Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος 394 Π.Κ.

Κατά το άρθρο 394 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος από τον οποίο προέρχεται το πράγμα. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος που είναι υπαλλακτικώς μικτό, δυνάμενο να τελεστεί με έναν από τους ως άνω αναφερομένους τρόπους και προϋποθέτει προηγούμενη τέλεση αξιόποινης πράξεως, από την οποία προήλθε το πράγμα που μεταβιβάστηκε σε τρίτον, είναι, εκτός άλλων, και ο δόλος του αποδεχομένου το προϊόν του εγκλήματος, δηλαδή η γνώση του τρίτου ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και η θέληση αποδοχής του πράγματος αυτού. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά που καταδεικνύουν αμέσως ή και εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενο έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής αυτού, μολονότι γνωρίζει την προέλευσή του.


Απόφαση 1034 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Θέμα


Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.



Περίληψη:

Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πότε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υποχρέωση δικαστηρίου προς αιτιολογία αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων (δεν υπάρχει υποχρέωση εάν είναι αόριστος). Απορρίπτει αίτηση.



Αριθμός 1034/2010


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βλάχο, περί αναιρέσεως της 2646/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1687/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ο δόλος, που ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος) ή με την γνώση ορισμένου περιστατικού ή εάν ο δόλος έχει τη μορφή του ενδεχομένου τοιούτου, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Περαιτέρω, λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι, δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2646/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου (είναι ο εδώ αναιρεσείων), (εδέχθη) τα εξής περιστατικά: "Στις αρχές Νοεμβρίου του 2001 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, ο οποίος τότε ήταν 18 ετών και φοιτητής, ενδιαφερόμενος για την αγορά ενός αυτοκινήτου σε χαμηλή τιμή, απευθύνθηκε προς τούτο στον απολειπόμενο κατηγορούμενο ..., ο οποίος ήταν γνωστός του πατέρα του και ο οποίος τον συνέστησε στον Θ, ο οποίος ήταν φυγόδικος και εμφανιζόταν ως έμπορος αυτοκινήτων. Ο τελευταίος διαβεβαίωσε τον κατηγορούμενο ότι έχει τη δυνατότητα να τον προμηθεύσει με ένα τέτοιο αυτοκίνητο. Προς τούτο ο Θ επικοινώνησε με τον Ξ, ο οποίος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει και τον οποίο είχε γνωρίσει στις φυλακές και του ζήτησε να τον προμηθεύσει με ένα αυτοκίνητο. Μετά από αυτά ο Ξ τις νυκτερινές ώρες της 9 προς 10/11/2001 στη ... παραβίασε την κλειδαριά της πόρτας του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 318, έτους κατασκευής 1993, χρώματος μαύρου, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του ..., ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας και το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία του επί της οδού ... και στη συνέχεια, αφού το έθεσε σε λειτουργία το αφήρεσε από την κατοχή του, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Μετά την κλοπή του αυτοκινήτου ο Ξ τηλεφώνησε στον εξάδελφό του Φ και του ζήτησε να τον συνοδεύσει στην ..., όπου θα μετέφερε το κλεμμένο αυτοκίνητο. Ο τελευταίος δέχθηκε και έτσι τις πρωινές ώρες της 10-11-2001 μετέφεραν το κλεμμένο αυτοκίνητο στην .... Στην ... συναντήθηκαν στο ... με τον Θ και τον πρώτο κατηγορούμενο Χ, ο οποίος ενδιαφερόταν για την αγορά του αυτοκινήτου και ο οποίος είχε συμφωνήσει με το Θ να αγοράσει με τη μεσολάβησή του το αυτοκίνητο αντί τιμήματος 600.000 δραχμών. Όπως αποδείχθηκε η αξία του αυτοκινήτου ήταν πολλαπλάσια, υπερέβαινε δε το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Κατά τη συναλλαγή ο Ξ έδειξε στον κατηγορούμενο τον τρόπο με τον οποίο θα έθετε σε λειτουργία το αυτοκίνητο με τα καλώδια, αφού δεν είχαν κλειδιά του αυτοκινήτου για να του παραδώσουν. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατέβαλε έναντι του τιμήματος στον Ξ το ποσό των 235.000 δραχμών και συμφωνήθηκε να καταβάλλει το υπόλοιπο ποσό μετά από τρεις ημέρες σε νέα συνάντηση που θα είχαν. Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος παρέλαβε το αυτοκίνητο και τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας συναντήθηκε με τους φίλους του ..., ... και ... και αφού δείπνησαν σε ταβέρνα στη συνέχεια πήγαν το αυτοκίνητο στην περιοχή των ..., σε άλλη δηλαδή περιοχή από αυτή στην οποία διέμενε αυτός, όπου το στάθμευσε επί της οδού ... και το σκέπασε με κάλυμμα αυτοκινήτου, προφανώς για να μη φαίνεται ο αριθμός του που ήταν αριθμός ... και κινούσε υπόνοιες και σε περίπτωση ανευρέσεως αυτού να μην καταστεί δυνατόν να διαπιστωθεί η συμμετοχή του στην παράνομη μεταβίβαση και κατοχή από αυτόν του αυτοκινήτου. Την ώρα που σκέπαζε το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος έγινε αντιληπτός από αστυνομικούς του Α.Τ. ..., οι οποίοι περιπολούσαν στην περιοχή και οι οποίοι προέβησαν σε έλεγχο και επειδή υποψιάστηκαν την παράνομη προέλευση του αυτοκινήτου, γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε άδεια κυκλοφορίας στο όνομά του, ούτε κλειδιά της μηχανής, ήταν δε παραβιασμένη και η πόρτα του οδηγού, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν μαζί με τους φίλους του στο Αστυνομικό Τμήμα. Εκεί ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι γνώριζε την παράνομη προέλευση του αυτοκινήτου, όλα δε τα αντίθετα υποστηριζόμενα οψίμως από αυτόν δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμα. Το ότι το παραπάνω αυτοκίνητο ήταν προϊόν κλοπής και το ότι αυτό το γνώριζε ο κατηγορούμενος συνάγεται όχι μόνο από την παραπάνω παραδοχή του, αλλά και από το γεγονός ότι η τιμή, στην οποία το αγόρασε αυτός ήταν ασήμαντη σε σχέση με την πραγματική αξία του που αναφέρθηκε, καθώς και από το γεγονός ότι αυτό δεν είχε κλειδιά της μηχανής και ήταν παραβιασμένη η πόρτα του οδηγού. Επίσης συνάγεται και από το γεγονός ότι δεν του παραδόθηκε απόκομμα της άδειας κυκλοφορίας υπογεγραμμένο από τον κύριο του αυτοκινήτου, καθώς και από το γεγονός ότι αυτός δεν το στάθμευσε κοντά στην οικία του αλλά σε άλλη περιοχή και το σκέπασε με κάλυμμα, για να μη φαίνεται ο αριθμός του κατά τα εκτεθέντα. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω πράξη του από ιδιοτέλεια, δεδομένου ότι η αξία του αυτοκινήτου ήταν πολλαπλάσια από την τιμή που συμφώνησε να το αγοράσει, καθόσον υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δραχμών κατά τα εκτεθέντα.

Μετά τη σύλληψή του ο κατηγορούμενος με υπόδειξη των αστυνομικών, έκλεισε ραντεβού με τον Θ στις 11-11-2001 στο σταθμό του μετρό ... για να του καταβάλλει δήθεν μέρος των χρημάτων που όφειλε για την αγορά του αυτοκινήτου. Έτσι έγινε δυνατή και η σύλληψη του Θ, ο οποίος πήγε στο παραπάνω σημείο. Μετά από αυτά ο Θ, οδήγησε τους αστυνομικούς στο επί της οδού ... στο ... διαμέρισμα του δευτέρου κατηγορουμένου Ζ, όπου φιλοξενούνταν ο Ξ και ο Φ, οι οποίοι και συνελήφθησαν. Σε έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα του δευτέρου κατηγορουμένου βρέθηκαν στην κατοχή του ένα μαχαίρι τύπου "πεταλούδα", χωρίς να δικαιολογείται η κατοχή του για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση και χωρίς να έχει για την κατοχή του άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής του. Επίσης βρέθηκε στην κατοχή του ένα αναισθητικό σπρέι, του οποίου απαγορεύεται η κατοχή από το νόμο. Τέλος βρέθηκε στην κατοχή του μικροποσότητα 9 γραμμάτων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης την οποία κατείχε αυτός για δική του αποκλειστική χρήση και για την οποία έχει παύσει η ποινική δίωξη, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 του ν. 3346/2005 και έχει διαταχθεί η δήμευση και η καταστροφή της με την εκκαλούμενη απόφαση.

Η παραπάνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια, όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο και της παράνομης οπλοκατοχής, όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, οι οποίες τους αποδίδονται, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι των πράξεων αυτών". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στην ... στις 10-11-2001 με πρόθεση αγόρασε και δέχτηκε στην κατοχή του πράγμα που προερχόταν από αξιόποινη πράξη, ενήργησε δε από ιδιοτέλεια και συγκεκριμένα στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο αγόρασε και δέχτηκε στην κατοχή του από τους Ξ και Φ το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου 318, έτους κατασκευής 1993, χρώματος μαύρου, με αριθμό πλαισίου ... και κινητήρα ..., το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του ... και από τον οποίο το είχε αφαιρέσει ο Ξ με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, αντί τιμήματος 600.000 δραχμών, το οποίο ήταν ευτελές σε σχέση με την αξία του, η οποία υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δραχμών, γνώριζε δε αυτός ότι το αυτοκίνητο αυτό προερχόταν από την αξιόποινη πράξη της κλοπής και ενήργησε από ιδιοτέλεια, προκειμένου να καρπωθεί την παραπάνω διαφορά της αξίας του σε σχέση με το τίμημα που συμφώνησε να καταβάλλει".

Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 394 παρ. παρ. 1 και 4 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται ότι το αυτοκίνητο προήρχετο από την αξιόποινη πράξη της κλοπής, ότι ο αναιρεσείων, το έλαβε στην κατοχή του με μεταβίβαση από τον κλέψαντα Ξ και σε συνεννόηση με αυτόν και ότι εντεύθεν εγνώριζε την προέλευσή του, πέραν του ότι αναφέρεται ρητώς στο διατακτικό το "με πρόθεση" (χωρίς να απαιτείται στο προκείμενο αδίκημα ειδική αιτιολόγηση του δόλου), οι συνθήκες υπό τις οποίες το αυτοκίνητο περιήλθε στην κατοχή του αποδέκτου αναιρεσείοντος, ως και η ιδιοτέλειά του με την αναφορά της αξίας της κτήσεως και της διαφοράς μεταξύ τιμής κτήσεως και αγοραίας αξίας αυτού, χωρίς να είναι αναγκαίο διά την αιτιολογία να αναφέρει από ποία αποδεικτικά μέσα κατέληξε στην αξία του αυτοκινήτου, πέραν του ότι η κρίση για τη διαφορά της αξίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς και το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανελέγκτως περί του αντικειμένου της πράξεως. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. υποστηρίζων τα αντίθετα ότι η προσβαλλομένη, δηλαδή, απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, ιδία εκ του τελευταίου τούτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η απαιτουμένη κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς εκείνους, δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, ή της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, οίος είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 παρ. 2. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται σαφώς και ορισμένως, με όλα, ήτοι, τα αναγκαία διά την θεμελίωσή των πραγματικά περιστατικά, ώστε να παρέχεται η δυνατότης εις το δικαστήριο της αξιολογήσεως αυτών και εις περίπτωση αποδοχής να οδηγούν εις το ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Άλλως το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένως, όταν απορρίψει αυτοτελή ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, τότε πρώτου κατηγορουμένου εζήτησαν να γίνει δεκτό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου αυτού οι ελαφρυντικές περιστάσεις και... "της καλής διαγωγής μετά την πράξη του". Ούτως όμως ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός προεβλήθη εντελώς αορίστως χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά προς θεμελίωσή του και το δικαστήριο, εντεύθεν, ουδεμία υποχρέωση είχε να απαντήσει, αν και ως εκ περισσού απήντησε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Περί αυτού δεν υπάρχει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο". Μετά ταύτα ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας και όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).




ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/11/2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2646/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή