Κληρονομιά. Παραίτηση ( με συμβολαιογραφικό έγγραφο) κληρονόμου υπέρ συγκληρονόμου χωρίς να απαιτείται αποδοχή και μεταγραφή αυτής, μετά την άπρακτη πάροδο της προς αποποίηση προθεσμίας.


ΝΟΒ/1987 
  Αριθ. 990/1986 Τμ. Α


Προεδρεύων ο κ. Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, αρεοπαγίτης Εισηγητής ο κ. Γ. ΠΑΥΛΕΑΣ, αρεοπαγίτης Δικηγόροι οι κ.κ. Χ. Γκότσης, Γ. Παπαϊωάννου



Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1942 επ. 1955, 1846 ΑΚ συνάγεται, ότι ο κληρονόμος από της επαγωγής της κληρονομιάς μπορεί να εκποιήσει εγκύρως αυτήν ή ποσοστόν της με συμβολαιογαφικό έγγραφο (ή να παραιτηθεί της κληρονομιάς ή ποσοστού της υπέρ του συγκληρονόμου του) χωρίς να απαιτείται προηγουμένη αποδοχή από τούτον της κληρονομιάς και μεταγραφή αυτής (αποδοχής) καθόσον η αποδοχή από τούτον της κληρονομιάς και η μεταγραφή της, είναι αναγκαία, σύμφωνα με τα άρθρα 1193 και 1195 του ΑΚ, μόνον για τη μεταβίβαση στον κληρονόμο της κυριότητας σε σχέση με τα ακίνητα που περιέχονται στην κληρονομιά, πράγμα που δεν συμβαίνει με την εκποίηση που προβλέπουν τα άρθρα 1942 επ. ΑΚ, με τα οποία ρυθμίζεται η υποσχετική σύμβαση μεταβίβασης των στοιχείων της κληρονομιάς ή ποσοστού των σε τρίτο.


Επομένως το Εφετείο που έκρινε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε εγκύρως με το υπ` αριθ. 292/8.9.1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δωρίου, Χ.Γ.**, του κληρονομικού μεριδίου της από 6/40 σε σχέση με τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα υπέρ του συγκληρονόμου αδελφού της, μετά την επαγωγήν σ` αυτήν της κληρονομιάς του αποβιώσαντος την 19.2.1962 δικαιοπαρόχου πατρός των, και ότι δια το έγκυρον της ανωτέρω παραίτησης από του κληρονομικού μεριδίου της, δεν απαιτείτο προηγουμένη αποδοχή κληρονομιάς από μέρους της (αναιρεσειούσης) και μεταγραφή της αποδοχής, ορθώς κατ` αποτέλεσμα αποφάνθηκε και δεν παρεβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις, ο δε υποοτηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Α.Σ.

 και


Αριθμός αποφάσεως 802/2010

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ελπινίκη Θεοφίλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία Χρυσού, Πρωτοδίκη, Κλεοπάτρα Μουλακάκη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια και τη Γραμματέα Δήμητρα Μπακόλα.

Συνεδρίασε, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καλουσών-εναγουσών: 1) ................. χήρας ................., το γένος ................., κατοίκου Πεύκης Αττικής (οδός ................., αριθμ. ...) 2) ................. χήρας ................., το γένος ................., κατοίκου Benevento Ιταλίας (.................) και προσωρινά διαμένουσας στο Ηράκλειο Αττικής (οδός ................., αριθμ. ...) και 3) ................. χήρας ................., το γένος ................., κατοίκου Ηράκλειου Αττικής (οδός ................., αριθμ. ...), οι οποίες παραστάθηκαν η πρώτη και τρίτη μετά και η δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Καραγιώργου.

Των καθών η κλήση-εναγομένων: 1) ................. 2) ................. 3) ................. και 4) ................. συζ. ................., απάντων κατοίκων Πεύκης Αττικής (οδός ................., αριθμ. ...), οι οποίοι παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Αδάμ Πολύδωρα και Σταύρου Μανούσου.

Οι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 11-3-2008 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό καταθέσεως 56775/2008 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου 2675/2008, γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 27ης-10-2008, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 4ης-5-2009, κατά την οποία η συζήτηση της αγωγής ματαιώθηκε. Ηδη, με την από 5-5-2009 κλήση των εναγουσών, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό καταθέσεως 74816/2009 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου 1192/2009, επαναφέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, η οποία γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε να συζητηθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 98 ΚΠολΔ, μεταξύ των περιπτώσεων, που απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του παρισταμένου στη σχετική δίκη πληρεξουσίου δικηγόρου, είναι και η προσβολή εγγράφου ως πλαστού, δηλαδή οποιουδήποτε εγγράφου, είτε αποδίδεται, είτε όχι η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο και εφόσον δεν έχει υποβληθεί μήνυση κατά προσώπου, διότι αν έχει υποβληθεί, δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, καθόσον με την υποβολή αυτής έχει πληρωθεί ο σκοπός του νόμου. Ειδικότερα, για την προσβολή της διαθήκης ως πλαστής, είτε κατά το περιεχόμενό της, είτε κατά την υπογραφή του διαθέτη ή και για αμφότερα, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, που πρέπει να δοθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ή με δικαστικό πρακτικό (βλ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου, Τομ. Α`, έκδ. 1994, σελ. 238). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 104 εδ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ερευνά το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 του ιδίου Κώδικα, αν αυτός που παρίσταται ως πληρεξούσιος δεν αποδεικνύει την ύπαρξή της, το Δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για τη συμπλήρωση της ελλείψεως αυτής. Εφόσον στην αμέσως αναφερθείσα διάταξη δε γίνεται διάκριση μεταξύ της γενικής (άρθρο 97 ΚΠολΔ) και της ειδικής πληρεξουσιότητας (άρθρο 98 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη συμπλήρωση και της ελλείπουσας ειδικής πληρεξουσιότητας. Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο της ανωτέρω διατάξεως (άρθρο 105 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προτού συμπληρωθεί η έλλειψη, ή πριν παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε, για το σκοπό, δε, αυτό, αλλά και προς αποφυγή αδικαιολόγητων ακυροτήτων, επιστρατεύεται η εν λόγω διάταξη και μπορεί να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως, ενώ η συμπλήρωση της ελλείπουσας πληρεξουσιότητας έχει το χαρακτήρα μεταγενέστερης εγκρίσεως της δικαστικής πράξεως εκ μέρους του διαδίκου, υπέρ του οποίου επιχειρήθηκε (Μπέης, ΚΠολΔ, υπό άρθρον 105, σελ. 489). Στις περιπτώσεις αυτές, το κύρος των διαδικαστικών πράξεων, οι οποίες επιτράπηκαν προσωρινά, εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της ελλείψεως (άρθρο 105 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ). Η εφαρμογή, εξάλλου, της διατάξεως του εν λόγω άρθρου, εκτείνεται σε όλη τη διαδικαστική πορεία, ακόμη, δηλαδή, και στην περίπτωση που απομένει μόνο η έκδοση οριστικής αποφάσεως (ΑΠ 1434/1979, ΝοΒ 1980, 1039, ΕφΑθ 9280/2003, ΝοΒ 2007, 97, ΠολΠρΑθ 4027/2003, ΑρχΝ 2005, 487). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ 1 εδ. α` και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου είναι άκυρη. Την ακυρότητα αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομία (ΑΠ 1063/2006 ΕλλΔικ 47. 1418, ΕφΑθ 744/2007, ΕλλΔικ 48, 903). Ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής σε αυτή, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενο γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη. Η κήρυξη ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης, δεν παράγει τεκμήριο γνησιότητας υπέρ εκείνου που την επικαλείται. Τότε μόνο αποτελεί τεκμήριο, μέχρις ανταποδείξεως, όταν από τη δημοσίευση της διαθήκης παρήλθε πενταετία, χωρίς στο μεταξύ να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της διαθήκης σε δίκη μεταξύ κάποιου που αντλεί δικαιώματα από αυτή και κάποιου που βλάπτεται από την ύπαρξή της (άρθρο 1777 ΑΚ, ΑΠ 1377/2006, NOMOS). Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη, από το διαθέτη, γραφή και υπογραφή της διαθήκης (ΑΠ 1595/2006, ΕλλΔικ 47. 1673, ΕφΑθ 3183/2006, ΕλλΔικ 47, 1500). Η προσβολή, συγχρόνως, της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει όταν γράφτηκε από τρίτο με υπαγόρευση του διαθέτη. Οταν, όμως, προβάλλεται αυτοτελής ισχυρισμός για πλαστότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, τα πραγματικά περιστατικά, που τον στηρίζουν, οφείλει να αποδείει αυτός που τον προβάλλει (ΕφΑθ 2781/2008, ΕλλΔικ 2009. 589, ο.α. ΕφΑθ 3183/2006, ΕφΑθ 6620/1993, ΝοΒ 42, 428). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όταν δηλαδή πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας, που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δε φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν έχει εφαρμογή η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση που καθιερώνει το άρθρο 463 ΚΠολΔ, διότι κάτι τέτοιο δεν απαιτείται από το άρθρο 216 του ίδιου Κώδικα, για το ορισμένο και παραδεκτό της αγωγής (ΟλΑΠ 23/1999, ΕλλΔικ 41, 29, ο.α. ΕφΑθ 3183/2006, Παπαδόπουλος, σελ. 237).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, την οποία οι ενάγουσες επαναφέρουν με την από 5-5-2009 κλήση, εκθέτουν ότι στις 8-11-2002 απεβίωσε στην Ιταλία ο ................., κάτοικος εν ζωή Πεύκης Αττικής, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, αδελφός της δεύτερης, τρίτης των εναγουσών και του πρώτου εναγομένου, θείος του δεύτερου και τρίτης των εναγομένων και κουνιάδος της τέταρτης αυτών. Οτι ο ως άνω θανών, με την από 8-8-2002 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκή του, που δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία, δυνάμει της υπ` αριθμ. 1362/20- 6-2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, που αναφέρεται στην αγωγή, κληρονόμο βεβαρημένη με καταπίστευμα την πρώτη ενάγουσα και κληρονόμους τους εναγομένους. Ακολούθως, οι ενάγουσες διατείνονται ότι η αμέσως αναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη, δεν γράφτηκε και δεν υπογράφτηκε από το θανόντα, αλλά γράφτηκε καθ` ολοκληρίαν από τρίτο πρόσωπο και συνεπώς είναι πλαστή. Με τα δεδομένα αυτά, οι ενάγουσες, επικαλούμενες έννομο συμφέρον ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του ανωτέρω θανόντος συζύγου και αδελφού τους, αντίστοιχα, ζητούν, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 8-8-2002 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης, να αναγνωριστεί ότι άπαντες οι διάδικοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική δαπάνη των εναγουσών.

Με τέτοιο περιεχόμενο κι αίτημα, η αγωγή, αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον (άρθρα 18 παρ. 1 και 30 ΚΠολΔ), εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζητήσεως προηγήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 214Α ΚΠολΔ απόπειρα εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς (βλ. την από 28-5-2008 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγουσών περί αποτυχίας της εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς λόγω μη προσελεύσεως των εναγομένων), ενώ δεν απαιτείται η προσαγωγή πιστοποιητικού περί υποβολής φορολογικής δηλώσεως ως προς την κληρονομία του ανωτέρω διαθέτη, κατά το άρθρο 106 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν.δ 118/1973 (ΑΠ 1512/1991, ΕλλΔικ 1992, 1464), ούτε εγγραφή της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων, κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 6917/1979, ΝοΒ 28, 316, Γεωργιάδης-Σταθόπουλος. ΕρμΑΚ, υπό άρθρον 1718, αριθμ. 2, ο.α. Παπαδόπουλος, σελ. 253). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 180, 1710, 1716, 1718, 1721, 1774 επ., 1814 ΑΚ, 460, 464, 70 και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τη διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις περί ακυρότητας των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 180 έως 183 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί ακυρότητας δικαιοπραξίας, όπως είναι και η διαθήκη, που επέρχεται χωρίς ανάγκη να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, αφού η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 156 ΑΚ, η οποία προβλέπει την απόσβεση του δικαιώματος προς ακύρωση συνεπεία παραιτήσεως και προϋποθέτει δικαιοπραξία, που υπάρχει και παράγει τα έννομα αποτελέσματα της μέχρι να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Εάν, δε, η τέτοια παραίτηση θεωρηθεί ως αναγνώριση της άκυρης διαθήκης, δεν καθιστά έγκυρη την άκυρη διαθήκη ώστε να αποκλείει, ως αποσβεσθείσα, την αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας, αλλά, εάν έχει γίνει μονομερώς, αποτελεί, ενδεχομένως, εξώδικη ομολογία του αναγνωρίζοντος για την ανυπαρξία ελαττωμάτων που συνεπάγονται ακυρότητα. Στην περίπτωση, όμως, που η αναγνώριση αυτή έχει την έννοια της παραιτήσεως του νομιμοποιουμένου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη από τυχόν δικαίωμά του να προσβάλει τη διαθήκη ως άκυρη ή και από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα, που θίγεται από αυτήν, είτε η παραίτηση αυτή γίνεται με σύμβαση είτε και μονομερώς, αφορά δε κληρονομιαία ακίνητα, απαιτείται μεταξύ των όρων της έγκυρης παραιτήσεως από απαλλοτριωτό δικαίωμα και η υποβολή της στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος, από τον νομοθέτη, με την επιβολή του τύπου, σκοπός (άρθρα 369, 1033, 1121, 1143, 1266, 166, 217 παρ. 2, 1942 παρ. 2 ΑΚ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 352 και 438 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, είναι αποδεικτικό μέσο συνιστάμενο στην παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον ομολογούντα διάδικο, η αποδεικτική της δύναμη, όμως, διαφέρει σύμφωνα με το νόμο, αναλόγως του αν είναι δικαστική ή εξώδικη, ήτοι, εάν είναι εξώδικη, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ενώ αν είναι δικαστική αποτελεί πλήρη απόδειξη (ΑΠ 879/2002, ΕλλΔικ 2003. 1306). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1942 επ. 1955, 1846 ΑΚ συνάγεται, ότι ο κληρονόμος, από της επαγωγής της κληρονομίας μπορεί να εκποιήσει εγκύρως αυτήν ή ποσοστό της ή να παραιτηθεί της κληρονομίας ή ποσοστού της υπέρ του συγκληρονόμου του με συμβολαιογραφικό έγγραφο, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη αποδοχή από τούτον της κληρονομίας και μεταγραφή αυτής (αποδοχής), καθόσον η αποδοχή από τούτον της κληρονομίας και η μεταγραφή της, είναι αναγκαία, σύμφωνα με τα άρθρα 1193 και 1195 ΑΚ, μόνο για τη μεταβίβαση στον κληρονόμο της κυριότητας, σε σχέση με τα ακίνητα που περιέχονται στην κληρονομία, πράγμα που δεν συμβαίνει με την εκποίηση, που προβλέπουν τα άρθρα 1942 επ. ΑΚ, με τα οποία ρυθμίζεται η υποσχετική σύμβαση μεταβιβάσεως των στοιχείων της κληρονομιάς η ποσοστού των σε τρίτο (
ΑΠ 990/1986, ΝοΒ 1987, 1226, ΕφΘεσ 1400/2001, Αρμ. 2003, 799, ΕφΠειρ 906/1993, ΕλλΔικ 35, 1709, ΕφΘεσ 2463/1989, ΕλλΔικ 32. 1358). Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως «καλή πίστη» θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, ενώ ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύουν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη, χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί, κατ` αρχήν, μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκη, από την άσκησή του, να δημιουργούνται αφόρητες ή άλλως δυσμενείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω ή συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου (εφόσον όμως του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν), ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 971/2004, ΕλλΔικ 46. 421). Συνέπειες, δε, της καθ` υπέρβαση των εν λόγω ορίων του νόμου ασκήσεως του δικαιώματος, είναι ότι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση αυτού δικαιούται, εκτός των άλλων, να προβάλει ένσταση, αντένσταση κ.λ.π., αποκρούοντας την άσκηση αυτή, εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (ΑΠ 917/2008. NOMOS). Προκειμένου, δε, να είναι νόμιμη η ένσταση αυτή, πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, ήτοι να προτείνονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, προσθέτως, δε, να γίνεται επίκληση της καταχρήσεως, που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής και για την αιτία αυτή (ΟλΑΠ 472/1983, ΝοΒ 32. 48, ΑΠ 128/2008, NOMOS, ΑΠ 65/2005, ΕλλΔικ 2005. 764, ΑΠ 1253/2004, ΕλλΔικ 46, 119, ΑΠ 783/2001, NOMOS, ΕφΛαρ 514/2007, Δικογραφία 2007, 556, ΕφΛαρ 112/2003, ΝοΒ 2004, 264).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι, με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους. προβάλλουν την ένσταση παραιτήσεως των εναγουσών, με μονομερή, άτυπη δήλωση, από την επίκληση ακυρότητας της ένδικης διαθήκης και από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους δικαίωμα επί της κληρονομιάς του .................. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η πρώτη ενάγουσα, με την από 15-4-2003 έγγραφη δήλωσή της, αποδέχθηκε το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης του συζύγου της ως «γνήσιο, αληθές και πραγματικό» και η δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, με τις από 9-5-2003 υπεύθυνες δηλώσεις τους, δήλωσαν ότι δεν έχουν οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση επί της κληρονομιάς του αδελφού τους ................., με αποτέλεσμα, η μεν πρώτη ενάγουσα να παραιτηθεί από το δικαίωμά της να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης του ως άνω θανόντος, οι δε λοιπές ενάγουσες να παραιτηθούν από την άσκηση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού τους δικαιώματος. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη η από 15-4- 2003 δήλωση της πρώτης ενάγουσας, αποτελεί αναγνώριση της άκυρης, από 8-8-2002 ιδιόγραφης διαθήκης του ................., η οποία δεν καθιστά έγκυρη τη διαθήκη αυτή, ώστε να αποκλείει, ως αποσβεσθείσα, την αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας, αλλά αποτελεί ελεύθερα εκτιμώμενη από το Δικαστήριο εξώδικη ομολογία της πρώτης ενάγουσας για την ανυπαρξία ελαττωμάτων, που συνεπάγονται ακυρότητα της διαθήκης. Περαιτέρω, ακόμη και εάν η αναγνώριση αυτή έχει την έννοια ιης παραιτήσεως της νομιμοποιούμενης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη, πρώτης ενάγουσας, από το δικαίωμα της να προσβάλει την διαθήκη ως άκυρη ή και από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της δικαίωμα, που θίγεται από αυτήν, εφόσον η παραίτηση αφορά κληρονομιαία ακίνητα, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και η υποβολή της στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (άρθρα 369, 1033, 1121, 1143, 1266, 166, 217 παρ. 2, 1942 παρ. 2 ΑΚ). Ομοίως, όσον αφορά τη δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμω αβάσιμος διότι οι από 9-5-2003 υπεύθυνες δηλώσεις τους, με τις οποίες παραιτούνται από το κληρονομικό τους δικαίωμα επί της κληρονομίας του θανόντος αδελφού τους, αποτελούν εκποίηση κληρονομίας, η οποία, όμως, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (1942 παρ. 2 ΑΚ). Ακολούθως, οι εναγόμενοι προβάλλουν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών να επιδιώκουν με την ένδικη αγωγή την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης, δεδομένου ότι με τις αμέσως αναφερθείσες δηλώσεις τους, είχαν δημιουργήσει στους εναγομένους την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να προσβάλλουν την από 8-8-2002 ιδιόγραφη διαθήκη. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αφού η πρώτη ενάγουσα γνωστοποίησε στον πρώτο εναγόμενο την ύπαρξη της επίμαχης διαθήκης, άπαντες οι διάδικοι συμφώνησαν να αναγνωριστεί η ενκυρότητα αυτής και να δημοσιευτεί νομίμως, ο δε πρώτος εναγόμενος και η πρώτη ενάγουσα συμφώνησαν, περαιτέρω, να καταβάλει ο πρώτος στη δεύτερη το ποσό των 100.000 ευρώ και να της μεταβιβάσει το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στη διαθήκη ακινήτου, κατά τη ρητώς εκπεφρασμένη βούληση του διαθέτη, να επιβαρυνθεί ο πρώτος εναγόμενος το σύνολο του φόρου κληρονομίας και να λαμβάνει η πρώτη ενάγουσα το μίσθωμα του καταστήματος που αναφέρεται στη διαθήκη. Οτι, πράγματι, ο πρώτος εναγόμενος εκπλήρωσε όλες τις ανωτέρω υποχρεωθείς του έναντι της πρώτης ενάγουσας και, μάλιστα, επιβαρύνθηκε και με την πληρωμή του φόρου μεταβιβάσεως του ιδανικού μεριδίου του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που αναφέρεται στη διαθήκη, ενώ με την από 8-5-2003 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο πρώτος εναγόμενος και η πρώτη ενάγουσα ζήτησαν τη δημοσίευση της ένδικης διαθήκης και την κήρυξή της ως κυρίας. Ενόψει των ανωτέρω, οι εναγόμενοι διατείνονται ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής παρίσταται καταχρηστική, διότι η προηγηθείσα συμπεριφορά των εναγουσών δημιούργησε στους εναγομένους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται νπ προσβάλλουν την ένδικη διαθήκη, η δε μεταγενέστερη και δη τέσσερα και πλέον έτη από τη δημοσίευση της διαθήκης, άσκηση της κρινόμενης αγωγής, με την οποία διώκεται η ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε, συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τους εναγομένους. Με το περιεχόμενο αυτό, η εκ του άρθρου 281 ΑΚ προβαλλόμενη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα, από τους εναγομένους, πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν μόνα τους να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος της υπό κρίση αγωγής των εναγουσών, σε προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε κάθε περίπτωση, δε, οι εναγόμενοι δεν εκθέτουν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι διαμορφώθηκε τέτοια κατάσταση, η ανατροπή της οποίας θα επιφέρει στον υττόχρεο επαχθείς συνέπειες. Τέλος, οι εναγόμενοι αρνούνται τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της κρινόμενης αγωγής. Επειδή, δε, προς αντίληψη του ζητήματος της γνησιότητας της γραφής και υπογραφής του διαθέτη ................. στην ως άνω, φερόμενη ως ιδιόγραφη, από 8-8-2002 διαθήκη του, απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, το Δικαστήριο κρίνει, ότι προς ασφαλή διάγνωση της επίδικης διαφοράς, είναι αναγκαίο να διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από γραφολόγο πραγματογνώμονα (άρθρα 368, 369 και 372 ΚΠολΔ) και να καθοριστούν οι προθεσμίες για την όρκιση του πραγματογνώμονα, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και για την υποβολή της έγγραφης γνωμοδοτήσεώς του (άρθρα 383, 385 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής στο ακροατήριο, η πρώτη και τρίτη των ενανουσών παραστάθηκαν μετά και η δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Καραγιώργου. Ο τελευταίος, όμως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αποδεικνύει, όπως απαιτείται στην προκειμένη περίπτωση, την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας, με προσκομιδή συμβολαιογραφικής πράξεως, εφόσον η δεύτερη ενάγουσα εκπροσωπήθηκε από αυτόν και δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο. Ως εκ τούτου, πρέπει να επιτραπεί η προσωρινή συμμετοχή του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου στην παρούσα δίκη και να οριστεί προθεσμία προκειμένου να συμπληρωθεί, με επιμέλεια της δεύτερης ενάγουσας, η προαναφερθείσα έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας του ανωτέρω δικηγόρου, είτε με την προσκομιδή συμβολαιογραφικής πράξεως, είτε με προφορική δήλωση της εν λόγω διαδίκου, που θα καταχωρηθεί στα πρακτικά συνεδριάσεως, η οποία φέρει το χαρακτήρα μεταγενέστερης εγκρίσεως των διαδικαστικών πράξεων εκ μέρους της δεύτερης ενάγουσας, υπέρ της οποίας τούτες επιχειρήθηκαν. Η προθεσμία αυτή πρέπει να οριστεί σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, μετά την πάροδο της οποίας θα επανεισαχθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση με κλήση οποιουδήποτε από τα διάδικα μέρη, σε δικάσιμο που θα οριστεί νόμιμα. Από την εμπρόθεσμη, δε, συμπλήρωση αυτής, εξαρτάται το κύρος των πράξεων, τις οποίες επιχείρησε στο στάδιο αυτό της δίκης ο δικηγόρος της δεύτερης ενάγουσας (άρθρα 96 παρ. 1, 98 παρ. 1, 104 και 105 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατ` ακολουθία των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας δεν εμποδίζει την έκδοση μη οριστικής αποφάσεως πριν από τη συμπλήρωσή της, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 254 ΚΠολΔ, η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, σε νέα δικάσιμο, προκειμένου να διενεργηθεί, όπως ήδη εκτέθηκε, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και να συμπληρωθεί η προαναφερθείσα έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας του ανωτέρω δικηγόρου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο.

Επιτρέπει στον εκπροσωπούντα τη δεύτερη ενάγουσα δικηγόρο Δημήτριο Καραγιώργο να συμμετάσχει προσωρινά στην παρούσα δίκη και ορίζει προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας, προκειμένου αυτός να αποδείξει την ειδική πληρεξουσιότητά του για τη διεξαγωγή της δίκης αυτής, είτε με την προσκομιδή ειδικού πληρεξουσίου, είτε με προφορική δήλωση της δεύτερης ενάγουσας, που θα καταχωρηθεί στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού.

Διατάσσει τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, με τη φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων.

Διορίζει πραγματογνώμονα τη ................. συζ. ................., αναλυτική δικαστική γραφολόγο, κάτοικο Φιλοθέης Αττικής, ................., αριθμ. ..., ΤΚ ....., τηλ. ................., ................. η οποία εμπεριέχεται στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που τηρείται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού. Η τελευταία, αφού δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την νόμιμη επίδοση της παρούσας αποφάσεως σε αυτήν και αφού λάβει υπόψη της όλα τα στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και κάθε στοιχείο που ήθελαν θέσει υπόψη της οι διάδικοι, θα διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη, για να αποφανθεί περί του εάν η από 8-8-2002, φερόμενη ως ιδιόγραφη, διαθήκη του ................., έχει γραφεί και υπογραφεί από τον τελευταίο ή άλλο πρόσωπο. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης πρέπει να κατατεθεί στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου μέσα σε προθεσμία σαράντα (40) ημερών από την όρκιση της πραγματογνώμονα, από την ίδια ή ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και να συνταχθεί έκθεση.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2010.



Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με απόντες τους διάδικους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.



Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Ε.Φ.


Κληρονομιά. Παραίτηση  ( με συμβολαιογραφικό έγγραφο) κληρονόμου υπέρ συγκληρονόμου χωρίς να απαιτείται αποδοχή και μεταγραφή αυτής, μετά την άπρακτη πάροδο της προς αποποίηση προθεσμίας.

Σχόλια