Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Πολιτική αγωγή. Παράσταση του Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος κατ' εξαίρεση των οριζομένων στο άρθρο 68 ΚΠΔ. Απάτη σε βάρος του Δημοσίου. Στοιχεία εγκλήματος. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Έννοια συναυτουργίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ. 2711/1953 "περί τροποποιήσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και περί δικών του Δημοσίου διατάξεων", το Δημόσιο "δύναται δια τας εξ οιουδήποτε αδικήματος απορρέουσας αξιώσεις αποζημιώσεώς του, να παρίσταται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, πρόβαλλαν ταύτας το πρώτον επ' ακροατηρίω άμα τη εκφωνήσει της υποθέσεως άνευ εγγράφου τινός προδικασίας και δια μόνης της δηλώσεως του νομίμου πληρεξουσίου του, καταχωριζομένης εις το οικείον πρακτικόν ...". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Δημόσιο, κατ' εξαίρεση αυτών που ορίζει το άρθρο 68 Κ.Π.Δ, σχετικά με το χρόνο δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, το περιεχόμενο και την προδικασία αυτής, διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να επιδιώξει τις περί αποζημιώσεως απαιτήσεις του, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δια δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του, που καταχωρείται στα πρακτικά με την εκφώνηση της υποθέσεως, πριν δηλαδή την απαγγελία της κατηγορίας και χωρίς καμία προδικασία της σχετικής αγωγής κ.λ.π. Εξάλλου το δημόσιο έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος του και έχει αντίκτυπο στην πίστη, το κύρος και τη φήμη του. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Τούτο ισχύει και για το Δημόσιο, χωρίς στο σημείο αυτό να έχει επιφέρει μεταβολή η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953, με την οποία απαλλάχτηκε το Δημόσιο μόνο από την υποχρέωση για τήρηση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 68 του Κ.Π.Δ προδικασίας.


ΑΡΙΘΜΟΣ 108/2013

 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαραντόπουλο και 2) Π. Ξ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαραντόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 103/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Άννα Πρεβενά.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2011 αίτησή τους η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1433/11.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο που εξετάζει την πολιτική αγωγή, είναι υποχρεωμένο να αποφασίζει για αυτή και ότι κατ' εξαίρεση μόνο μπορεί να την παραπέμψει στα πολιτικά δικαστήρια για τα κεφάλαια της απαίτησης που τυχόν δεν θα είναι εκκαθαρισμένα. Δεν είναι δε αναγκαίο, να βεβαιώνεται στη σχετική με την πολιτική αγωγή αιτιολογία της απόφασης ότι στο μέτρο που επιδικάστηκε στον πολιτικώς ενάγοντα αποζημίωση η σχετική απαίτησή του ήταν και εκκαθαρισμένη, γιατί αυτό προκύπτει από τη μη παραπομπή της στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 2365/2005). Περί του εκκαθαρισμένου ή μη των αξιώσεων το Δικαστήριο της ουσίας κρίνει κυριαρχικά (ΑΠ 17/1991) ήτοι αποφασίζει ελεύθερα χωρίς να δεσμεύεται από τυπικές αποδείξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση 103/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και από κοινού σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν ως αποζημίωση τούτου, που παρέστη ως πολιτικώς ενάγον, το ποσό του 1.166.823,18 ευρώ. Επομένως, ο περί απόλυτης ακυρότητας πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Δικαστήριο έπρεπε να παραπέμψει την απαίτηση αποζημίωσης για τη ζημία εκ του άνω αδικήματος του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου στα διοικητικά Δικαστήρια ως ανεκκαθάριστη, είναι αβάσιμος αφού, κατά τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε κυριαρχικά την απαίτηση αυτή ως εκκαθαρισμένη και δεν είχε υποχρέωση να την παραπέμψει στα διοικητικά ή άλλα Δικαστήρια, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την περί τούτου κρίση του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ. 2711/1953 "περί τροποποιήσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και περί δικών του Δημοσίου διατάξεων", το Δημόσιο "δύναται δια τας εξ οιουδήποτε αδικήματος απορρέουσας αξιώσεις αποζημιώσεώς του, να παρίσταται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, πρόβαλλαν ταύτας το πρώτον επ' ακροατηρίω άμα τη εκφωνήσει της υποθέσεως άνευ εγγράφου τινός προδικασίας και δια μόνης της δηλώσεως του νομίμου πληρεξουσίου του, καταχωριζομένης εις το οικείον πρακτικόν ...". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Δημόσιο, κατ' εξαίρεση αυτών που ορίζει το άρθρο 68 Κ.Π.Δ, σχετικά με το χρόνο δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, το περιεχόμενο και την προδικασία αυτής, διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να επιδιώξει τις περί αποζημιώσεως απαιτήσεις του, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δια δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του, που καταχωρείται στα πρακτικά με την εκφώνηση της υποθέσεως, πριν δηλαδή την απαγγελία της κατηγορίας και χωρίς καμία προδικασία της σχετικής αγωγής κ.λ.π. Εξάλλου το δημόσιο έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος του και έχει αντίκτυπο στην πίστη, το κύρος και τη φήμη του. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Τούτο ισχύει και για το Δημόσιο, χωρίς στο σημείο αυτό να έχει επιφέρει μεταβολή η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953, με την οποία απαλλάχτηκε το Δημόσιο μόνο από την υποχρέωση για τήρηση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 68 του Κ.Π.Δ προδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον προς επιδίκαση του άνω ποσού ως αποζημίωσή του ως και του ποσού των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση του για τη ζημία και τη ηθική βλάβη που υπέστη αντίστοιχα από την αξιόποινη πράξη της απάτης που τέλεσαν οι αναιρεσείοντες σε βάρος του. Στη δήλωση του αυτή το Δημόσιο είχε προβεί και στην πρωτόδικη διαδικασία. Επομένως, παραδεκτώς παρέστη το Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγον πρωτοδίκως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την άνω προσβαλλόμενη απόφαση κατά των αναιρεσειόντων τούτων. Η αιτίαση αυτών ότι έπρεπε να παραστεί κατά των λοιπών κατηγορουμένων δημοσίων υπαλλήλων μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού, από τα πρακτικά της δίκης, προκύπτει με σαφήνεια ότι η δήλωση του δημοσίου περιορίστηκε μόνο κατά των αναιρεσειόντων ιδιωτών. Όθεν, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας λόγω παράνομης παράστασης του ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, στον ένοχο των αδικημάτων μεταξύ των οποίων και εκείνου του άρθρου 386 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο αρθρ. 263 Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των "5.000.000" δραχμών (ήδη 50.000.000 δρχ. παρ. 3 αρθρ. 4 ν. 2408/1996), επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. (Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης, που ιδρύουν αμφότερες τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 103/2011 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού και ύστερα από συναπόφαση, έχοντας εξ υπαρχής το σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 397.575.000 δρχ ή 1.166.823,18 Ευρώ, προερχόμενο από τη διαδοχική εκταμίευση και καταβολή προς την ανωτέρω εταιρία εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου των επί μέρους χρηματικών ποσών που σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω αποφάσεως, αντιστοιχούσαν στην καταβλητέα επιχορήγηση, χωρίς η ανωτέρω εταιρία να υλοποιήσει και να ολοκληρώσει την επιχορηγούμενη επένδυση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, ότι η υπό χρηματοδότηση εταιρία, κατά τη πρόοδο των εργασιών υλοποίησης της επένδυσης, είχε συνολικά καταβάλει και δαπανήσει το ποσό των 641.250.000 δραχμών για την κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων, για τη προμήθεια, μεταφορά και εγκατάσταση μηχανολογικού εξοπλισμού κλπ, ενώ το αληθές ήταν, όπως αυτοί γνώριζαν, ότι δαπάνες ύψους 320.450.000 δρχ δεν είχαν πραγματοποιηθεί, αλλά απλώς εμφανίζονταν ότι είχαν πραγματοποιηθεί. Τούτο δε πέτυχαν με την έκδοση σειράς τιμολογίων της εμφανιζόμενης ως προμηθεύτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΟΜΗΡΟΣ ΕΠΕ" την ιδέα σύστασης της οποίας είχαν από κοινού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι και ο μεσολαβητής Φ. Δ., χωρίς όμως να εμφανίζεται κανένας απ' αυτούς, παρά μόνον ο υπερήλικας πατέρας του τελευταίου ως μοναδικό μέλος αυτής. Όπως προέκυψε όμως από έρευνα του ΣΔΟΕ, τα εκδοθέντα από την εν λόγω επιχείρηση τιμολόγια ήταν εικονικά, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρία, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη και ουδέποτε είχε τη δυνατότητα να πωλήσει ή να κατασκευάσει τα αναφερόμενα στα εν λόγω τιμολόγια μηχανήματα. Επίσης παρέστησαν ψευδώς ότι είχε ολοκληρωθεί η υλοποίηση της επένδυσης και ότι είχαν τεθεί σε παραγωγική λειτουργία οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης, ότι αυτές εξυπηρετούσαν την παραγωγή ακρυλικών φύλλων καθώς και ότι είχαν δημιουργηθεί 30 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ το αληθές που αυτοί γνώριζαν ήταν ακριβώς το αντίθετο. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να παραπλανηθούν τα αρμόδια για την εκταμίευση όργανα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και να καταβάλουν στους προαναφερθέντες, που ενεργούσαν για λογαριασμό της χρηματοδοτούμενης εταιρίας, τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό επί μέρους χρηματικά ποσά. Αποτέλεσμα δε των παραπάνω ενεργειών των κατηγορουμένων, ήταν να αποκομίσουν αυτοί, μέσω της χρηματοδοτούμενης εταιρίας, παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 397.575.844 δρχ ή 1.166.823,18 Ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, αφού ουδέποτε δαπανήθηκε το ανωτέρω ποσό για το σκοπό που δόθηκε και η εν λόγω εταιρία και το εργοστάσιο αυτής στη ..., ουδέποτε τέθηκε σε παραγωγική λειτουργία. Επομένως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση για την οποία κατηγορούνται." Ακολούθως το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατά πλειοψηφία τον πρώτο για την αναφερομένη στην αρχή πράξη, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ενόχους τους κατηγορουμένους Π. Ξ. του Κ. και Δ. Κ. του Κ., τον τελευταίο κατά πλειοψηφία του ότι: Ενεργώντας από κοινού και με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στην Κομοτηνή και σε μη επακριβώς διακριβωθείσες ημερομηνίες, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από 25-5-1995 έως 23-8-1996, μετά την έκδοση της με αριθμό ΙΕ/1010/ΝΝ80478/Ν1892/90/25-5-1995 απόφασης του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που υπήγαγε στις διατάξεις του Ν. 1892/1990 τη δαπάνη επένδυσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΧΗΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΕ" και με το διακριτικό τίτλο "ΠΛΕΞΙ ΑΕ" με έδρα τη ... και αφορούσε την ίδρυση και εγκατάσταση στην εν λόγω Βιομηχανική περιοχή, μονάδας παραγωγής ακρυλικών φύλλων, έχοντας σκοπό να αποκομίσει η ανωτέρω εταιρία αλλά και οι ίδιοι, παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, παρέστησαν εν γνώσει τους σε τρίτους, ψευδή γεγονότα ως αληθινά, πείθοντας άλλους σε πράξη που είχε ως συνέπεια να προκληθεί βλάβη στη περιουσία του Δημοσίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. ή 146.735,14 Ευρώ, με ισόποσο περιουσιακό όφελος αυτών και της ανωτέρω εταιρείας. Συγκεκριμένα έχοντας αυτοί εξ αρχής το σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 397.575.000 δρχ ή 1.166.823,18 Ευρώ, προερχόμενο από τη διαδοχική εκταμίευση και καταβολή προς την ανωτέρω εταιρία εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου των επί μέρους χρηματικών ποσών που σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω αποφάσεως αντιστοιχούσαν στην καταβλητέα επιχορήγηση, χωρίς η ανωτέρω εταιρία να υλοποιήσει και να ολοκληρώσει την επιχορηγούμενη επένδυση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς την 11-11-1995, την 28-11-1995, την 22-12-1995 και την 23-08-1996 ότι η εταιρεία κατά την πρόοδο των εργασιών υλοποιήσεως της επενδύσεως τηρώντας τους όρους της ανωτέρω μνημονευομένης αποφάσεως υπαγωγής είχε καταβάλει και δαπανήσει (βλ. αρθρ. 3 παρ. 2 της αποφάσεως υπαγωγής) ποσό συνολικού ύψους 641.250.000 δραχμών για την κατασκευή κτιριακών και ειδικών εγκαταστάσεων, για διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου, για προμήθεια μεταφορά και εγκατάσταση μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού, για αγορά μεταφορικών μέσων και για αγορά τεχνολογίας ενώ όπως γνώριζαν το αληθές είναι ότι δαπάνες ύψους συνολικού τουλάχιστον 320.450.000 δραχμών δεν είχαν πραγματοποιηθεί δεδομένου ότι τα τιμολόγια που αφορούν στις δαπάνες αυτές συνολικού ποσού 320.450.000 δραχμών εκδόσεως της εμφανιζόμενης ως προμηθεύτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΟΜΗΡΟΣ ΕΠΕ" με αριθμούς 1/2-12-1995, 5/8-11-1995, 6/10-12-1995, 7/10-12-1995, 8/10-12-1995, 9/10-12-1995, 10/10-12-1995, 11/19-02-1996, 12/19-02-1996,13/20-02-1996, 14/20-02-1996, 15/20-02-1996, 16/20-02-1996, 17/21-2-1996, 18/21-02-1996, 19/24-2-1996 και 20/5-6-1996 είναι εικονικά και επιπλέον την 23-08-1996 και ακολούθως την 04-04-1997 ότι είχε ολοκληρωθεί η υλοποίηση της επενδύσεως και είχαν τεθεί σε παραγωγική λειτουργία οι εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως, ότι αυτές εξυπηρετούσαν την παραγωγή ακρυλικών φύλλων, καθώς και ότι δημιουργήθηκαν 30 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ όπως αυτοί γνώριζαν το αληθές είναι ότι η επένδυση δεν είχε πραγματοποιηθεί και ολοκληρωθεί, ούτε η συγκεκριμένη επιχείρηση τέθηκε σε παραγωγική λειτουργία και δεν είχε δημιουργηθεί οποιαδήποτε θέση εργασίας. Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις γεγονότων που κατά τα ανωτέρω μνημονευόμενα χρονικά σημεία ενεργώντας από κοινού κατ' εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσαν τα πρόσωπα αυτά μετά από απόφαση που αυτοί τους προκάλεσαν παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι της Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης που ήταν αρμόδιοι για την εκταμίευση των επί μέρους χρηματικών ποσών της επιχορηγήσεως και πείσθηκαν να καταβάλουν προς την προαναφερόμενη εταιρία τμηματικώς την 11-11-1995 ποσό ύψους 63.612.000 δραχμών, την 28-11-1995 ποσό ύψους 63.612.000 δραχμών, την 22-12-1995 ποσό ύψους 63.612.000 δραχμών, την 23-08-1996 ποσό ύψους 127.224.000 δραχμών, την 4-4-1997 ποσό ύψους 79.515.000 δραχμών. Αποτέλεσμα των διαδοχικών εκταμιεύσεων των παραπάνω χρηματικών ποσών ήταν η περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου να υποστεί βλάβη συνολικού ύψους 397.575.844 δραχμών ή 1.166.823,18 Ευρώ με ισόποσο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας περιουσιακό όφελος της παραπάνω εταιρείας. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως διά παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών από τους αναιρεσείοντες της άνω πράξεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την πράξη αυτή. Πλέον συγκεκριμένα αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός των αναιρεσειόντων να πορισθούν αυτοί και η εταιρεία που εκπροσωπούσαν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος του Δημοσίου, εκτίθενται οι ψευδείς παραστάσεις αυτών με τις οποίες παραπλανήθηκαν τα αρμόδια όργανα της αναφερομένης Δημόσιας Υπηρεσίας και κατέβαλαν το άνω ποσό των 397.575.000 δραχμών διαδοχικώς προς την αναφερόμενη εταιρεία ως επιχορήγηση επένδυσης που είχε υπαχθεί στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1892/1990 και αφορούσε την ίδρυση μονάδας παραγωγής ακρυλικών, ότι αυτοί γνώριζαν ότι η επένδυση αυτή δεν είχε πραγματοποιηθεί και ολοκληρωθεί, ούτε τέθηκε σε παραγωγική διαδικασία, ούτε είχε δημιουργηθεί κάποια θέση εργασίας και έτσι, δια της εκταμίευσης του άνω ποσού, η εταιρεία που αυτοί εκπροσωπούσαν παρανόμως ωφελήθηκε κατά το ποσό τούτο, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, κατά τις παραδοχές αντίστοιχο έργο που κάλυπτε και το ποσό αυτό δεν είχε συντελεστεί. Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται οι συγκεκριμένες υλικές ενέργειες εκάστου τούτων ως συναυτουργών σχετικά με την τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξεως (Ολ.ΑΠ 507/1990). Εξάλλου, το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την περί της ενοχής τους κρίση του έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, όσον δε αφορά την από Ιουνίου 1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ορκωτών εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών Κ. Β. και Δ. Π., από τα πρακτικά προκύπτει ότι αυτή αναγνώστηκε με αριθμό 124 και περαιτέρω προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, αξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε αν και δεν μνημονεύεται ειδικότερα στο σκεπτικό μαζί με τα άλλα έγγραφα που αναγνώστηκαν και δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται ειδικότερα ότι αυτή λήφθηκε ιδιαιτέρως υπόψη. Τέλος, με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχτηκαν, ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, την οποία και ορθώς ερμήνευσε αφού η βλάβη του Δημοσίου υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμές με ισόποσο όφελος της εταιρείας που αυτοί εκπροσωπούσαν. Όθεν και ο τελευταίος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και να επιβληθούν σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-11-2011 αίτηση των Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και Π. Ξ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 103/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει του αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου εκ τριακοσίων (300) ευρώ. Και
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ