού συστήματος, για παράδειγμα, ως μέσου αναδιανομής πλούτου υπέρ των λίγων και ισχυρών συνεπάγεται διαχρονικά υπερφορολόγηση της πλειοψηφίας του λαού, ενώ αντιθέτως κατατείνει σε αλλεπάλληλες φοροαπαλλαγές για συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων (ιδίως εφοπλιστές, ναυτιλιακές εταιρείες, βιομηχανικές επιχειρήσεις κα), στην ουσία στους πανίσχυρους οικονομικούς ομίλους, στα πλαίσια της λογικής της προσέλκυσης κεφαλαίων και επενδύσεων. Αυτή η αντίφαση (δυσβάσταχτη φορολογία από τη μια για τους εργαζόμενους, συνταξιούχους, αυτοαπασχολούμενους και μικρούς εμποροβιοτέχνες, ακόμη και άνεργους και φοροαπαλλαγές από την άλλη σε πανίσχυρους οικονομικά επιχειρηματικούς ομίλους) σε ό,τι αφορά το επίπεδο του δικονομικού δικαίου γιγαντώνει τη δικαστική ύλη γιατί χιλιάδες φορολογούμενοι, ως εκ του ότι θεωρούν δυσανάλογη τη φορολογική επιβάρυνση που τους αναλογεί, τείνουν να αμφισβητήσουν δικαστικά τη νομιμότητα των σχετικών διοικητικών πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης. Κατ’ αναλογία, στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης, η αναντιστοιχία των παροχών Κοινωνικής Ασφάλισης με τις τεχνολογικές δυνατότητες και την πρόοδο της εποχής (π.χ. στην ιατρική επιστήμη) αλλά και με τις εισφορές που καθ’ όλη τη διάρκεια του επαγγελματικού τους βίου καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι, σε συνδυασμό με τη διάθεση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων για σκοπούς άσχετους με την κοινωνική ασφάλιση (π.χ. χρηματοδότηση των επενδύσεων δια της σχεδόν άτοκης κατάθεσής των αποθεματικών στην Τράπεζα της Ελλάδος) γεννούν τεράστιο αριθμό κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών (διαφορές σχετικά με την παροχή συντάξεων, νοσήλεια κλπ.). Με τα δεδομένα αυτά, καταρχάς, εκτιμάμε ότι το παραπάνω φαινόμενο δεν επιδέχεται λύση στις σημερινές κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι η ανάδειξη της αιτίας του προβλήματος απομυθοποιεί διάφορες αντεπιστημονικές ερμηνείες (π.χ. περί της δήθεν δικομανίας των Ελλήνων), αλλά και προστατεύει τους ίδιους τους δικαστές από την αβάσιμη απόδοση της πρωταρχικής ευθύνης σε αυτούς.  
    Ωστόσο, η Ένωσή μας θεωρεί ότι πλευρές του προβλήματος επιδέχονται άμβλυνση. Η γενναία αύξηση της χρηματοδότησης της υλικοτεχνικής υποδομής των δικαστηρίων, η πλήρης μηχανοργάνωση όλων των δικαστηρίων, η αύξηση των οργανικών θέσεων των δικαστών, η εξασφάλιση σταθερών σχέσεων εργασίας (δημοσίου δικαίου) στο σύνολο του προσωπικού των δικαστικών υπαλλήλων και η ταυτόχρονη πρόσληψη σημαντικού αριθμού δικαστικών υπαλλήλων θα επέφερε σχετική επιτάχυνση της εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων. Στην ίδια κατεύθυνση θα λειτουργούσε και η απόφαση  να ενθαρρύνονται  οι δικαστικές υπηρεσίες του Κράτους και των ν.π.δ.δ. να μην ασκούν ένδικα μέσα σε υποθέσεις πολιτών, ιδίως υπαλλήλων τους, όπου το κύριο νομικό ζήτημα έχει επιλυθεί με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή φυσικά και του Α.Ε.Δ.

      Η Πολιτεία αντιμετώπισε την τάση σώρευσης υποθέσεων δια της δημιουργίας εμποδίων προσβασιμότητας των πολιτών στο Δικαστήριο ή (και) δια της υποτίμησης της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας. Πράγματι, την τελευταία ιδίως πενταετία - εξαετία, αναφορικά με τη διοικητική δικαιοσύνη, με διαδοχικά νομοθετήματα (βλ. ιδίως τους ν. 3659/2008, 3900/2010, 4055/2012, 4093/2012, 4174/2013 κα) θεσπίστηκε σειρά δικονομικών βαρών για τους πολίτες (π.χ. βάρος επίδοσης της φορολογικής προσφυγής επί ποινή απαραδέκτου και μάλιστα σε συντομότατη προθεσμία, υποχρέωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής στις φορολογικές διαφορές κλπ.), αυξήθηκε το κόστος της διοικητικής δίκης (π.χ. υπερ-εικοσαπλασιασμός των παραβόλων, υποχρέωση καταβολής ποσοστού 50% του οφειλόμενου φόρου ως προϋπόθεση άσκησης έφεσης κλπ.), υποτιμήθηκε η δικαστική προστασία στο περιεχόμενό της (π.χ. κατάργηση της αναστολής καθ’ εαυτής στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές, αλλά και στις διαφορές με χρηματικό αντικείμενο, γενίκευση των μονομελών συνθέσεων, περιορισμός της εξουσίας του δικαστηρίου στις φορολογικές υποθέσεις κα.).
      Η Ένωσή μας δεν συμβιβάζεται με την παραπάνω επιλογή της Πολιτείας. Εναντιώνεται ως επί το πλείστον στα παραπάνω νομοθετήματα. Την τελευταία τριετία ανέδειξε μέσα από το δημόσιο διάλογο τα προβλήματα που προκαλούνται από τον περιορισμό της προσβασιμότητας των πολιτών στο διοικητικό δικαστήριο, έκανε προτάσεις βελτίωσης της κατάστασης. Σήμερα, κατόπιν περαιτέρω επεξεργασίας της δικαστικής πείρας από τις συνέπειες της προαναφερόμενης επιλογής της Πολιτείας (ιδίως δυσχέρεια ή και αδυναμία πρόσβασης σημαντικής μερίδας πολιτών, και ιδίως των οικονομικά ασθενέστερων, στο δικαστήριο), εισηγούμαστε μια σειρά από προτάσεις οι οποίες, κατά τη γνώμη μας, θα ενισχύσουν τα δικονομικά δικαιώματα των πολιτών και θα αναβαθμίσουν την παρεχόμενη δικαστική προστασία, αλλά και προτάσεις που μπορούν να συμβάλλουν στην μείωση κατά το δυνατό του μέσου όρου αναμονής εκδίκασης των υποθέσεων.
      Παράλληλα, προτείνουμε ρυθμίσεις θα βελτιώσουν τις συνθήκες απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης αλλά και τις σχέσεις των συλλειτουργών της Δικαιοσύνης μεταξύ τους και αυτών με τους πολίτες.
     Ενόψει αυτών, εισηγούμαστε προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τις ακόλουθες έξι (6) προτάσεις ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας για θέσπιση νέων διατάξεων ή για τροποποίηση ή κατάργηση υφιστάμενων:        

         1η Πρόταση
        Εισήγηση για ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για την διεύρυνση των πολυμελών συνθέσεων στις χρηματικές διαφορές, την κατάργηση του μονομελούς εφετείου και την ορθολογικοποίηση της καθ’ υλην αρμοδιότητας για περιπτώσεις διαφορών ήσσονος σημασίας.
(Τροποποίηση των διατάξεων των άρθρων 6, 201, 210, 212, 218 και 228 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) .
           
    Αιτιολογική έκθεση
        Ως απόρροια αλλεπάλληλων νομοθετικών παρεμβάσεων (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3659/2008, άρθρο 13 του ν. 3900/2010, άρθρο 47 του ν. 3943/2011, άρθρο 47 του ν. 4055/2012) τα διοικητικά πρωτοδικεία τείνουν να καταστούν μονομελή ως επί το πλείστον δικαστήρια. Ειδικότερα, τα τριμελή διοικητικά πρωτοδικεία επιλαμβάνονται πλέον των μη χρηματικών διαφορών, καθώς και των χρηματικών διαφορών με αντικείμενο άνω των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, εξαιρουμένων όμως των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, οι οποίες [πέραν αυτών των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ και οι οποίες έχουν μεταφερθεί στο διοικητικό  εφετείο] εκδικάζονται πάντα από μονομελή σύνθεση. Στην πράξη ήδη το τριμελές πρωτοδικείο επιλαμβάνεται σε πανελλαδική κλίμακα λιγότερο του 1/3 του συνόλου των υποθέσεων με τάση περαιτέρω μείωσης. Είναι προφανής η αναντιστοιχία της δικαστικής πραγματικότητας με το τεκμήριο της αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου που προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, γεγονός που από μόνο του καθιστά αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των δικαστηρίων στις διοικητικές διαφορές ουσίας.
      Η παρούσα πρόταση έχει ως αφετηρία τη θέση ότι κάθε συλλογική επεξεργασία διαφοροποιείται ποιοτικά από την αντίστοιχη ατομική. Ειδικά η συλλογική επεξεργασία των νομικών και πραγματικών ζητημάτων στις διοικητικές διαφορές, πολύ δε περισσότερο σε υποθέσεις με μεγάλο αντικείμενο (και κατά τεκμήριο πλέον πολύπλοκες), επιφέρει αυξημένη παραγωγικότητα εργασίας (μέγιστη ικανότητα επίλυσης δυσχερών προβλημάτων, αξιοποίηση της πείρας των αρχαιότερων μελών της σύνθεσης ή της υψηλής κατάρτισης δικαστών που τυχόν έχουν μετεκπαιδευτεί σε εξειδικευμένα γνωστικά αντικείμενα κλπ.), προάγει το πνεύμα της συνεργασίας μεταξύ των δικαστών και παρέχει αντικειμενικά την ευχέρεια να αναδειχθούν περισσότερες νομικές απόψεις. Η συλλογική αυτή επεξεργασία και η συν-απόφαση δεν επιφέρει θετικές συνέπειες μόνο σε επίπεδο επίλυσης συγκεκριμένης διαφοράς. Συμβάλλει και μακροπρόθεσμα στην ανάπτυξη, μέσω της διαλογικής διαδικασίας, της νομικής σκέψης του κάθε ξεχωριστού δικαστή, βοηθά στον ταχύτερο εμπλουτισμό των νομικών του γνώσεων. Διευρύνει τους νομικούς ορίζοντες του δικαστή και τελικά βελτιώνει την ικανότητά του να εφαρμόζει το νόμο. Συνολικά προωθεί γρηγορότερα την εξέλιξη της νομολογίας.
        Το συμπέρασμα είναι ότι η δικαιοσύνη μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερη σε περίπτωση διεύρυνσης των πολυμελών συνθέσεων. Το επιχείρημα, άλλωστε, περί επιτάχυνσης της διοικητικής δίκης σε περίπτωση διευρυμένης αρμοδιότητας των μονομελών δικαστηρίων έναντι των τριμελών δεν επιβεβαιώνεται. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι για τους λόγους που προεκτέθηκαν, δεν είναι θεμιτή επιτάχυνση σε βάρος της ποιότητας. Στις υποθέσεις μονομελούς σύνθεσης η απόφαση, κατά μέσο όρο, δεν εκδίδεται συντομότερα από ότι στις αντίστοιχες τριμελούς. Ο αριθμός των υποθέσεων που χρεώνεται κατά μήνα ο δικαστής, ανεξάρτητα αν πρόκειται για υποθέσεις τριμελούς ή μονομελούς αρμοδιότητας, συνεπάγεται αντικειμενικά έναν συγκεκριμένης βαρύτητας φόρτο εργασίας που κατατείνει σε έκδοση απόφασης κατά κανόνα μετά πάροδο λίγων μηνών. Για αυτό, άλλωστε, και ο ίδιος ο νομοθέτης δεν θεωρεί σε καμία περίπτωση καθυστερημένη την έκδοση απόφασης εντός εξαμήνου από τη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 91 παρ. 1 περ. ε΄ του ν. 1756/1988). Η όποια εξοικονόμηση χρόνου εξαιτίας της μη μεσολάβησης της διάσκεψης και της διαδικασίας ελέγχου και συνυπογραφής της απόφασης από τον πρόεδρο του δικαστηρίου αποσβένεται από την απώλεια του πλεονεκτήματος της συλλογικής σκέψης. Στην πράξη η γενικευμένη αρμοδιότητα των μονομελών δικαστηρίων μπορεί να λειτουργεί και επιβραδυντικά λόγω των αρνητικών συνεπειών της έλλειψης διάσκεψης.
        Παράλληλα εκτιμάται ότι θα υπάρχουν οφέλη σε περίπτωση μεταφοράς στον πρόεδρο πρωτοδικών της αρμοδιότητας να επιλαμβάνεται όλων των υποθέσεων προσωρινής δικαστικής προστασίας αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου, με δυνατότητα πάντως να ανατίθεται η εκδίκαση των υποθέσεων αυτών στον οριζόμενο από αυτόν δικαστή (ανάλογα με τον αριθμό των σχετικών υποθέσεων και τον εν γένει φόρτο εργασίας των δικαστών). Καταρχάς πρόκειται για αναβάθμιση της συγκεκριμένης δικαστικής προστασίας αφού αυτή θα παρέχεται από δικαστή ανώτερου βαθμού και συνεπώς πλέον έμπειρου. Εξάλλου, ο πρόεδρος του πρωτοδικείου ή του οικείου τμήματος δικάζοντας την αίτηση αναστολής θα καθίσταται γνώστης της υπόθεσης και θα ασκεί το επιτελικό του έργο στο Τμήμα με μεγαλύτερη ευχέρεια. Από την απλή ανταλλαγή νομικών απόψεων με τους δικαστές που δικάζουν τις υποθέσεις μονομελούς αρμοδιότητας, με αφορμή νομικά ζητήματα που προκύπτουν από τις προτεινόμενες για μεταφορά υποθέσεις, μέχρι την οργανωμένη ενδυνάμωση της ομαδικής εργασίας σε επίπεδο οιονεί διάσκεψης νομικών και πραγματικών ζητημάτων,  προσδίδονται αντικειμενικά στις υποθέσεις του μονομελούς πρωτοδικείου ορισμένα από τα πλεονεκτήματα των πολυμελών συνθέσεων, ενώ διασφαλίζεται σχετικά η ενότητα της νομολογίας ενός ορισμένου δικαστηρίου.
        Αντιστρόφως, παρίσταται δικαιολογημένη η μεταφορά στον πρόεδρο πρωτοδικών της αρμοδιότητας εκδίκασης ορισμένων ήσσονος σημασίας υποθέσεων που σήμερα δικάζονται από τριμελή σύνθεση, με δυνατότητα και στην περίπτωση αυτή να ανατίθεται η εκδίκαση των εν λόγω υποθέσεων στον οριζόμενο από αυτόν δικαστή (ανάλογα με τον αριθμό των σχετικών υποθέσεων και τον εν γένει φόρτο εργασίας των δικαστών). Πρόκειται: Α) Για το μέρος των διαφορών της περ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 που αφορά την κύρωση της προσωρινής αφαίρεσης της άδειας καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά [η περ. α΄ της παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου και νόμου ειδικότερα περιλαμβάνει τις διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τη χορήγηση και την ανάκληση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας και την επιβολή κυρώσεων κατά τη λειτουργία καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, περιλαμβανομένων και των διαφορών που προκαλούνται από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί μηχανολογικών εγκαταστάσεων και αποτελούν προϋπόθεση για τη χορήγηση των ανωτέρω αδειών]. Δεν περιλαμβάνονται στην πρόταση οι περιπτώσεις της οριστικής αφαίρεσης της άδειας των εν λόγω καταστημάτων. Οι υποθέσεις αυτές έχουν από τη φύση τους ιδιαίτερη σημασία για τον διοικούμενο και για το λόγο αυτό πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου. Β) Για τις διαφορές της περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983, ήτοι για τις διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τη χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
     Στην πράξη σήμερα το ενδιαφέρον των διαδίκων για τις διαφορές των παραπάνω κατηγοριών (υπαγόμενων στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου), ήσσονος σημασίας σε κάθε περίπτωση, περιορίζεται κατά κανόνα στο στάδιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας. Τούτο διότι, λόγω της φύσης των υποθέσεων αυτών, σε περίπτωση μη χορήγησης αναστολής εκτέλεσης, εκλείπει, κατά το χρόνο εκδίκασης του κυρίου βοηθήματος, εκείνο το ουσιαστικό κίνητρο που θα ωθούσε τον διάδικο να παραστεί στο ακροατήριο και επιδιώξει να λάβει οριστική απόφαση (αν και τυπικά υφίσταται ακόμη έννομο συμφέρον). Η μεταβίβαση, επομένως, της αρμοδιότητας στον πρόεδρο πρωτοδικών (κατ’ αρχήν) θα είχε ως περαιτέρω συνέπεια την αναβάθμιση των υποθέσεων αυτών, γιατί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η εκδίκαση της κύριας υπόθεσης θα προσδιορίζεται σύντομα (αν όχι άμεσα) και οι υποθέσεις αυτές θα εκδικάζονται κατά κανόνα επίκαιρα στην ουσία .
       Με βάση τα παραπάνω και κατά συνεκτίμηση και του ότι εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της ραγδαίας πτώσης των εισοδημάτων για την πλειοψηφία των πολιτών, κάθε οικονομική απαίτηση αποκτά σήμερα μεγαλύτερη αξία, προτείνεται: 1) Η αρμοδιότητα των μονομελών διοικητικών πρωτοδικείων να αφορά τη εκδίκαση σε πρώτο βαθμό των χρηματικών διαφορών, περιλαμβανομένων και των εν γένει φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν ξεπερνά το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Προκρίνεται, ωστόσο, να εξακολουθήσει να υπάγεται στην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου το σύνολο των διαφορών που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (εφόσον τα έσοδα αυτά αναφέρονται σε απαιτήσεις δημοσίου δικαίου). 2) Η αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών πρωτοδικείων να περιλάβει το σύνολο των λοιπών διαφορών σε πρώτο βαθμό. 3) Η αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού εφετείου να καταργηθεί και να καταστεί το τριμελές διοικητικό εφετείο αρμόδιο για την εκδίκαση όλων των εφέσεων (επί αποφάσεων μονομελούς ή τριμελούς σύνθεσης). 4) Η προσωρινή δικαστική προστασία στις υποθέσεις αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου, καθώς και η εκδίκαση των κατηγοριών διαφορών που μνημονεύονται ανωτέρω (ήτοι όσες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την επιβολή της κύρωσης της προσωρινή αφαίρεσης της άδειας καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά και όσες  αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τη χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας) να υπαχθεί στον πρόεδρο του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ή στον οριζόμενο από αυτόν πρωτοδίκη. 5) Για λόγους ισότητας, αλλά και προς το σκοπό της αποτελεσματικότερης απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης (με την έννοια της όσο το δυνατόν ταχύτερης υλοποίησης των παραπάνω στόχων), οι προτεινόμενες αλλαγές πρέπει να καταλάβουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις.
       Ενόψει αυτών προτείνεται να επέλθουν οι ακόλουθες μεταβολές στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας:
    1) Στην παρ. 2 του άρθρου 6: Να τροποποιηθεί η περ. β΄ ώστε να ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου κατά πρώτο βαθμό υπάγεται η εκδίκαση των χρηματικών διαφορών, περιλαμβανομένων των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ. Η διευκρίνιση για τις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές δεν αποτελεί πλεονασμό διότι ενόψει των αλλεπάλληλων νομοθετικών αλλαγών που έχουν λάβει χώρα τα τελευταία έτη είναι πιθανό να προκύψει σχετική αμφιβολία (βλ. εξάλλου την ισχύουσα περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 που δεν ομιλεί για «λοιπές» χρηματικές διαφορές, καθώς και το άρθρο 202 που επιχειρεί σχετική διάκριση χρηματικών από τη μια και φορολογικών και τελωνειακών από την άλλη διαφορών). Να καταργηθεί η περ. γ΄. Η περ. δ΄ να μετονομαστεί σε γ΄. Να προστεθεί νέα περ. (η οποία θα λάβει το γράμμα δ΄) όπου θα ορίζονται τα εξής: «των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της περ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 ειδικά όμως όταν επιβάλλεται η κύρωση της προσωρινής αφαίρεσης άδειας καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, καθώς και αυτών που προκύπτουν από την εφαρμογή της περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 ανήκει στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου ή στον οριζόμενο από αυτόν πρωτοδίκη». Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 να γίνει η αναγκαία προσαρμογή ώστε να μην υπάρχει αναφορά σε περ. γ΄ (παρά μόνο σε περ. β΄)
    2) Στην παρ. 3 του άρθρου 6: Nα τροποποιηθούν αναλόγως το πρώτο και τρίτο εδάφιο ώστε αφενός να μην υφίσταται μνεία σε περ. γ΄ (παρά μόνο σε περ. β΄) και αφετέρου η αναφορά στο εφετείο να αντικατασταθεί από αναφορά στο τριμελές πρωτοδικείο.
  3) Στην παρ. 6 του άρθρου 6: Nα καταργηθεί το δεύτερο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου.
  4) Στο άρθρο 201: Nα αντικατασταθεί το πρώτο εδάφιο ώστε αρμόδιος για την εκδίκαση της αναστολής σε περίπτωση αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου να είναι ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ή ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής.
  5) Στο άρθρο 210: Να αντικατασταθεί το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 ώστε αρμόδιος για την εκδίκαση της αίτησης προσωρινής ρύθμισης κατάστασης σε περίπτωση αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου να είναι ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ή ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής.
  6) Στο άρθρο 212: Να αντικατασταθεί το πρώτο εδάφιο ώστε αρμόδιος για την εκδίκαση της αίτησης προσωρινής επιδίκασης της απαίτησης σε περίπτωση αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου να είναι ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ή ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής.
  7) Στην παρ. 1 του άρθρου 218: Να καταργηθεί το δεύτερο εδάφιο.
  8) Να τροποποιηθεί η παρ. 2 του άρθρου 228 ώστε ο πρόεδρος του διοικητικού πρωτοδικείου ή του οικείου τμήματος ή ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής να επιλαμβάνεται της αίτησης αναστολής κατά πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης.
 9) Να οριστεί ότι όλες οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέσεις.
        Προτεινόμενες διατάξεις:  
α) Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
      1. Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), όπως η εν λόγω παρ. αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και εν συνεχεία η περ. β΄ αντικαταστάθηκε εκ νέου από την παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), αντικαθίστανται ως εξής: «β. των χρηματικών διαφορών, περιλαμβανομένων και των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο.»
        2. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η εν λόγω παρ. αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και εν συνεχεία η περ. γ΄ αντικαταστάθηκε εκ νέου από την παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51),  καταργείται.
     3. Η περ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας μετονομάζεται σε γ΄.
   4. Στην παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται νέα περ. δ΄ ως εξής: «δ. των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της περ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 ειδικά όμως όταν επιβάλλεται η κύρωση της προσωρινής αφαίρεσης της άδειας καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, καθώς και αυτών της περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 1406/1983 ανήκει στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου ή στον οριζόμενο από αυτόν πρωτοδίκη».
      5. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αντικαθίσταται ως εξής: «Αν πρόκειται για φορολογική ή τελωνειακή εν γένει διαφορά, για την εφαρμογή της παραπάνω περίπτωσης β΄ η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου».
      6. Η παρ. 3 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213) και όπως περαιτέρω στο τέλος αυτής προστέθηκε τρίτο εδάφιο με την παρ. 5 άρθρου 47 του ν. 3943/2011(Α΄ 66), αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: «Αν η κατά την περίπτωση β΄ της προηγούμενης παραγράφου, χρηματική διαφορά έχει δημιουργηθεί από τον καταλογισμό ή την οποιασδήποτε άλλης φύσης βεβαίωση, με την ίδια πράξη, διάφορων ποσών κατά του ίδιου  υπόχρεου, η αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση το μεγαλύτερο από τα ποσά αυτά. Το καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη με το μεγαλύτερο ποσό  καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες συναφείς πράξεις. Αν στο πλαίσιο του ίδιου προσωρινού ή οριστικού φορολογικού ελέγχου έχουν καταλογιστεί για το ίδιο οικονομικό έτος ή διαχειριστική περίοδο με την ίδια ή περισσότερες πράξεις, διάφορα ποσά, κατά του ίδιου υπόχρεου, ανεξαρτήτως αν αυτά αφορούν διαφορετικά φορολογικά αντικείμενα, το τριμελές πρωτοδικείο, εφόσον είναι αρμόδιο για κάποια από αυτές, καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες, ανεξαρτήτως ποσού».
        6. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 3900/2010 (Α΄213) καταργείται.
β) Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του άρθρου 201 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
   Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 201 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Αρμόδιο για τη χορήγηση της αναστολής είναι το τριμελές πρωτοδικείο στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής σε περίπτωση κατά την οποία η προσφυγή εκκρεμεί στο μονομελές πρωτοδικείο, εφόσον τα παραπάνω δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης».
γ)  Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του άρθρου 210 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
   Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 210 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Αρμόδιο για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης είναι το τριμελές δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή ή αγωγή ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής σε περίπτωση κατά την οποία η προσφυγή ή αγωγή εκκρεμεί στο μονομελές πρωτοδικείο, εφόσον τα δικαστήρια αυτά είναι αρμόδια για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης».
δ)  Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του άρθρου 212 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
   Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 212 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Αρμόδιο για την προσωρινή επιδίκαση απαίτησης είναι το τριμελές δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής σε περίπτωση κατά την οποία η αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή εκκρεμεί στο μονομελές πρωτοδικείο, εφόσον τα δικαστήρια αυτά είναι αρμόδια για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης».
ε)  Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του άρθρου 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
       Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η παρ. αυτή είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 29 του ν.3659/2008, το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και ακολούθως το άρθρο 47 παρ. 2 του ν. 4055/2012, καταργείται.
στ) Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του άρθρου 228 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
   Η παρ. 2 του άρθρου 228 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου εκδικάζεται από τον πρόεδρο δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ή από τον οριζόμενο από αυτόν δικαστή που εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως».
      ζ) Άρθρο υπό τον τίτλο «Μεταβατική διάταξη»
Οι διατάξεις των προηγούμενων άρθρων καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέσεις.

         2η Πρόταση
        Εισήγηση για ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας προς το σκοπό της ισότιμης δικαστικής αντιμετώπισης των φορολογικών και χρηματικών εν γένει διαφορών με τις λοιπές διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά και της άμβλυνσης ορισμένων δυσχερειών πρόσβασης στο δικαστήριο ειδικά αναφορικά με τις φορολογικές υποθέσεις με αντικείμενο κυρίου φόρου έως 3.000 ευρώ.
(Τροποποίηση των διατάξεων των άρθρων 27, 79, 93, 126, 128, 202 και 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, κατάργηση των διατάξεων των άρθρων 205 Α και 209 Α του ίδιου Κώδικα και κατάργηση του συνολικού νομοθετικού πλαισίου της θέσπισης και της οργάνωσης ενδικοφανούς διαδικασίας στις φορολογικές υποθέσεις – επικουρικά τροποποίησή του).
           
    Αιτιολογική έκθεση
       Ως απόρροια αλλεπάλληλων πρόσφατων νομοθετικών παρεμβάσεων (άρθρα 27 του ν. 3900/2010 και 26 του ν. 4274/2014, άρθρα 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, άρθρο 20 παρ. 1 ν. 3900/2010, άρθρα 63 και 65 ν. 4174/2013, άρθρα 20 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και 65 παρ. 3  του ν. 3994/2011, άρθρα 22 παρ. 2 του ν. 3900/2010 και 47 παρ. 1 και 2 του ν. 4055/2012, άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3900/2010, άρθρα 34, 37 και 38 του ν. 3900/2010) η φορολογική δίκη άλλαξε ριζικά μορφή. Διαφοροποιήθηκαν επί το δυσμενέστερο οι προϋποθέσεις άσκησης της προσφυγής και της έφεσης σε φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές σε σχέση με τις αντίστοιχες προϋποθέσεις που ισχύουν αναφορικά με τις λοιπές διοικητικές διαφορές ουσίας, ενώ μεταβλήθηκαν επί το δυσμενέστερο για το φορολογούμενο οι διατάξεις σχετικά με την εξουσία του Δικαστηρίου στις φορολογικές υποθέσεις. Ειδικότερα, θεσπίστηκε υποχρεωτική διαδικασία ενδικοφανούς προσφυγής κατά οποιασδήποτε πράξης της Φορολογικής Διοίκησης ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης (και ήδη Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών) του Υπουργείου Οικονομικών με ιδιαίτερα δυσμενείς προϋποθέσεις (σχετ. τα άρθρα 63 και 65 του ν. 4174/2013 και οι κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεων της παρ. 9 του άρθρου 63 του νόμου αυτού κανονιστικές πράξεις του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων). Ορίστηκε ότι η προσφυγή κατά πράξης της Φορολογικής Διοίκησης επιδίδεται στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη με ευθύνη του προσφεύγοντος (σε αντίθεση με την προσφυγή κατά πράξεων μη φορολογικής φύσης, αλλά και τα υπόλοιπα κύρια ένδικα βοηθήματα ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων που επιδίδονται στους καθ’ ων με φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου) και μάλιστα επί, ποινή απαραδέκτου και εντός στενής προθεσμίας μόλις είκοσι (20) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας άσκησης έφεσης (άρθρο 27 του ν. 3900/2010 και άρθρο 26 του ν. 4274/2014). Το παράβολο για την άσκηση φορολογικής προσφυγής και έφεσης κατέστη αναλογικό (2% της διαφοράς), ήτοι κατά κανόνα σημαντικά μεγαλύτερο από το πάγιο, ενώ η καταβολή του επιβάλλεται επί ποινή απαραδέκτου να γίνεται σε προγενέστερο σημείο σε σχέση με τις λοιπές διαφορές, δεν εφαρμόζεται δε η ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 139 Α του ΚΔΔ (άρθρα 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010, 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011). Μεταβλήθηκαν στη φορολογική δίκη οι διατάξεις σχετικά με την εξουσία του δικαστηρίου επί το δυσμενέστερο για το φορολογούμενο, καθόσον συρρικνώθηκε δραστικά ο αυτεπάγγελτος έλεγχος των προσβαλλόμενων με προσφυγή πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης, ο οποίος περιορίστηκε μόνο προκειμένου να διακριβωθεί εάν συντρέχει παράβαση δεδικασμένου, ενώ κατέστη ιδιαίτερα δυσχερής ο έλεγχος των τυπικών νομικών πλημμελειών των ως άνω πράξεων αφού επιρρίφθηκαν στους φορολογούμενους τα βάρη επίκλησης και απόδειξης βλάβης που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και άρθρο 65 παρ. 3  του ν. 3994/2011). Προβλέφθηκε ως προϋπόθεση άσκησης έφεσης στις φορολογικές υποθέσεις η καταβολή μέχρι την αρχική δικάσιμο ποσοστού 50% του οφειλόμενου σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση κυρίου φόρου, δασμού κλπ. (άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3900/2010). Καταργήθηκε η δυνατότητα χορήγησης αναστολής καθ’ εαυτής για τις πράξεις της Φορολογικής Διοίκησης (με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία η αίτηση αναστολής είναι προδήλως βάσιμη). Μάλιστα δε η ρύθμιση αυτή επεκτείνεται και στις μη φορολογικές διαφορές με χρηματικό αντικείμενο (άρθρο 34 του ν. 3900/2010). Αντιθέτως, παρασχέθηκε δυνατότητα άμεσης εκτέλεσης πράξης της Φορολογικής Διοίκησης που αναστέλλεται μερικώς ή και στο σύνολό της λόγω άσκησης προσφυγής (άρθρο 37 του ν. 3900/2010). Τέλος, μοναδικός λόγος αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης επί φορολογικών διαφορών κατέστη το προδήλως βάσιμο της έφεσης (άρθρο 38 του ν. 3900/2010).
      Η διαφοροποίηση της διαδικασίας στη φορολογική δίκη σε σχέση με την αντίστοιχη διαδικασία στις λοιπές κατηγορίες διαφορών, κατά τα ανωτέρω, δεν ερείδεται σε κάποιο επιστημονικό κριτήριο (π.χ σχετικά με τη φύση των συγκεκριμένων διαφορών), ούτε άλλωστε προκύπτει ότι έλαβε υπόψη την μακρά πείρα των διοικητικών δικαστηρίων κατά την εκδίκαση των φορολογικών διαφορών. Έγινε εσπευσμένα προφανώς προς το σκοπό δια της εξ’ αντικειμένου αποτροπής άσκησης νέων ενδίκων βοηθημάτων φορολογικής φύσης (προσφυγή, έφεση, αίτηση αναστολής) διευκόλυνσης της άμεσης είσπραξης φόρων, δασμών και τελών εν γένει. Ενόψει του σκοπού αυτού προφανώς περιλήφθηκαν στη νέα ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και οι διαφορές με χρηματικό αντικείμενο γενικώς.
      Το συνολικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε αποδυνάμωσε το δικαίωμα του πολίτη για εύκολη και άμεση πρόσβαση στο φυσικό δικαστή σε σχέση με τις παραπάνω διαφορές. Τονίζεται με έμφαση ότι εξαιτίας της κατάργησης της «αναστολής καθ’ εαυτής» έχει ελαχιστοποιηθεί στην πράξη η σημασία της προσωρινής δικαστικής προστασίας στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, αλλά και στις διαφορές με χρηματικό αντικείμενο, αφού δεν παρέχεται δυνατότητα «απενεργοποίησης» γενικά της προσβαλλόμενης πράξης της Φορολογικής Διοίκησης. Εξάλλου, αναφορικά ειδικά με την ενδικοφανή διαδικασία στις φορολογικές υποθέσεις, η μέχρι τώρα εμπειρία από τη λειτουργία της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων καταδεικνύει ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων η ενδικοφανής προσφυγή συνιστά ένα γραφειοκρατικό ανάχωμα στην άμεση πρόσβαση  στη δικαιοσύνη, χωρίς να επιτυγχάνεται ο διακηρυγμένος στόχος του Υπουργείου Οικονομικών να διευθετούνται οι υποθέσεις σε επίπεδο Φορολογικής Διοίκησης προς το σκοπό της αποσυμφόρησης των διοικητικών δικαστηρίων (χαρακτηριστικό είναι ότι σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% των υποθέσεων υπάρχει τεκμαιρόμενη σιωπηρή άρνηση). Πρέπει να τονιστεί ότι τα ανωτέρω επιτείνονται εξαιτίας της πολυπλοκότητας της διαδικασίας της ενδικοφανούς προσφυγής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της υποχρεωτικής υποβολής τόσο της ίδιας της ενδικοφανούς προσφυγής, όσο και του συνόλου των στοιχείων του φακέλου ηλεκτρονικά (σε οπτικό δίσκο - CD ή USB κλπ.), σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 5 της ΠΟΛ. 1002/31.12.2013 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.
       Το συνολικό νομικό πλαίσιο που διαμορφώνεται αντικειμενικά κατατείνει στην επιτάχυνση της διαδικασίας «συγκεντροποίησης του κεφαλαίου» στο πεδίο της Οικονομίας, διότι οι μικρότερες και κατά τεκμήριο οικονομικά ασθενέστερες επιχειρήσεις και ιδίως οι αυτοαπασχολούμενοι έχουν περιορισμένες δυνατότητες τόσο στο να προσφύγουν δικαστικά κατά των πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης, όσο και στο να αναμείνουν την έκδοση οριστικής απόφασης (σημειώνεται: και χωρίς αναστολή καθ’ εαυτή) και συνεπώς, καλούμενοι συχνά να καταβάλουν σημαντικά ποσά, φθάνουν εύκολα στα πρόθυρα της αδυναμίας συνέχισης της δραστηριότητάς τους.   
      Πέραν των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι οι πολίτες κατά κανόνα απεμπολούν παντελώς το δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν δικαστικά τη νομιμότητα πράξεων ή παραλείψεων της Φορολογικής Διοίκησης που θίγουν έννομα συμφέροντά τους, στις περιπτώσεις εκείνες όπου το αντικείμενο της φορολογικής διαφοράς είναι μικρό, διότι οι δυσχέρειες από την άσκησή του είναι προφανώς δυσανάλογες από το όφελος τυχόν ευδοκίμησης της προσφυγής τους στο διοικητικό δικαστήριο.
     Ενόψει όλων αυτών, παρίσταται αναγκαία η θέσπιση ρυθμίσεων που θα επαναφέρουν ισότιμη αντιμετώπιση των φορολογικών και χρηματικών διαφορών με τις λοιπές διοικητικές διαφορές ουσίας. Παρίσταται αναγκαία ιδίως η κατάργηση της ενδικοφανούς διαδικασίας στη φορολογική δίκη, η άρση της διαφοροποίησης της φορολογικής δίκης από τις λοιπές αναφορικά με δικονομικά βάρη (επίδοσης της πράξης) ή την εξουσία του Δικαστηρίου και η επαναφορά της δυνατότητας «αναστολής καθ’ εαυτής» τόσο στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, όσο και στις διαφορές με χρηματικό αντικείμενο Περαιτέρω, προς άμβλυνση του φαινομένου απεμπόλησης του δικαιώματος προσβολής πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης στις υποθέσεις με ιδιαίτερα μικρό αντικείμενο, που κατά τεκμήριο αφορούν τους οικονομικά ασθενέστερους, είναι αναγκαίο, ειδικά ως προς τις φορολογικές εν γένει υποθέσεις με χρηματικό αντικείμενο (με βάση τον κύριο φόρο) μέχρι του ποσού  των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, να νομοθετηθεί η δυνατότητα  των φορολογουμένων που θα προσβάλλουν τις σχετικές πράξεις ή παραλείψεις, να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται στη συζήτηση της υπόθεσης χωρίς δικαστικούς πληρεξουσίους και να οριστεί για τις περιπτώσεις αυτές τόσο αναφορικά με το κύριο ένδικο βοήθημα, όσο και με αυτό της προσωρινής δικαστικής προστασίας, πάγιο παράβολο τριάντα (30) ευρώ.  
    Προτείνεται να επέλθουν οι ακόλουθες μεταβολές στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας:
  1) Να τροποποιηθεί η περ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 27 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ώστε να περιλάβει και τις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει υποθέσεις με αντικείμενο κυρίου φόρου έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
  2) Να καταργηθεί η παρ. 5 του άρθρου 79, όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3900/2010 και τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, η δε νέα ρύθμιση να εφαρμοστεί και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.
  3) Να καταργηθεί η παρ. 3 του άρθρου 93, όπως προστέθηκε με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010, η δε νέα ρύθμιση να εφαρμοστεί και για τις εκκρεμείς υποθέσεις. Για λόγους ισότητας να χορηγηθεί προθεσμία εξήντα (60) ημερών [ήτοι ίση με αυτή της άσκησης έφεσης] από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα να ασκηθεί εκ νέου έφεση που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής ποσοστού 50% του οφειλόμενου σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση κύριου φόρου, δασμού ή τέλος εν γένει,  και να οριστεί ότι τα αποτελέσματα της έφεσης αυτής θα ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.
  4) Να καταργηθεί το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 126, η δε νέα ρύθμιση να εφαρμοστεί και για τις εκκρεμείς υποθέσεις. Για τους ίδιους ως άνω λόγους να χορηγηθεί προθεσμία τριάντα (30) ημερών [ήτοι ίση με αυτή της άσκησης προσφυγής στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές] από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα να ασκηθεί εκ νέου προσφυγή που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη επίδοσης εντός εικοσαήμερου από τη λήξη της προθεσμίας άσκησης προσφυγής επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου με επιμέλεια του διαδίκου στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της και να οριστεί ότι τα αποτελέσματα της προσφυγής αυτής θα ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.
 5) Να απαλειφθεί από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας η εξαίρεση για τις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές.
 6) Να καταργηθεί η παρ. 2 του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και οι παρ. 3, 4 και 5 να αριθμηθούν σε 2, 3 και 4 αντίστοιχα.
 7) Να καταργηθεί το άρθρο 205 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με το άρθρο 37 του ν. 3900/2010.
 8) Να καταργηθεί το άρθρο 209 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010.
 9)  Να τροποποιηθεί η περ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ώστε να εξαιρούνται οι αιτήσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας που αφορούν φορολογικές και τελωνειακές διαφορές με αντικείμενο κυρίου φόρου μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, για τις οποίες το παράβολο θα ορίζεται σε τριάντα (30) ευρώ.
 10) Στην παρ. 3 του άρθρου 277 να προστεθεί εδάφιο που να θέτει εξαίρεση των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών με αντικείμενο κυρίου φόρου έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, για τις οποίες θα ορίζεται πάγιο παράβολο ύψους τριάντα (30) ευρώ.
  11) Να τροποποιηθεί η παρ. 4 του άρθρου 277 ώστε η σχετική ρύθμιση να μην περιλαμβάνει τις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορών με αντικείμενο κυρίου φόρου έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.  
     Περαιτέρω προτείνεται να καταργηθούν οι διατάξεις των άρθρων 63 και 65 του ν. 4174/2013 που ρυθμίζουν το πλαίσιο της ενδικοφανούς προσφυγής κατά  πράξεων ή παραλείψεων της Φορολογικής Διοίκησης καθώς και όλες οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση της παρ 9 του άρθρου 63 του ανωτέρω νόμου. Για λόγους ισότητας πρέπει να προβλεφθεί μεταβατική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ειδικά ως προς τις υποθέσεις για τις οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της προτεινόμενης διάταξης είτε τρέχει η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, είτε έχει ασκηθεί τέτοια προσφυγή πλην όμως δεν έχει παρέλθει η προθεσμία των 90 ημερών της παρ. 5 του καταργούμενου άρθρου 63 του ν. 4174/2013, η προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου να ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
   Επικουρικά προτείνεται να εξαιρούνται του υποχρεωτικού χαρακτήρα της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 οι υποθέσεις με αντικείμενο κυρίου φόρου έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
   Επισημαίνεται ότι δεν κρίνεται σκόπιμη η κατάργηση των ρυθμίσεων που περιόρισαν την προθεσμία άσκησης της προσφυγής στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει υποθέσεις σε τριάντα (30) ημέρες (άρθρο πέμπτο παρ. Β υποπαρ. 2 α  του ν. 4079/2012, όπως οι σχετικές ρυθμίσεις τροποποιήθηκαν από το άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ υποπαρ. ΙΓ 2 περ. 1 α του ν. 4093/2012), καθώς και αυτών που επέβαλαν την υποχρέωση συνυποβολής σε περίπτωση άσκησης αίτησης αναστολής στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, δήλωση παγκοσμίου εισοδήματος από κάθε πηγή και περιουσιακής κατάστασης στην Ελλάδα (άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και άρθρο πρώτο παρ. 6 α της από 30.4.2012 ΠΝΠ που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4079/2012).
          Προτεινόμενες διατάξεις
α) Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του άρθρου 27 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
   1. Η περ. α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «α) κατά την εκδίκαση χρηματικών διαφορών όταν το αντικείμενό της δεν υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων ενενήντα (590) ευρώ, καθώς και των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών με αντικείμενο κυρίου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ» (όπως το πρώην δραχμικό ποσό αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 3 παρ. 1, 4 και 5 του ν. 2943/2001).
β) Άρθρο υπό τον τίτλο «Κατάργηση της παρ. 5 του άρθρου 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
      Η παράγραφος 5 του άρθρου 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) καταργείται . Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί εκκρεμών υποθέσεων.
γ) Άρθρο υπό τον τίτλο «Κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
      Η παράγραφος 3 του άρθρου 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), καταργείται . Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί εκκρεμών υποθέσεων. Έφεση που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής ποσοστού 50% του οφειλόμενου σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση κύριου φόρου, δασμού ή τέλος εν γένει,  μπορεί να ασκηθεί εκ νέου εντός εξήντα (60) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και τα αποτελέσματά της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.
δ) Άρθρο υπό τον τίτλο «Κατάργηση του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παρ. 1 άρθρου 126 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
      Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 126 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η παρ. αυτή είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 27 του ν. 3900/2010 (Α΄213) εν συνεχεία τροποποιήθηκε από το άρθρο 26 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), καταργούνται. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί εκκρεμών υποθέσεων. Προσφυγή που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη επίδοσης εντός εικοσαήμερου από τη λήξη της προθεσμίας άσκησής της, επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της με επιμέλεια του διαδίκου στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της,  μπορεί να ασκηθεί εκ νέου εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και τα αποτελέσματά της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.
ε) Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
      Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 128, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε  από το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213),  απαλείφεται η φράση «με εξαίρεση τις προσφυγές επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών».
στ) Άρθρο υπό τον τίτλο «Κατάργηση της παρ. 2 του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
      Η παράγραφος 2 του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του ν. 3900/2010 (Α΄213), καταργείται. Οι παρ. 3, 4 και  5 του ίδιου άρθρου αριθμούνται σε 2, 3 και 4 αντίστοιχα.
ζ) Άρθρο υπό τον τίτλο «Κατάργηση του άρθρου 205 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
      Το άρθρο 205 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με το άρθρο 37 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213),  καταργείται .
θ) Άρθρο υπό τον τίτλο «Κατάργηση του άρθρου 209 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
      Το άρθρο 209 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213),  καταργείται .
ι) Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»
   1. Η περ. α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), αντικαθίσταται ως εξής: «α. για την ένσταση κατά τα άρθρα 246 και 269, την αντένσταση κατά το άρθρο 256, τις αιτήσεις παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, και την αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας, την προσφυγή και την ανακοπή κατά το άρθρο 217 σε εκατό ευρώ, με εξαίρεση τις αιτήσεις παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας που αφορούν ειδικά φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές με αντικείμενο κυρίου φόρου έως τρεις χιλιάδες ευρώ, για τις οποίες το παράβολο ορίζεται σε τριάντα ευρώ».
  2. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Εξαιρείται το παράβολο για τις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές με αντικείμενο κυρίου φόρου έως τρεις χιλιάδες ευρώ το οποίο ορίζεται σε τριάντα ευρώ.
 3. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213), αμέσως μετά τη φράση «Τα ένδικα βοηθήματα της παρ. 3» προστίθεται η φράση «με εξαίρεση όσα αφορούν φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές με αντικείμενο κυρίου φόρου έως τρεις χιλιάδες ευρώ».  
ια) Άρθρο υπό τον τίτλο «Κατάργηση των άρθρων 63 και 65 του ν. 4174/2013 καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 9 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013).
   Τα άρθρα 63 και 65 του ν. 4174/2013 (Α΄170) καταργούνται. Ομοίως καταργούνται και οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 9 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί εκκρεμών υποθέσεων. Ενδικοφανείς προσφυγές που εκκρεμούν στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών του Υπουργείου Οικονομικών καταργούνται. Ειδικά ως προς τις υποθέσεις για τις οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος είτε τρέχει η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, είτε έχει ασκηθεί τέτοια προσφυγή πλην όμως δεν έχει παρέλθει η προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών της παρ. 5 του καταργούμενου άρθρου 63 του ν. 4174/2013, η προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Επικουρικά: Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013.
      Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 49 παρ.1 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287) αντικαθίσταται ως εξής: «Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση, ή σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης, με εξαίρεση τις  φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές με αντικείμενο κυρίου φόρου έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης».

       3η Πρόταση
       Εισήγηση για ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για κατάργηση του περιορισμού που έθεσε η παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (όπως προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012) στη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου (μη χορήγηση της άδειας εάν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ο σύζυγος του δικαστικού λειτουργού ανίκανος να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής).
       Αιτιολογική Έκθεση
      Στο άρθρο 21 του Συντάγματος ορίζεται στην μεν παρ. 1 ότι: «1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του  Κράτους»,  στη δε παρ. 5 ότι: «Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους».  
     Εξάλλου, σύμφωνα με την Οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2010 σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας – πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC (ΕΕ L 68της 18.3.2010, σ. 13 έως 20), η οποία ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διευκόλυνση της συμφιλίωσης των γονικών και των επαγγελματικών ευθυνών των εργαζόμενων γονέων (Ρήτρα 1), παρέχεται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας σε εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, έτσι ώστε να μπορούν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας που μπορεί να φτάνει μέχρι τα οκτώ έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη…(Ρήτρα 2 παρ. 1). Η άδεια  πρέπει να είναι αμεταβίβαστη (Ρήτρα 1 παρ. 2). Τα κράτη μέλη, όπως ορίζεται, μπορούν να αποφασίζουν αν η γονική άδεια χορηγείται κατά πλήρη χρόνο, κατά μερικό χρόνο, κατά τρόπο αποσπασματικό ή με τη μορφή χρονικής πίστωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων ή να εξαρτούν το δικαίωμα της γονικής άδειας από περίοδο εργασίας και/ή περίοδο αρχαιότητας που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος (Ρήτρα 3).  
         Με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004 ‘‘Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης  Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις’’ (Α` 144) προστέθηκε η παρ. 21 στον ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α' 35) και ορίστηκε ότι στη μητέρα δικαστική λειτουργό χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ύστερα από αίτησή της, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Ακολούθως, με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012 ‘‘Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής’’ (Α΄ 51) η διάταξη της παρ. 21 του ν. 1756/1988 αντικαταστάθηκε και ειδικότερα, η άδεια ανατροφής παιδιού ορίστηκε πεντάμηνη, ενώ δικαιούχος ορίστηκε εφεξής και ο πατέρας δικαστικός λειτουργός (και όχι μόνον η μητέρα). Στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 1 Α. του ν. 4239/2014 ‘‘Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης. . .’’ (Α' 43) η παρ. 21 του ν. 1756/1988 αντικαταστάθηκε εκ νέου. Ειδικότερα η άδεια ανατροφής παιδιού ορίστηκε και πάλι εννεάμηνη, ενώ προστέθηκαν ρυθμίσεις για τις περιπτώσεις των αδειών σε περίπτωση πολύδυμης κύησης. Παράλληλα με την παρ. 1 Β. του άρθρου 8 του ν. 4239/2014 ορίστηκε ότι: «Στους δικαστικούς λειτουργούς, στους οποίους, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 89 του ν. 4055/2012 (Α` 51), χορηγήθηκε άδεια ανατροφής τέκνου πέντε (5) μηνών, χορηγείται επιπροσθέτως άδεια χρονικής διάρκειας τεσσάρων (4) μηνών, κατόπιν αιτήσεως τους, μέχρι τη συμπλήρωση του τρίτου έτους ηλικίας του τέκνου με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η ημερομηνία έναρξης της οποίας καθορίζεται, το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον Προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων».
          Στο μεταξύ, με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012 είχε προστεθεί στο άρθρο 44 του  ν. 1756/1988 και άλλη παράγραφος (η παρ. 24), σύμφωνα με την οποία: «Αν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής παιδιού,εκτός ανλόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ο σύζυγος του δικαστικού λειτουργού ανίκανος να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο δικαστικός λειτουργός». Η τελευταία αυτή διάταξη παραμένει σε ισχύ και μετά τις αλλαγές που επέφερε ο ν. 4239/2014.
        Τέλος, στην παρ. 2 εδ. β΄ του άρθρου 53 του ν. 3528/2007 ‘‘Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και  Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.’’ (Α΄ 26) ορίζεται ότι: «Ο γονέας υπάλληλος δικαιούται εννέα (9) μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφόσον δεν κάνει χρήση του κατά το προηγούμενο εδάφιο μειωμένου ωραρίου». Περαιτέρω, στην παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου και νόμου οριζόταν ότι: «…Αν η σύζυγος του υπαλλήλου δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο σύζυγος δεν δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 2, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ανίκανη να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο υπάλληλος». Το ανωτέρω αυτό εδάφιο (γ΄) της παρ.3 του άρθρου 53 του ν. 3582/2007, ωστόσο, καταργήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 6 του ν.4210/2013 (ΦΕΚ 254 Α΄/ 21.11.2013).
         Από την παραβολή του συνολικού πλαισίου της ρύθμισης για την εννεάμηνη άδεια ανατροφής παιδιού που χορηγείται στον γονέα δικαστικό λειτουργό (άρθρο 44 παρ. 21 και 24 του ν. 1756/1988) προκύπτει ότι ο γονέας δικαστικός λειτουργός επιτρέπεται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής υπό την προϋπόθεση ότι ο σύζυγος του εργάζεται ή ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα. Συνεπεία τούτου στερείται της άδειας ανατροφής παιδιού ο γονέας δικαστικός λειτουργός του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται για οποιοδήποτε λόγο (άνεργος, συνταξιούχος κλπ.). Με το περιεχόμενο αυτό όμως η διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988, όπως προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, αντιστρατεύεται τόσο τις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 21 του Συντάγματος όσο και τις ανωτέρω ρυθμίσεις της Οδηγίας 2010/18.
       Ειδικότερα: Η εννεάμηνη άδεια ανατροφής παιδιού αποτελεί ατομικό δικαίωμα του κάθε εργαζόμενου. Ως τέτοιο δεν είναι δυνατόν να εξαρτάται από τη κατάσταση του άλλου γονέα (π.χ. ανεργία). Για το λόγο αυτό άλλωστε και η Οδηγία 2010/18 διευκρινίζει ότι το δικαίωμα αυτό είναι καταρχήν αμεταβίβαστο. Και πάντως δύναται η άδεια να εξαρτάται από περιστατικά από αυτά που μνημονεύονται στη Ρήτρα 3 της εν λόγω Οδηγίας (ιδίως συναρτώμενα με το χρόνο υπηρεσίας του εργαζόμενου) στα οποία επ’ ουδενί δεν περιλαμβάνεται η κατάσταση του άλλου συζύγου. Η εννεάμηνη άδεια ανατροφής παιδιού, εξάλλου, από τη φύση της λειτουργεί προς όφελος του παιδιού. Ο νομοθέτης χορηγώντας την άδεια αυτή, έλαβε υπόψη ιδίως μια σειρά ιδιαίτερες ανάγκες του μικρού παιδιού, και ιδίως όσες οριοθετούνται από τη φύση, οι οποίες ικανοποιούνται στα πλαίσια της φυσικής σχέσης μητέρας – παιδιού, αν και όχι μόνον αυτές. Και ναι μεν η άδεια ανατροφής τέκνου δεν χορηγείται πλέον μόνο στη μητέρα δικαστικό λειτουργό, αλλά μπορεί να λάβει αυτή και ο πατέρας δικαστικός λειτουργός, ωστόσο δεν παύει κάθε οικογένεια, αναλόγως των συνθηκών, και με κριτήριο το συμφέρον του παιδιού, να επιλέγει σε κάθε περίπτωση ποιος γονέας θα λάβει την άδεια. Έτσι αν σε ορισμένη περίπτωση η οικογένεια κρίνει ότι το συμφέρον του παιδιού ικανοποιείται εάν θα λάβει την άδεια ανατροφής αυτός από τους γονείς ο οποίος τυγχάνει να είναι δικαστικός λειτουργός, όταν ο άλλος σύζυγος δεν εργάζεται ακυρώνεται ο σκοπός της άδειας, αφού η επιλογή της συγκεκριμένης οικογένειας δεν θα είναι δυνατόν να υλοποιηθεί.  Τα ανωτέρω ιδιαίτερη σημασία σε μία χώρα όπως η Ελλάδα με εμφανές πρόβλημα υπογεννητικότητας.
     Πρέπει να σημειωθεί, ειδικά ως προς την περίπτωση του άνεργου συζύγου, ότι η ρύθμιση της παρ. 24 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988 βρίσκεται σε αναντιστοιχία με την διακηρυγμένη προσπάθεια της Πολιτείας να αντιμετωπίσει κατά το δυνατόν το πρόβλημα της ανεργίας, σε μία περίοδο μάλιστα πρωτοφανούς έξαρσης αυτού. Τούτο διότι ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι σύμφωνα με τη λογική της διάταξης ο άνεργος γονέας θα βρίσκεται συνεχώς στο σπίτι απασχολούμενος με το παιδί δεν θα έχει ούτε το χρόνο, ούτε τις ευκαιρίες για αποτελεσματικές ενέργειες προς εξεύρεση εργασίας, ούτε σε κάθε περίπτωση θα είναι διαθέσιμος για άμεση ανάληψη καθηκόντων.
       Περαιτέρω, από την αντιπαραβολή του συνολικού πλαισίου της ρύθμισης για την εννεάμηνη άδεια ανατροφής παιδιού που χορηγείται στον γονέα δικαστικό λειτουργό κατά τα ανωτέρω (άρθρο 44 παρ. 21 και 24 του ν. 1756/1988) και του αντίστοιχου που ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους μετά την κατάργηση του εδαφίου γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 53 του ν. 3528/2007 δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 4210/2013, προκύπτει ότι πλέον ο γονέας δικαστικός λειτουργός επιτρέπεται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής παιδιού υπό δυσμενέστερους όρους από τους δημοσίους υπαλλήλους, αφού απαιτείται επιπλέον ως προϋπόθεση ο σύζυγος του να εργάζεται ή να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα. Με το περιεχόμενο αυτό η διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988, όπως προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, αντιστρατεύεται τη συνταγματικά καθιερωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) αφού θέτει χωρίς προφανή λόγο τους δικαστικούς λειτουργούς σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους δημοσίους υπαλλήλους.         
     Ενόψει αυτών προτείνεται η κατάργηση της ρύθμισης της παρ. 24 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988, όπως προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012. Περαιτέρω, για λόγους ίσης μεταχείρισης προτείνεται να υπάρχει δυνατότητα επανεξέτασης από τον Υπουργό Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσων περιπτώσεων αιτήσεων άδειας ανατροφής παιδιού απορρίφθηκαν με βάση την ανωτέρω διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988, αλλά και εξέτασης αιτήσεων που θα υποβληθούν το πρώτον και αφορούν δικαίωμα που μπορούσε να ασκηθεί την τελευταία τριετία από την έναρξη ισχύος της προτεινόμενης ρύθμισης και δεν ασκήθηκε (προφανώς για το λόγο ότι ο ενδιαφερόμενος εύλογα δεν θεωρούσε πιθανή την αποδοχή της αίτησης). Τούτο το τελευταίο υπό την προϋπόθεση να υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ενδιαφερόμενο γονέα δικαστικό λειτουργό, μέχρι τη συμπλήρωση του τρίτου έτους ηλικίας του τέκνου. Η ημερομηνία δε έναρξης της άδειας να καθορίζεται, το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον Προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων [κατ’ αντιστοιχία της αναλόγου περιεχομένου διάταξης του άρθρο 8 παρ. 1 Β. του ν. 4239/2014 που προεκτέθηκε] .

         Προτεινόμενη διάταξη:
Άρθρο υπό τον τίτλο «Κατάργηση της παρ. 24 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988»
       «Η παράγραφος 24 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988 (Α΄35), όπως προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), καταργείται. Αιτήσεις άδειας ανατροφής τέκνου που απορρίφθηκαν με βάση την ανωτέρω διάταξη, είτε μπορούσαν λόγω συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων του νόμου να υποβληθούν την τελευταία πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος τριετία και δεν υποβλήθηκαν, επανεξετάζονται ή εξετάζονται αντίστοιχα και η άδεια χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, μέχρι τη συμπλήρωση του τρίτου έτους ηλικίας του τέκνου, η ημερομηνία δε έναρξης της άδειας καθορίζεται, το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον Προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων».      

       4η Πρόταση
       Εισήγηση για ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για τροποποίηση του άρθρου 17 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών στη κατεύθυνση της ενδυνάμωσης του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων
      Αιτιολογική Έκθεση  
      Με το άρθρο 86 παρ.1 του ν.4055/2012 (Α΄51) που ισχύει από 2.4.2012 αντικαταστάθηκε η παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α' 35) ως εξής: «4. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ο Πρόεδρος του οικείου Συμβουλίου Επιθεώρησης έχουν δικαίωμα να ζητήσουν τη σύνταξη, συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού, του οικείου δικαστηρίου και δικαιοδοτικού κλάδου», ενώ με το άρθρο 86 παρ.2 του ν.4055/2012 που ισχύει επίσης από 2.4.2012 αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του ως άνω άρθρου και νόμου ως εξής: «7. Οι κανονισμοί και οι τροποποιήσεις τους υποβάλλονται αμέσως στις οικείες ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων, οι οποίες έχουν δικαίωμα συμπλήρωσης, τροποποίησης ή ακύρωσης αυτών, ως προς όλα τα σημεία και ειδικότερα ως προς τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που προσδιορίζονται σε κάθε δικάσιμο. Οι κανονισμοί ισχύουν μόνο μετά την τελική έγκριση τους από τις ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων και αφού διαβιβαστούν στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
        Η κατά τα ανωτέρω τροποποίηση των παρ. 4 και 7 του άρθρου 17 του ν. 1756/198 επέφερε πλήγμα, στην λειτουργία της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια διοικητικά δικαστήρια, ένα ακόμη μετά τη θέσπιση του θεσμού της λεγόμενης πιλοτικής δίκης και την επαναρρύθμιση των σχετικών με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, που, όπως διαρθρώθηκαν, είχαν ως αποτέλεσμα την αναγωγή της νομολογίας του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου σε άμεση πηγή δικαίου, δεσμεύουσα δραστικά τον πολίτη και τον δικαστή.
      Με τις εν λόγω τροποποιήσεις ο θεσμός του αυτοδιοίκητου δοκιμάζεται, και μάλιστα στον πυρήνα του, με την αποξένωση των δικαστών από τη διαμόρφωση των Κανονισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των ίδιων των δικαστηρίων τους, ενόψει της μεταβίβασης της αρμοδιότητας αυτής στα ανώτατα δικαστήρια. Η νομοθετική αυτή επιλογή, που ακύρωσε, χωρίς αποχρώντα  επί της ουσίας λόγο, τριακονταετή ομαλή λειτουργία του θεσμού του αυτοδιοίκητου, επικυρώθηκε προσφάτως με την με αρ. 2/1014 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία ανατράπηκε διαφορετική επί του ζητήματος θέση του ίδιου δικαστηρίου (απόφαση-πρακτικό 10/2012). Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι μόνη αρμόδια να αποφασίζει τελικά για το περιεχόμενο των κανονισμών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως εκ της συνταγματικής θέσης της στην κορυφή της διοικητικής δικαιοσύνης, είναι η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.
      Ακολούθησαν, σε εφαρμογή των παραπάνω, τροποποιήσεις Κανονισμών διοικητικών δικαστηρίων με αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας. Χαρακτηριστική είναι η 3/2014 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία τροποποιήθηκε ευθέως ο Κανονισμός του μεγαλύτερου Διοικητικού Εφετείου της Χώρας, αυτού της Αθήνας, κατά παράκαμψη της αντίθετης, εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της Ολομέλειας των δικαστών του, που συγκλήθηκε τρεις φορές για το ίδιο θέμα, και αποφάνθηκε αρνητικά ως προς την αναγκαιότητα και τη σκοπιμότητα της τροποποίησης του Κανονισμού του. Αλλά και η 6/2014 απόφαση-πρακτικό της Ολομέλειας του ίδιου Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, με την οποία τροποποιήθηκε αυτεπαγγέλτως ο Κανονισμός του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, χωρίς καν να έχουν εκφράσει τη θέση τους επί των τροποποιήσεων οι  ίδιοι οι δικαστές του εν λόγω Εφετείου.  
           Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, ενόψει των ανωτέρω δυσμενών εξελίξεων στο ζήτημα των Κανονισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δικαστηρίων, που σηματοδοτούν αποκρυστάλλωση συνθηκών δημοσιοϋπαλληλικής  υπηρεσιακής ιεραρχίας στο δικαστικό σώμα, εξέφρασε εξ’ αρχής  τη βαθύτατη ανησυχία της για τις άμεσες και βαθύτερες επενέργειες της τάσης αυτής για τη δικαστική ανεξαρτησία. Η έλλειψη  αξιοπιστίας  και σεβασμού  προς το σώμα των διοικητικών  δικαστών, υπονομεύει νομότυπα την ανεξαρτησία τους και υποβαθμίζει την υψηλής συμβολικής αξίας εικόνα μιας ανεξάρτητης  δικαιοσύνης που έχει τη δυνατότητα  άσκησης των λειτουργικών της δικαιωμάτων. Οι δικαστές απομακρύνονται από τη διαχείριση των θεμάτων που αφορούν στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων στα οποία υπηρετούν, θέματα, που μόνο οι ίδιοι είναι σε θέση να γνωρίζουν. Αρνητική συνθήκη για τη λυσιτελή λειτουργία  των δικαστηρίων αποτελεί και η εντεινόμενη τελευταίως τάση που προτάσσει  την ανάγκη επιτάχυνσης των δικών, με ενιαία, μάλιστα, κριτήρια για όλα τα δικαστήρια της Χώρας,  αποκλείοντας  την ενσωμάτωση ποιοτικών παραμέτρων,  που συνδέονται με τη  δυσκολία των  υποθέσεων,  τις εξατομικευμένες ανάγκες του κάθε δικαστηρίου και τα όρια αντοχής των δικαστών που είναι την ίδια στιγμή και όρια ασφαλείας του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. 
        Με την πεποίθηση ότι το ελεύθερο φρόνημα και ο αλληλοσεβασμός πρέπει να υφίστανται, πρώτα, πίσω από τα δικαστικά έδρανα, ώστε να είναι δυνατόν να διατρέξουν την ουσιαστική δικαστική κρίση, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών κάλεσε επανειλημμένα όλους τους παράγοντες της Δικαιοσύνης να αναλογιστούν τα παραπάνω και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Σήμερα επανέρχεται και για μία ακόμη φορά υποβάλλει προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πρόταση για επαναφορά της προϊσχύσασας ρύθμισης σύμφωνα με την οποία μόνον ο Υπουργός της Δικαιοσύνης είχε δικαίωμα να ζητήσει τη σύνταξη, συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού, περαιτέρω ο κανονισμός και η οποιαδήποτε τροποποίησή του υποβαλλόταν στον   Υπουργό Δικαιοσύνης (και δημοσιευόταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως). Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης είχε  δικαίωμα,  μέσα  σ`  ένα μήνα  από την περιέλευση σε αυτόν του Κανονισμού, να τον  παραπέμψει για συμπλήρωση, τροποποίηση ή ακύρωση στο αντίστοιχο όργανο του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου  ή  της  εισαγγελίας.  Ο  κανονισμός ίσχυε από  την ημέρα της δημοσίευσής του ή τη χρονολογία που αυτός όριζε. Προκειμένου  για  κανονισμό διοικητικού εφετείου ο Υπουργός της Δικαιοσύνης είχε δικαίωμα να τον παραπέμψει για μια μόνο φορά  με  τις  υποδείξεις  του για συμπλήρωση, τροποποίηση ή ακύρωση στην ολομέλειας αυτού του δικαστηρίου.
         Προτεινόμενη διάταξη:
Άρθρο υπό τον τίτλο «Αντικατάσταση των παρ. 4 και 7 του άρθρου 17 του ν. 1756/1988»
    1. Η παράγραφος 4 του άρθρου 17 του ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α' 35), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 86 παρ.1 του ν.4055/2012 (Α΄51), αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: «Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει δικαίωμα να ζητήσει τη σύνταξη,  συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού».
 2. Η παράγραφος 7 του άρθρου 17 του ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α' 35), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 86 παρ.2 του ν.4055/2012 (Α΄51), αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: «Οι κανονισμοί και οι τροποποιήσεις τους υποβάλλονται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Δικαιοσύνης και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της  Κυβερνήσεως. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει  δικαίωμα,  μέσα  σε  ένα  μήνα  από  την  ημέρα που ο κανονισμός έχει περιέλθει σε αυτόν, να τον παραπέμψει για συμπλήρωση, τροποποίηση ή ακύρωση στο αντίστοιχο όργανο του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Οι  κανονισμοί  ισχύουν  από  την ημέρα της δημοσίευσής τους ή τη χρονολογία που αυτοί ορίζουν. Προκειμένου  για  κανονισμούς των διοικητικών εφετείων ο  Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει δικαίωμα να παραπέμψει για μια μόνο φορά  τον  κανονισμό  με  τις  υποδείξεις  του για συμπλήρωση, τροποποίηση ή  ακύρωση της ολομέλειας αυτού του δικαστηρίου».  

       5η Πρόταση
       Εισήγηση για ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για τροποποίηση του άρθρου 42 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών στη κατεύθυνση του ορθολογικού καθορισμού των κωλυμάτων εντοπιότητας  

         To άρθρο 42 του ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α΄ 35) ορίζει στις τέσσερις πρώτες παραγράφους τα εξής: «Οι πρόεδροι εφετών, εφέτες ποινικών - πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, εισαγγελείς και αντεισαγγελείς εφετών δεν επιτρέπεται  να υπηρετούν στην πόλη που είναι η έδρα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας και  έχουν  γεννηθεί αυτοί ή οι  σύζυγοι  τους  ή  ήταν  μόνιμα εγκαταστημένοι κατά την τελευταία δεκαετία πριν από το διορισμό τους επί μία τουλάχιστον τριετία ή ήταν ή  εξακολουθούν να είναι εγκαταστημένοι αυτοί ή οι σύζυγοί τους» (παράγραφος 1) «Οι πρόεδροι πρωτοδικών, πρωτοδίκες και πάρεδροι πρωτοδικείου των πολιτικών - ποινικών και των διοικητικών δικαστηρίων, οι εισαγγελείς, αντεισαγγελείς και πάρεδροι εισαγγελίας, καθώς και οι ειρηνοδίκες  και πταισματοδίκες δεν   επιτρέπεται   να   υπηρετούν  σε  δικαστήρια  ή εισαγγελίες, στην περιφέρεια  των  οποίων αυτοί  ή οι σύζυγοί τους γεννήθηκαν  ή  ήταν  μόνιμα εγκατεστημένοι κατά την τελευταία δεκαετία πριν από το διορισμό  τους  επί  μία  τουλάχιστον  τριετία  ή  ήταν  ή εξακολουθούν να είναι εγκαταστημένοι αυτοί ή οι σύζυγοί τους. Για τους ειρηνοδίκες  και  πταισματοδίκες τα κωλύματα αυτά ισχύουν για ολόκληρη την περιφέρεια του πρωτοδικείου, στο οποίο υπάγεται το ειρηνοδικείο  ή  πταισματοδικείο...» (παράγραφος 2). «Δεν επιτρέπεται η υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε δικαστήριο ή  εισαγγελία, στην περιφέρεια του οποίου ήταν διορισμένος ως  δικηγόρος,  πριν   περάσουν   δέκα  χρόνια  από  το  διορισμό  του  ως  δικαστικού  λειτουργού» (παράγραφος 3).  «Από τις διατάξεις των προηγούμενων  παραγράφων  εξαιρούνται  οι δικαστικοί  λειτουργοί  που υπηρετούν σε δικαστήρια των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Πατρών,  Λαρίσης, Βόλου,  Ηρακλείου, Ρόδου, Χανίων και Ιωαννίνων» [παρ. 4 όπως αυτή, μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 7 παρ.3 του ν.1868/1989 (Α΄ 230) και ακολούθως το άρθρο 28 του ν. 1921/1991 (Α΄ 12), αντικαταστάθηκε στην συνέχεια ως άνω με την παρ.3 του άρθρου 6 του ν.2298/1995 (Α΄ 62)].
         Περαιτέρω στην παράγραφο 5 οριζόταν ότι: «Δεν επιτρέπεται η υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε δικαστήριο ή εισαγγελία στην περιφέρεια του οποίου είναι διορισμένος ως δικηγόρος σύζυγος ή συγγενής του μέχρι δεύτερου  βαθμού. Το κώλυμα αυτό δεν ισχύει για τα δικαστήρια των πόλεων της προηγούμενης παραγράφου». Πλην όμως στη συνέχεια με το άρθρο 2 του ν. 3258/2004 (Α΄ 144) αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 ως εξής: «Το κώλυμα αυτό δεν ισχύει για τα δικαστήρια των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης».
         Η διαφοροποίηση της περίπτωσης το κωλύματος της παρ. 5 (μη υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε δικαστήριο ή εισαγγελία στην περιφέρεια του οποίου είναι διορισμένος ως δικηγόρος σύζυγος ή συγγενής του μέχρι δεύτερου  βαθμού) σε σχέση με τα υπόλοιπα και δη αυτό της παρ. 3 (μη υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε δικαστήριο ή  εισαγγελία, στην περιφέρεια του οποίου ήταν διορισμένος ως  δικηγόρος,  πριν  περάσουν   δέκα  χρόνια  από  το  διορισμό  του  ως  δικαστικού  λειτουργού) αναφορικά ως προς τις πόλεις για τα δικαστήρια των οποίων αυτό δεν ισχύει, δεν παρίσταται δικαιολογημένη. Προς άρση της ανισότητας προτείνεται η άρση του κωλύματος της παρ. 5 και για τα δικαστήρια των πόλεων Πατρών, Λαρίσης,  Βόλου, Ηρακλείου, Ρόδου, Χανίων και Ιωαννίνων.

         Προτεινόμενη διάταξη:
Άρθρο υπό τον τίτλο «Αντικατάσταση του δεύτερου εδαφίου της Τροποποίηση της παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 1756/1988»
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 42 του ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α' 35), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3258/2004 (Α΄ 144) αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: «Το κώλυμα αυτό δεν ισχύει για τα δικαστήρια των πόλεων της προηγούμενης παραγράφου».

       6η Πρόταση
       Εισήγηση για ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για τροποποίηση του άρθρου 43 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών στη κατεύθυνση της κατάργησης των απαξιωτικών για τους δικαστικούς λειτουργούς διατάξεων περί σύνδεσης περικοπής μισθού και χρόνου έκδοσης απόφασης  

     Με το άρθρο 43 του ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α' 35) ορίστηκε αρχικά ότι: «1…2…3. Δεν  οφείλεται  μισθός  για  το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικαστικός λειτουργός από δική τους υπαιτιότητα δεν παρέχει υπηρεσία. 4. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου ο μισθός περικόπτεται με  πράξη του δικαστικού λειτουργού που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας  των  τακτικών  διοικητικών δικαστηρίων. Για την περικοπή μισθού του εκκαθαριστή αρμόδιος είναι ο  προϊστάμενος του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου. Η πράξη της περικοπής επιδίδεται  στον  ενδιαφερόμενο  δικαστικό  λειτουργό. Κατ’ αυτής επιτρέπεται  προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου  μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση, χωρίς να αναστέλλεται η εκτέλεσή της. Το συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα. 5. . .». Με το άρθρο 90 παρ.1 του ν.4055/2012 (ΦΕΚ Α΄ 51/12.3.2012 - έναρξη ισχύος 2.4.2012) τροποποιήθηκαν οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ν. 1756/1988 ως εξής: «Δεν οφείλεται μισθός για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικαστικός λειτουργός από δική του υπαιτιότητα δεν παρέχει υπηρεσία. Ως μη παροχή υπηρεσίας νοείται και η, κατά την κρίση των οργάνων που αναφέρονται στην επόμενη παράγραφο, αδικαιολόγητη καθυστέρηση παράδοσης σχεδίων αποφάσεων και δικογραφιών που του ανατίθενται προς επεξεργασία, καθώς και η μη συμμετοχή στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή η μη εκτέλεση υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως» (παράγραφος 3). «Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου ο μισθός περικόπτεται με πράξη του δικαστικού λειτουργού που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ή με πράξη του προϊσταμένου του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Για την περικοπή του μισθού του εκκαθαριστή - δικαστικού λειτουργού, αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Ο αρμόδιος για την περικοπή του μισθού πριν προβεί στην έκδοση της πράξης καλεί εγγράφως τον δικαστικό λειτουργό να εκφράσει τις απόψεις του, ενώ τάσσει σε αυτόν και προθεσμία για την περαίωση της εκκρεμότητας. Η πράξη της περικοπής τίθεται στον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού και συνιστά δυσμενές στοιχείο για την προαγωγή του. Κατά της πράξης αυτής επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την επίδοση της στον ενδιαφερόμενο δικαστικό λειτουργό, χωρίς να αναστέλλεται για οποιονδήποτε λόγο η εκτέλεση της. Το συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα και, αν αποδεχθεί την προσφυγή, εξαφανίζει την πράξη περικοπής και η πράξη αυτή αφαιρείται από τον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή του, ενώ διατάσσεται η απόδοση του μισθού που περικόπηκε» (παράγραφος 4).  Τέλος, κατόπιν παλινωδίας του νομοθέτη (βλ. άρθρο 86 παρ. 4 του ν. 4310/2014 - ΦΕΚ Α΄ 258/8.12.2014), οι ανωτέρω διατάξεις με τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 12 του ν.4312/2014 (ΦΕΚ Α΄ 260/12.12.2014) αντικαταστάθηκαν ως εξής: «Δεν οφείλεται μισθός για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο δικαστικός λειτουργός από δική του υπαιτιότητα δεν παρέχει υπηρεσία. Ως μη παροχή υπηρεσίας νοείται και η, κατά την κρίση των οργάνων που αναφέρονται στην επομένη παράγραφο, αδικαιολόγητη καθυστέρηση παράδοσης σχεδίων αποφάσεων και δικογραφιών που του ανατίθενται προς επεξεργασία, καθώς και η αδικαιολόγητη μη συμμετοχή στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή η αδικαιολόγητη μη εκτέλεση υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως» (παράγραφος 3). «Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου ο μισθός περικόπτεται με πράξη του δικαστικού λειτουργού που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ή με πράξη του προϊσταμένου του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Για την περικοπή του μισθού του εκκαθαριστή - δικαστικού λειτουργού, αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Ο αρμόδιος για την περικοπή του μισθού πριν προβεί στην έκδοση της πράξης καλεί εγγράφως τον δικαστικό λειτουργό να εκφράσει τις απόψεις του, ενώ τάσσει σε αυτόν και προθεσμία για την περαίωση της εκκρεμότητας. Η πράξη της περικοπής τίθεται στον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού και συνεκτιμάται για την προαγωγή του. Κατά της πράξης αυτής επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την επίδοση της στον ενδιαφερόμενο δικαστικό λειτουργό, χωρίς να αναστέλλεται για οποιονδήποτε λόγο η εκτέλεση της. Το συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα και, αν αποδεχθεί την προσφυγή, εξαφανίζει την πράξη περικοπής και η πράξη αυτή αφαιρείται από τον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή του, ενώ διατάσσεται η απόδοση του μισθού που περικόπηκε» (παράγραφος 4).
     Με το άρθρο 90 παρ.1 του ν. 4055/2012  συνδέθηκε η περικοπή μισθού του δικαστικού λειτουργού συνδέθηκε με την καθυστέρηση εκ μέρους του να παραδώσει σχέδια αποφάσεων και δικογραφιών. Ειδικότερα η καθυστέρηση αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι αδικαιολόγητη, οριοθετείται ως μία ακόμη περίπτωση μη παροχή υπηρεσίας. Θεωρείται δε κατά νόμο αδικαιολόγητη η καθυστέρηση όταν αφαιρείται ή επιστρέφεται η δικογραφία από τον δικαστή που τη χειρίζεται λόγω μη έκδοσης απόφασης μέσα σε οκτώ (8) μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 91 παρ. 2 περ. ε΄ του ν. 1756/1988).
     Με την παραπάνω ρύθμιση του ν. 4055/2012 επιδιώχθηκε, και μάλιστα τρόπο απαξιωτικό, η έμμεση χειραγώγηση του φρονήματος του δικαστικού λειτουργού, αφού δια της επαπειλούμενης περικοπής μισθού, αυτός καλείται να εκδώσει εντός στενών χρονικών πλαισίων την απόφασή του, ακόμη κι αν η υπόθεση είναι πολύπλοκη. Σημειώνεται ότι κάθε δικαστής χρεώνεται ένα σημαντικό αριθμό υποθέσεων ανά έτος (π.χ. πέραν των 200 κατά μέσο όρο στα διοικητικά δικαστήρια – με τάση αύξησης) γεγονός το οποίο καθιστά σχεδόν ανέφικτη την επίτευξη του στόχου να εκδίδεται απόφαση σε όλες αυτές τις υποθέσεις εντός του οκταμήνου από τη συζήτηση. Άλλωστε εν προκειμένω πρόκειται κατ’ ουσία για επιβολή πειθαρχικής ποινής χωρίς όμως τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας (βλ. άρθρα 98 και επ. του ν. 1756/1988) και χωρίς επομένως τη δυνατότητα στο δικαστικό λειτουργό να ασκήσει όλα τα σχετικά δικαιώματά του.  
      Η τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 43 του ν. 1756/1988 που έγινε με την παρ. 5 του άρθρου 12 του ν.4312/2014 δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω αφού απλώς εξειδικεύει ότι σε περίπτωση περικοπής λόγω μη συμμετοχή του δικαστή στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή η τη μη εκτέλεση υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως  η εν λόγω μη συμμετοχή, ή η μη εκτέλεση της υπηρεσίας πρέπει να είναι «αδικαιολόγητη». Τροποποίηση σε κάθε περίπτωση προφανώς περιττή, μιας και δεν θα νοούνταν σε καμία περίπτωση να τιμωρηθεί ο δικαστικός λειτουργός όταν η απουσία του από συνεδρίαση δικαστηρίου θα ήταν δικαιολογημένη !
    Εξάλλου, με την τροποποίηση που επήλθε αρχικά με το άρθρο 90 παρ.1 του ν. 4055/2012 και ακολούθως με το άρθρο 12 παρ. 6 του ν.4312/2014 στην παρ. 4 του άρθρου 43 του ν. 1756/1988 διευρύνθηκαν τα αρμόδια για την περικοπή όργανα με την προσθήκη και του προϊσταμένου του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Η αρμοδιότητα του εν λόγω προϊσταμένου έως τότε ίσχυε (εύλογα) μόνο για περίπτωση περικοπής του μισθού του εκκαθαριστή - δικαστικού λειτουργού. Παράλληλα ορίστηκε ότι ο ενδιαφερόμενος καλείται εγγράφως να εκθέσει τις απόψεις του. Η διεύρυνση αυτή των αρμοδίων προς περικοπή οργάνων επιτείνει τη λειτουργία της εν λόγω ρύθμισης ως μέσο χειραγώγησης του φρονήματος του δικαστικού λειτουργού. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της έγγραφης κλήσης του δικαστικού λειτουργού να εκφράσει τις απόψεις του, είναι σε θετική κατεύθυνση, αφού παρέχει ένα βασικό δικαίωμα της πειθαρχικής διαδικασίας και πρέπει να διατηρηθεί. Ομοίως και η αυτονόητη έτσι και αλλιώς ρύθμιση σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής του δικαστικού λειτουργού εξαφανίζεται η πράξη περικοπής, η πράξη αυτή αφαιρείται από τον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού, δεν λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή του, ενώ διατάσσεται η απόδοση του μισθού που περικόπηκε.
     Ενόψει αυτών, και προς διασφάλιση του κύρους των δικαστικών λειτουργών προτείνεται η επαναφορά της προ του ν. 4055/2012 ρύθμισης με την προσθήκη της πρόβλεψης ότι ο δικαστικός λειτουργός θα καλείται σε ακρόαση και με την αποσαφήνιση ότι σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής του δικαστικού λειτουργού εξαφανίζεται η πράξη περικοπής, η πράξη αυτή αφαιρείται από τον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού, δεν θα λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή του και θα διατάσσεται η απόδοση του μισθού που περικόπηκε.   
         Προτεινόμενη διάταξη:
Άρθρο υπό τον τίτλο «Τροποποίηση των παρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ν. 1756/1988»
     1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 43 του ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α' 35), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 90 παρ.1 του ν.4055/2012 (ΦΕΚ Α΄ 51/12.3.2012) και ακολούθως από το άρθρο 12 παρ. 5 του ν. 4312/2014 (ΦΕΚ Α΄ 260/12.12.2014), αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: «Δεν  οφείλεται  μισθός  για  το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικαστικός λειτουργός από δική τους υπαιτιότητα δεν παρέχει υπηρεσία».
    2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 43 του ν. 1756/1988 ‘‘Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’’ (Α' 35), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 90 παρ.1 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α΄ 51/12.3.2012) και ακολούθως από το άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 4312/2014 (ΦΕΚ Α΄ 260/12.12.2014), αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: «Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου ο μισθός περικόπτεται με πράξη του δικαστικού λειτουργού που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας  των  τακτικών  διοικητικών δικαστηρίων. Για την περικοπή μισθού του εκκαθαριστή αρμόδιος είναι ο  προϊστάμενος του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου. Ο αρμόδιος για την περικοπή του μισθού πριν προβεί στην έκδοση της πράξης καλεί εγγράφως τον δικαστικό λειτουργό να εκφράσει τις απόψεις του. Κατά της πράξης αυτής επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την επίδοση της στον ενδιαφερόμενο δικαστικό λειτουργό, χωρίς να αναστέλλεται για οποιονδήποτε λόγο η εκτέλεση της. Το συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα και, αν αποδεχθεί την προσφυγή, εξαφανίζει την πράξη περικοπής και η πράξη αυτή αφαιρείται από τον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή του, ενώ διατάσσεται η απόδοση του μισθού που περικόπηκε».
           
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                        Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ                                 ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΦΑΪΤΑΣ
πηγή : edd