Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Δάνεια σε Ελβετικό φράγκο : 3789/2015 Π.Π.Αθηνών | ενημέρωση του δανειολήπτη, σε σχέση με τα δάνεια σε συνάλλαγμα και αναφορικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, πρέπει να γίνεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό

 Δάνεια σε Ελβετικό φράγκο :  3789/2015 Π.Π.Αθηνών | ενημέρωση του δανειολήπτη, σε σχέση με τα δάνεια σε συνάλλαγμα και αναφορικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, πρέπει να γίνεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό
Ως περίληψη βάζω αυτή την παράγραφο από την απόφαση :


"....η ενημέρωση του δανειολήπτη, σε σχέση με τα δάνεια σε συνάλλαγμακαι αναφορικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, πρέπει να γίνεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, που να διαθέτει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3606/2007 πιστοποιητικό καταλληλότητας, η δε θεσπιζόμενη, με την προαναφερόμενη διάταξη της ΠΔΤΕ 2501/2002 (§Β αριθ. 2 περ. χ), υποχρέωση ενημέρωσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συνίσταται και στην παροχή ειδικών πληροφοριών, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα του προϊόντος αυτού, με ομοειδή, καθώς και να γίνεται κατανοητή η πιθανή εξέλιξη του δανείου, ως προς το οφειλόμενο κεφάλαιο, και οι πιθανοί κίνδυνοι, για τη διευκόλυνση δε της κατανόησης και συγκρισιμότητας του παραπάνω προϊόντος, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων, που προσδιορίζουν την πορεία του δανείου, με εναλλακτικές παραδοχές, ως προς την κύρια συνιστώσα, που δεν είναι άλλη από την εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας, παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα."

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΡΙΘΜΟΣ 

ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 3789/2015

(ΓΑΚ 5959/2015 & ΑΚΔ 200/2015) ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ιωάννα Κουκουράκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Παναγιώτα Μαντή, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, Αθανάσιο Μαρνέρη, Πρωτοδίκη, και από την γραμματέα Ελένη Κρητικού. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 04-06-2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των εναγόντων: 1) -3)...., κατοίκων Μελισσίων Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξη Αλεξόπουλο. Της εναγομένης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «.....................» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «.....................................................», η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λευκοθέα Βασιλοπούλου. Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 08-01-2015 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 200/2015, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 07ης -05-2015, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφηκε στο πινάκιο (ΧΗ3-4). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης δανείου είναι: α) χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, β) μεταβίβαση της κυριότητας αυτών από το δανειστή στον οφειλέτη, γ) συμφωνία των μερών περί αποδόσεως άλλων πραγμάτων της ίδιας ποιότητας και ποσότητας, δ) η μεταβίβαση κυριότητας των αντικαταστατών πραγμάτων να γίνεται με τον αποκλειστικό σκοπό της χρησιμοποιήσεως των, από τον δανειζόμενο και δη της αναλώσεώς των, από τούτον. Δηλαδή, αναγκαίο στοιχείο του δανείου είναι, εκτός του να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση, κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ, η παράδοση και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων (ΑΠ 1802/2007, 1417/2007, ΕφΑθ 3706/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, όπως γίνεται δεκτό, για την κατάρτιση του δανείου, δεν απαιτείται οπωσδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων, που αποτελούν το αντικείμενο του δανείου, όπως ρητά αναφέρει η ΑΚ 806, αλλά αρκεί το δάνεισμα να περιέρχεται από την περιουσία του δανειοδότη, στην περιουσία του δανειολήπτη. Το οικονομικό αυτό αποτέλεσμα επέρχεται π.χ. με συμφωνία των μερών, ότι το οφειλόμενο χρέος από άλλη αιτία, θα οφείλεται εφεξής, λόγω δανείου, με επιταγή, γραμμάτιο εις διαταγήν ή συναλλαγματική, που εκδίδεται ή οπισθογραφείται υπέρ του δανειολήπτη, με εκχώρηση απαίτησης, με πράξη γύρου (πίστωση τραπεζικού λογαριασμού του λήπτη) κ.α. (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος τόμος Ι (2004), σελ. 577, βλ. και Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, τόμος Γ, ημιτόμος Γ, σελ. 354). ΙΙ. Περαιτέρω, κατά την προϊσχύσασα εξαιρετική νομισματική νομοθεσία και ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 εδ. β' Ν. 5422/1932, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ΝΔ της 14.7.1932 (που κυρώθηκε με τον Ν. 5665/1932) και με το άρθρο 6 του AM 800/1937, απαγορεύθηκε η συνομολόγηση υποχρεώσεων στην ημεδαπή, σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, με δάνεια ή άλλες συμβάσεις, με εξαίρεση τα συναπτόμενα από τις Κτηματικές Τράπεζες, που εδρεύουν στην Ελλάδα ενυπόθηκα δάνεια, καθώς και τα δάνεια που αφορούν τη χρηματοδότηση του εισαγωγικού εμπορίου. Κατά το άρθρο 4 ΑΝ 362/1945, κάθε δικαιοπραξία από την οποία πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις, για την καταβολή τιμήματος ή μισθώματος ή αμοιβής πάσης φύσεως, υπηρεσιών ή έργου υπέρ προσώπου διαμένοντος στην Ελλάδα, μπορεί να συνομολογείται μόνο σε δραχμές, η ρήτρα δε σε δικαιοπραξία, με την οποία συνομολογούνται αξιώσεις ή υποχρεώσεις σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, είναι άκυρη. Στην περίπτωση αυτή το αρμόδιο δικαστήριο προσδιορίζει, κατά την κρίση αγαθού ανδρός, τη δίκαιη αντιπαροχή, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι ανώτερη του ισάξιου σε δραχμές, του αναφερόμενου στη ρήτρα ποσού χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή συναλλάγματος, επί τη βάσει της νόμιμης τιμής αυτών, κατά την ημέρα της συνομολογήσεως της δνκαιοπραξίας, εφόσον και το προκύπτον έτσι, ποσό δραχμών, δεν θα θεωρείται υπέρογκο. Οι διατάξεις αυτές του ΑΝ 362/1945 έχουν εφαρμογή, κατά διασταλτική ερμηνεία, σε κάθε δικαιοπραξία εν ζωή, με την οποία συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις σε χρυσό ή ξένο νόμισμα, επομένως δε και σε σύμβαση δανείου (ΑΠ 971/1996 ΕΕΝ 1998,164). Με την υπ' αριθμ. 267/9.4.1953 ΠΥΣ (παρ. 7), όμως, θεσπίστηκε μερική εξαίρεση από τις ανωτέρω απαγορεύσεις. Ειδικότερα, με την ανωτέρω ΠΥΣ επιτράπηκε η κατάρτιση δανειακών συμβάσεων με ρήτρα ξένου νομίσματος (ΟλΑΠ 21/1990 ΕλλΔ 31,811). Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 142/13.11.1978 ΠΥΣ εγκρίθηκε η κατά την υπ' αριθμ. 187/19.10.1978 συνεδρίαση της Νομισματικής Επιτροπής (Υποεπιτροπής Πιστώσεων), ληφθείσα απόφαση, με την οποία επιτράπηκε η εκ μέρους των τραπεζών, χορήγηση πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων σε ξένο νόμισμα, σε ημεδαπές ή αλλοδαπές ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Επακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 1976 της 19/25.9.1991, Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, στον οποίο, ας σημειωθεί, είχαν μεταβιβαστεί οι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής και των υποεπιτροπών της (άρθρο 1 Ν 1266/1982), με την οποία επιτράπηκε ο δανεισμός σε συνάλλαγμα, ιδιωτικών και δημοσίων επιχειρήσεων. Επιπλέον, με την υπ' αριθμ. 537/1993 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία συμπλήρωσε την ΠΔ/ΤΕ 1976/19.9.91, διευκρινίστηκε ότι επιτρεπόταν ο δανεισμός σε συνάλλαγμα, φυσικών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, από τις εμπορικές και κτηματικές τράπεζες, στο πλαίσιο της πιο πάνω Πράξης, για την κατασκευή, επισκευή και αγορά ακινήτων στην Ελλάδα, που προορίζονται για ιδιόχρηση ως κατοικίες ή εκμετάλλευση. Τέλος, με την υπ' αριθμ. 2325 της 2/11.8.1994 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2342 της 24/29.11.1994 Πράξη του ίδιου και η οποία εκδόθηκε, στο πλαίσιο του ΠΔ 96/1993, "Περί προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας, σης διατάξεις της Οδηγίας αριθμ. 88/361/ΕΟΚ και της Οδηγίας αριθμ. 92/122/ΕΟΚ, σχετικά με την "κίνηση κεφαλαίων", περιορίστηκε ακόμη περισσότερο η αρχή της απαγορεύσεως συνάψεως τραπεζικών δανείων σε ξένο νόμισμα. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω ΠΔ/ΤΕ, επιτράπηκε χωρίς περιορισμούς, η χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα, φυσικών και νομικών προσώπων. Μάλιστα, στο άρθρο 1 του πρώτου κεφαλαίου αυτής ορίζεται ότι "η διάρκεια, η τυχόν περίοδος ανανέωσης ή παράτασης των δανείων που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος της παρούσας Πράξης, το επιτόκιο και οι λοιποί όροι καθορίζονται ελεύθερα μεταξύ των συναλλασσομένων μερών" (βλ. ΑΠ 2196/2009, ΧΡΙΔ 2011/105, ΕφΑθ 91/2004 ΔΕΕ 2004/427, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2005/104). Επακολούθησε ο Ν. 2842/2000, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή με το Ευρώ, με την εισαγωγή του ως ενιαίου Ευρωπαϊκού νομίσματος, σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και την, εντεύθεν, ομαλοποίηση της οικονομικής καταστάσεως στην Ελλάδα. Παράλληλα, στο άρθρο 5 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι «Ι. Καταργούνται οι διατάξεις του ν. 362/1945, το άρθρο 2 του ν. 944/1946 και γενικά κάθε διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα: α) σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα, β) σε εγχώριο νόμισμα, εφόσον το ποσό των απαιτήσεων και υποχρεώσεων αφήνεται να προσδιοριστεί από την τιμή του συναλλάγματος, του χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή του τιμαρίθμου». Eτσι, με την ανωτέρω διάταξη ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, ως προς τη νομιμότητα της συνομολόγησης οποιοσδήποτε ενοχής σε ξένο νόμισμα (βλ. ΑΠ 2196/2009, ΧΡΙΔ 2011/105). ΙΙΙ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 5 της προαναφερόμενης, υπ' αριθμ. 2325/1994, Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας (όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με την ΠΔΤΕ 2342/1994), «3. Το προϊόν του δανείου μπορεί να διατεθεί και απευθείας στο εξωτερικό μέσω της δανείστριας τράπεζας για τους σκοπούς που αναφέρονται στη δανειακή σύμβαση ή να κατατεθεί σε λογαριασμό συναλλάγματος στην εν λόγω τράπεζα. Οι τράπεζες στις οποίες τηρούνται οι ως άνω λογαριασμοί έχουν την υποχρέωση να διαβιβάζουν στη δανείστρια ή μεσολαβούσα τράπεζα η οποία τηρεί τον σχετικό φάκελλο και έχει την ευθύνη της σοναλλαγματικής εξυπηρέτησης του δανείου τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, αφού προηγουμένως ακυρωθούν, στις οποίες οι τράπεζες θα αναγράφουν, κατά την έκδοσή τους, ότι το δραχμοποιούμενο συνάλλαγμα αφορά το δάνειο που έχει συναφθεί σύμφωνα με την παρούσα Πράξη καθώς και τα παραστατικά χρησιμοποίησης του δανείου...5.... Οι δανείστριες τράπεζες οφείλουν να τηρούν σε ειδικά κατά δάνειο φάκελλο τα εξής δικαιολογητικά: α) Τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, αφού προηγουμένως ακυρωθούν, στις οποίες οι τράπεζες θα αναγράφουν, κατά την έκδοσή τους, ότι το δραχμοποιούμενο συνάλλαγμα αφορά το δάνειο που έχει συναφθεί σύμφωνα με την παρούσα Πράξη. β)...». IV. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β', του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων, για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 904/2011 Αρμ 2012.1708). Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «Σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί, εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος, στην αρχική της διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο "υπέρμετρη διατάραξη" της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για "σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών". Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου "υπέρμετρη" διατάραξη θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (γ.ο.σ) και, συνεπώς, σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή, έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία, ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει, επομένως, όπως ο όρος "υπέρμετρη" διατάραξη εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει "ουσιώδη ή σημαντική" διατάραξη. Η ανάγκη αυτή, εναρμονισμένης δηλαδή, προς την Οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια, μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο "διατάραξη" και μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη", στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης, με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β', του ν. 2741/1999. Συνεπώς, και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου γ.ο.σ. είναι η με αυτόν "ουσιώδης ή σημαντική" διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006 ΕλλΔνη 2006.419). Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι η παρ. 2 του άρθρου 6 του ως άνω νόμου έχει ήδη αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθ. 2 του ν. 3587/2007. Ορίζεται δε πλέον σε αυτή ότι γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Προστέθηκε, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο όρος "σημαντική", που δεν υπήρχε στην προϋπάρχουσα μορφή του άρθρου. Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των γ.ο.σ., που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς, και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se), καταχρηστικοί, χωρίς, ως προς αυτούς, να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται, κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ια', σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Η σωρευτική εφαρμογή από το Δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του άρθ. 2 του ν. 2251/1994 δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου "της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή", είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές, κατά αμάχητο τεκμήριο, περιπτώσεις καταχρηστικότητας αποτελούν ενδείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και, συγκεκριμένα, της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της, στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι γ.ο.σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει, εκ των προτέρων, κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση, παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, κατ' αρχήν, δεν λαμβάνεται υπόψη, για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου γ.ο.σ. Εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθ. 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει, δηλαδή, παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007.975). Η ως άνω απαίτηση περί διαφάνειαςτων γ.ο.σ. δεν αφορά, εξάλλου, απλά και μόνο τον κατανοητό αυτών χαρακτήρα, από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι' αυτόν (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 30ης Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13, Arpad Kasler, Hajnalka Kaslerne Rabai κατά OTP Jelzalogbank Zrt, σκέψεις 71 - 75). Η παραπάνω σαφήνεια, δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας, ήτοι τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για τον λόγο δε αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή, με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ειδικά, όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η διαφάνεια, λοιπόν, αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, που, κατά το φαινόμενο, έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί να οδηγήσουν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειάς τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994. Για το λόγο αυτό και οι γ.ο.σ., υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010.943, ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005.802). Περαιτέρω, η ακυρότητα ενός γ.ο.σ. δεν επιδρά στο κύρος όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ΄ αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, δεν αναγνωρίζεται στον προμηθευτή η δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί. Εξ αντιδιαστολής, έτσι, συνάγεται ότι ο καταναλωτής δεν εμποδίζεται να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 181. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 181 ΑΚ, ολική είναι η ακυρότητα όταν καταλαμβάνει ολόκληρη τη δικαιοπραξία, ενώ μερική είναι η ακυρότητα, εάν αφορά μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Μερική ακυρότητα υπάρχει όταν, κατά την έννοια του νόμου, η ενέργεια ακυρότητας (και όχι η αιτία - λόγος ακυρότητας), πλήττει μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Η μερική ακυρότητα δικαιοπραξίας μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας, ο δε γενικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 181 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν η δικαιοπραξία μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ή περισσότερα διακριτά μεταξύ τους μέρη ή όταν πρόκειται για ενιαία, εξωτερικά, δικαιοπραξία, αποτελούμενη από περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, που συνάπτουν οι συμβαλλόμενοι και συναποτελούν, λόγω του περιεχομένου και του σκοπού τους, ενιαία οικονομική ενότητα και, κατά τη θέληση όλων των συμβαλλομένων μερών, οι περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, τελούν σε συνεξάρτητη και έχουν συνομολογηθεί ως ουσιώδεις, με την έννοια ότι η σύναψη της μίας έχει εξαρτηθεί από τη σύναψη της άλλης, ώστε και η ακυρότητα μίας από αυτές, να καθιστά μη θελημένη την ενιαία δικαιοπραξία. Για να επεκταθεί η ακυρότητα του μέρους, σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία, πρέπει ένας από τους συμβαλλόμενους να ισχυριστεί και να αποδείξει, ότι η υποθετική θέληση όλων των μερών, κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας θα ήταν να μην ισχύσει η (όλη), δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, δηλαδή του συγκεκριμένου όρου ή της αυτοτελούς συμφωνίας κλπ. Η δε αναζήτηση και εξακρίβωση, της σχετικής υποθετικής βούλησης των συμβαλλόντων, γίνεται με χρήση υποκειμενικών κριτηρίων (αξιολογήσεις των συμβαλλομένων, κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας, οικονομικά συμφέροντα αυτών κλπ.), αλλά και με χρήση αντικειμενικών κριτηρίων (φύση της δικαιοπραξίας, σκοπός αυτής κλπ.), βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 772/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). V. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους, σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, το διαπλαστικό δικαίωμα, να ζητήσει από το δικαστήριο, την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής, στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι: α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, γ) από την μεταβολή αυτή, η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Εκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, είναι αυτά που δεν επέρχονται, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων και προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ.. (ΑΠ 1171/2004 ΕλλΔνη 46. 157, ΕφΑθ 7313/2006 ΕλλΔνη 2006. 295, ΕφΑθ 3627/1997 ΑρχΝ 1998.602). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από τον νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή, τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση, είναι διαπλαστικές. Αποτέλεσμα δε τούτου είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από της επιδόσεως της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα (ΟλΑΠ 3/2014, ΑΠ 2022/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). VI.Τέλος, με την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/2002 (ΦΕΚ Α', 277/2002), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του, με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 3601/2007), και, άρα έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που θεσπίζονται στην παράγραφο Α της εν λόγω ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους, για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, καθώς και να μεριμνούν, για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών, προς το συναλλακτικό κοινό. Το περιεχόμενο της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης, που αποσκοπεί, στο να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, καθορίζεται στην παράγραφο Β της ίδιας ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται, ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κτλ.). Αναφορικά, ειδικότερα, με τα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, δάνεια, θεσπίζεται υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας (§Β αριθ. 2 περ. χ). Το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω υποχρέωσης ενημέρωσης δεν εξειδικεύεται περαιτέρω στην παραπάνω πράξη, η ως άνω, όμως, απαίτηση δεν αφορά απλά και μόνο, στην υπόμνηση για την πιθανότητα αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, παρά πρέπει να οδηγεί τον δανειολήπτη να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που τέτοια πιθανότητα συνεπάγεται γι' αυτόν. Ειδικότερα, η παραπάνω διάταξη, που θεσπίζει την εν λόγω υποχρέωση ενημέρωσης (§Β αριθ. 2 περ. χ), πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, βάσει της οποίας, όπως γίνεται δεκτό (ΑΠ 1352/2011, ΕφΑθ 1403/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οι τράπεζες έχουν αυξημένη ευθύνη, κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της, η πιστωτική σχέση, ως έννομη σχέση, ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας, από την πλευρά των τραπεζών, των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς, γι' αυτούς, συνέπειες, πρέπει δε να εξειδικευθεί, ως προς το ειδικότερο περιεχόμενο της, βάσει των όσων ορίζονται στην ίδια ως άνω ΠΔΤΕ, στην παρ. Β αριθ. 1 (in fine), αναφορικά με τις τραπεζικές καταθέσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα εκεί οριζόμενα, «Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων. Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε: αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, (και) σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κλπ.), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα». Και, ναι μεν, η προπαρατιθέμενη διάταξη αναφέρεται στην ενημέρωση των συναλλασσομένων με την τράπεζα, οι οποίοι επιλέγουν ένα καταθετικό προϊόν, το οποίο έχει ένα βαθμό ρίσκου και γι' αυτό προσιδιάζει (χωρίς, ωστόσο, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3606/2007), στον χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, άξιο, ωστόσο, ανάλογης προστασίας είναι και το συμφέρον των δανειοληπτών που επιλέγουν δάνειο σε ξένο νόμισμα, το οποίο, ως εκ του πράγματος και δεδομένης της μακράς διάρκειας των δανείων (ιδίως αυτών της στεγαστικής πίστης), ενέχει υψηλό ρίσκο. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι το συμφέρον των τελευταίων τούτων χρήζει ακόμη μεγαλύτερης προστασίας, έναντι αυτού των καταθετών, στους οποίους, κατά το γράμμα της, αναφέρεται η παραπάνω διάταξη της παρ. Β αριθ. 1 (in fine), καθώς οι δανειολήπτες, επειδή είναι αυτοί που «ζητούν χρήμα», βρίσκονται σε οικονομικά ασθενέστερη θέση, έναντι αυτών που επενδύουν χρήμα, και, άρα, είναι πιθανότερο να παρασυρθούν ευκολότερα σε επιλογές χωρίς, προηγουμένως, να έχουν αντιληφθεί, ή έστω εκτιμήσει, τις οικονομικές συνέπειες, που μπορεί να συνεπάγονται γι' αυτούς. Με τα πιο πάνω δεδομένα, η ενημέρωση του δανειολήπτη, σε σχέση με τα δάνεια σε συνάλλαγμα και αναφορικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, πρέπει να γίνεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, που να διαθέτει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3606/2007 πιστοποιητικό καταλληλότητας, η δε θεσπιζόμενη, με την προαναφερόμενη διάταξη της ΠΔΤΕ 2501/2002 (§Β αριθ. 2 περ. χ), υποχρέωση ενημέρωσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συνίσταται και στην παροχή ειδικών πληροφοριών, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα του προϊόντος αυτού, με ομοειδή, καθώς και να γίνεται κατανοητή η πιθανή εξέλιξη του δανείου, ως προς το οφειλόμενο κεφάλαιο, και οι πιθανοί κίνδυνοι, για τη διευκόλυνση δε της κατανόησης και συγκρισιμότητας του παραπάνω προϊόντος, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων, που προσδιορίζουν την πορεία του δανείου, με εναλλακτικές παραδοχές, ως προς την κύρια συνιστώσα, που δεν είναι άλλη από την εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας, παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι οι δύο πρώτοι εξ αυτών, απευθύνθηκαν, στα τέλη του έτους 2006, προκειμένου να λάβουν δάνειο για αγορά κατοικίας, στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «....................», η οποία, κατά τον τότε χρόνο, προωθούσε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, τα οποία διαφημίζονταν, όπως ακριβώς και από τις περισσότερες ελληνικές τράπεζες, για το ανταγωνιστικό, χαμηλό, επιτόκιο που εξασφάλιζαν. Περαιτέρω, εκθέτουν ότι πράγματι συνήψαν, την 13η-12-2006, με την εν λόγω τραπεζική εταιρεία, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύτηκε, με απορρόφησή της, με την εναγόμενη, σύμβαση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, ποσού 574.875 ελβετικών φράγκων ή 352.770,62 ευρώ, διάρκειας 20 ετών, με κυμαινόμενο επιτόκιο, υπολογιζόμενο με βάση το LIBOR (CHF), έλαβαν δε τη διαβεβαίωση από τους εκπροσώπους της τράπεζας ότι το επιτόκιο θα ανερχόταν σε ποσοστό 2,7%, κατ' ανώτατο όριο, με εξασφαλισμένη την πτωτική του τάση, ενώ, επίσης, συμφωνήθηκε, με τον υπ' αριθμ. 3.01 όρο της σύμβασης, το ποσό του δανείου να εκταμιευθεί σε ελβετικά φράγκα, και, αφού μετατραπεί σε ευρώ, με την τιμή αγοράς ελβετικών φράγκων, του δελτίου συναλλάγματος της Τράπεζας, να πιστωθεί στον καταθετικό λογαριασμό των δανειοληπτών. Επιπρόσθετα, ιστορούν ότι η μηνιαία δόση του δανείου παρουσίαζε αυξομειώσεις, ωστόσο η τάση της ήταν ανοδική, με αποτέλεσμα, ενώ στην αρχή κινήθηκε στο ποσό των 2.000 ευρώ, τον Αύγουστο του έτους 2011 έφθασε στο ποσό των 2.467 ευρώ, εξαιτίας δε, της αδυναμίας τους να την καταβάλλουν, συνήψαν με την τράπεζα, την από 24-08-2011 τροποποιητική πράξη, με την οποία μεταβλήθηκε η διάρκεια του δανείου και συγκεκριμένα επιμηκύνθηκε κατά 10 έτη, με αποτέλεσμα την πτώση του ποσού της μηνιαίας δόσης. Περαιτέρω, εκθέτουν ότι το έτος 2013, εξαιτίας της μείωσης των εισοδημάτων τους, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, αιτήθηκαν την περαιτέρω επιμήκυνση του χρόνου διάρκειας του δανείου, πλην όμως η τράπεζα εκβιαστικά απαίτησε, προκειμένου να κάνει δεκτό το εν λόγω αίτημα, την εγγύηση τρίτου, κατόπιν δε τούτων υπεγράφη η από 07-06-2013 τροποποιητική πράξη, με την οποία επιμηκύνθηκε η διάρκεια του δανείου κατά 10 επιπλέον έτη, με αποτέλεσμα την περαιτέρω πτώση του ποσού της μηνιαίας δόσης, ενώ, επίσης, συνήφθη, μεταξύ της τράπεζας και του τρίτου ενάγοντος, η με ίδια ημερομηνία σύμβαση εγγύησης, με την οποία ο τελευταίος εγγυόνταν την ολοσχερή εκπλήρωση των απορρεουσών, από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου σύμβαση, υποχρεώσεων των δύο πρώτων των εναγόντων. Περαιτέρω, ιστορούν ότι, μέχρι τον Ιούλιο 2014, είχαν καταβάλει στην τράπεζα το συνολικό ποσό των 156.905,36 ευρώ, πλην όμως, όταν μετά από αίτησή τους ενημερώθηκαν για το άληκτο κεφάλαιο του δανείου τους, έλαβαν την βεβαίωση της τράπεζας ότι οφείλουν το ποσό των 428.456 ελβετικών φράγκων, ήτοι το ισόποσο των 346.563,13 ευρώ, δηλαδή ποσό μόνον κατά 6.207 ευρώ μικρότερο, απ' αυτό που δανείστηκαν, κατά τον Δεκέμβριο 2006 (352.770,62 ευρώ), τότε δε ήταν που αντιλήφθηκαν ότι η τράπεζα τους είχε επιρρίψει τον κίνδυνο αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ελβετικού φράγκου και ευρώ, η οποία είχε αλλάξει άρδην, υπέρ του ελβετικού φράγκου, με συνέπεια της εκτίναξη της οφειλής τους, ενώ, την παραπάνω πλάνη τους, είχε σκοπίμως διατηρήσει η τράπεζα, αφού, στις βεβαιώσεις για φορολογική χρήση που τους προμήθευσε κατά τα έτη 2007 έως 2013, ως δάνεισμα αναφερόταν το ποσό των 352.770,62 ευρώ, και όχι αυτό των αντίστοιχων ελβετικών φράνκων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ζητούν, όπως τα αγωγικά αιτήματα εκτιμώνται από το Δικαστήριο: α) να αναγνωρισθεί το ανυπόστατο, της απορρέουσας από τις επίδικες συμβάσεις (αρχικής, τροποποιητικών και εγγυήσεως), οφειλής τους σε ελβετικό φράγκο, για τον λόγο ότι το δάνεισμα που αληθώς μεταβιβάστηκε στους δανειολήπτες, και το οποίο οι τελευταίοι υποχρεούνται να επιστέψουν, κατά την ΑΚ 806, ήταν σε ευρώ και όχι σε ελβετικό φράγκο, β) επικουρικά, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων, για τον λόγο ότι: βα) αντίκειται σε απαγορευτικές διατάξεις νόμου, και δη σ' αυτές των ΑΚ 806 και ΠΔΤΕ 1955/1991, που απαγορεύουν τη χορήγηση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, ββ) επικουρικά, δε, ως αντικείμενες στην ΠΔΤΕ 2325/1994, εφόσον, αφενός μεν, δεν υπήρχε από τους ίδιους (δανειολήπτες), ανάγκη χορήγησης δανείου σε συνάλλαγμα, και αφετέρου διότι, ουδέποτε έλαβε χώρα αυτούσια απόδοση του ποσού των 574.875 ελβετικών φράγκων, αλλά η σχετική εγγραφή έγινε μόνο λογιστικά, η δε τράπεζα δεν διαθέτει τις απαιτούμενες βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, γ) επικουρικά, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων, κατ' άρθρο 372 ΑΚ, ενόψει του ότι το ποσό της οφειλόμενης εκ μέρους τους μηνιαίας δόσης είναι αόριστο, καθώς συμφωνήθηκε να υπολογίζεται βάσει της ισοτιμίας του αλλοδαπού νομίσματος με το ευρώ, όπως αυτή θα διαμορφώνεται μονομερώς από την τράπεζα, κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, και κατ' απόλυτη κρίση της τελευταίας, δ) επικουρικά, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων, ολικά, κατ' άρθρο 181 ΑΚ, άλλως, μόνον μερικά, ενόψει των καταχρηστικών ΓΟΣ που περιέχει, και συγκεκριμένα: δα) του όρου περί εξόφλησης, της εκ του επίδικου δανείου οφειλής, σε ελβετικά φράγκα, δηλαδή του όρου περί επίρριψης στους ενάγοντες, του συναλλαγματικού κινδύνου, δβ) του όρου περί υπολογισμού του τόκου, με βάση έτος 360 ημερών, και δγ) του όρου με τον οποίο δηλώνεται απ' αυτούς, ότι έχουν ενημερωθεί επαρκώς και κατανοούν πλήρως τη φύση της σύμβασης και των γενικών όρων, τη φύση της σύμβασης και την έκταση των κινδύνων που αναλαμβάνουν, ε) επικουρικά, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων, ως αισχροκερδών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, για τον λόγο ότι οι εκπρόσωποι της τράπεζας τους παρέπεισαν να συνάψουν τη σύμβαση, εκμεταλλευόμενοι την κουφότητα και την απειρία τους, περί τα χρηματοοικονομικά δεδομένα, με αποτέλεσμα αυτοί να συνομολογήσουν μια δυσβάσταχτη παροχή, που τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την αντιπαροχή της τράπεζας, αφού η τελευταία είχε φροντίσει να αντισταθμίσει τον συναλλαγματικό κίνδυνο, με αποτέλεσμα να καρπώνεται σε βάρος τους, τη διαφορά της συναλλαγματικής ισοτιμίας, στ) επικουρικά, να κηρυχθεί η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων λόγω απάτης, άλλως, λόγω πλάνης, ζ) επικουρικά, να κηρυχθεί η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων, λόγω εικονικότητας, αφού η αληθής βούληση των μερών ήταν η χορήγηση δανείου σε ευρώ, και όχι σε ελβετικό φράγκο, η) επικουρικά, να αναπροσαρμοστεί η οφειλή τους, κατά την 311-12-2013, στο ποσό των 249.079 ευρώ, κατ' άρθρο 388 ΑΚ, άλλως κατ' άρθρο 288 ΑΚ. Επίσης, ζητούν να αναγνωρισθεί: α) ότι το ποσό των 352.770,62 ευρώ, το οποίο έλαβαν την 27η-- 02-2007 ως δάνεισμα, αποτελεί το μοναδικό ποσό κεφαλαίου που οφείλουν να επιστρέψουν στην εναγομένη, και β) ότι έχουν καταβάλει, προς εξόφληση του κεφαλαίου του δανείου, το ποσό των 103.690 ευρώ, μέχρι και την 31-12-2013. Τέλος, ζητούν να καταδικασθεί η εναγομένη να καταβάλει, σε έκαστο εξ αυτών, το ποσό των 50.000 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έχουν υποστεί. Συγκεκριμένα, εκθέτουν ότι, κατά τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων, η τράπεζα τους παρείχε πλημμελή ενημέρωση, αναφορικά με το εν λόγω τραπεζικό προϊόν που τους προώθησε, το οποίο είναι υψηλού ρίσκου και ασύμβατο με τις επιδιώξεις τους και τα οικονομικά τους δεδομένα, ενώ, ταυτόχρονα, οι υπάλληλοι αυτής, με τους οποίους διαπραγματεύτηκαν δεν ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένοι, για την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών, προς το συναλλακτικό κοινό, αναφορικά με τέτοιου είδους προϊόντα, εξαιτίας δε της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, έχουν υποστεί ζημία, αφού εγκλωβίστηκαν σε μία παράνομη σύμβαση, για χρονικό διάστημα σαράντα ετών, η οποία συνεπάγεται δυσβάσταχτη οικονομική τους επιβάρυνση, και, παράλληλα, έχει προσβληθεί η προσωπικότητα τους, βιώνοντας τα συναισθήματα του εγκλωβισμού, της εξαπάτησης, της κοροϊδίας και του εξευτελισμού, καθώς και το αίσθημα της ανασφάλειας, λόγω του μεταβλητού και του απρόβλεπτου της οφειλής τους, ενώ ταυτόχρονα έχει παραβιαστεί η οικονομική τους ελευθερία. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 18 και 25 ΚΠολΔ). Είναι δε αυτή επαρκώς ορισμένη και εν μέρει νόμιμη, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στις υπ' αριθμ. Ι, IV και VI νομικές σκέψεις, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 και 7 του ν. 2251/1994, 138,140, 141, 147, 155, 174, 178, 179, 180, 181, 281, 806, 847, 850, 851, 57, 59, 299, 914, 922, 932 του ΑΚ, ΠΔΤΕ 2501/2002, και 70 ΚΠολΔ. Μη νόμιμη και για τούτο απορριπτέα κρίνεται η υπό στοιχείο (β)(βα) επικουρική βάση της αγωγής, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στην υπ' αριθμ. II νομική σκέψη, δεν είναι απαγορευμένη η χορήγηση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα. Επίσης μη νόμιμη και για τούτο απορριπτέα κρίνεται η υπό στοιχείο (β) (ββ) επικουρική βάση της αγωγής, το μεν, διότι ούτε από την υπ' αριθμ. ΠΔΤΕ 2325/1994, της οποίας γίνεται επίκληση από τους ενάγοντες, ούτε εξ ουδεμίας άλλης διατάξεως, δεν τίθεται ως νόμιμη προϋπόθεση της εγκυρότητας της δανειακής σύμβασης σε συνάλλαγμα, η συνδρομή πραγματικής ανάγκης, εκ μέρους του δανειολήπτη, για χορήγηση συναλλάγματος, το δε, διότι η παραβίαση εκ μέρους της τράπεζας, των διατάξεων της παρατιθέμενης, παραπάνω, στην υπ' αριθμ. III νομική σκέψη, υπ' αριθμ. 2325/1994 ΠΔΤΕ, δεν συνεπάγεται ακυρότητα του χορηγούμενου σε συνάλλαγμα δανείου, την οποία να δύναται ο δανειολήπτης να επυκαλεσθεί, αλλ' ενδεχομένως κυρώσεις σε βάρος της τράπεζας, επιβαλλόμενες από την εποπτεύουσα αρχή. Επίσης μη νόμιμη και για τούτο απορριπτέα κρίνεται η υπό στοιχείο (γ) επικουρική βάση της αγωγής, στην οποία γίνεται επίκληση του άρθρου 372 του ΑΚ, για τον λόγο ότι το ύψος της μηνιαίας δόσης αφέθηκε στην απόλυτη κρίση της τράπεζας, δυνάμενης της τελευταίας να καθορίζει μονομερώς τη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου προς ευρώ, καθότι, από το περιεχόμενο της επίδικης δανειακής σύμβασης, η οποία ενσωματώνεται αυτούσια στην κρινόμενη αγωγή, και ειδικότερα από τον υπ' αριθμ. 5.01 όρο αυτής, προκύπτει ότι η καταβολή των μηνιαίων δόσεων συνομολογήθηκε να γίνεται, όχι σε ευρώ, αλλά σε ελβετικά φράγκα, επομένως προκύπτει αυτόχρημα, ήδη από την ανάγνωση του αγωγικού δικογράφου, το αβάσιμο της σχετικής επικουρικής βάσεως. Επίσης μη νόμιμη και για τούτο απορριπτέα κρίνεται η υπό στοιχείο (δ)(δβ) επικουρική βάση της αγωγής, περί ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων, ενόψει της ακυρότητας του συμβατικού όρου, περί υπολογισμού του τόκου με βάση έτος 360 ημερών, αφού, όπως προκύπτει από τον υπ' αριθμ. 6.2 όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης, η οποία ενσωματώνεται στην αγωγή, οι υπολογισμοί των τόκων συμφωνήθηκε να γίνονται με βάση έτος, όχι τριακοσίων εξήντα (360), αλλά τριακοσίων εξήντα πέντε (365) ημερών, επομένως προκύπτει αυτόχρημα, ήδη από την ανάγνωση του αγωγικού δικογράφου, το αβάσιμο της σχετικής επικουρικής βάσεως. Επίσης μη νόμιμη και για τούτο απορριπτέα κρίνεται η την υπό στοιχείο (δ)(δγ) επικουρική βάση της αγωγής, περί ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων ενόψει της ακυρότητας του συμβατικού όρου, με τον οποίο δηλώνεται ότι οι δανειολήπτες «έχουν ενημερωθεί επαρκώς και κατανοούν πλήρως τη φύση της σύμβασης και των γενικών όρων...», διότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για "όρο" της επίδικης σύμβασης, ο οποίος παράγει δικαιώματα και υποχρεώσεις, άλλως έννομες συνέπειες, αλλά περί δηλώσεως των συμβαλλομένων. Επίσης μη νόμιμη και για τούτο απορριπτέα κρίνεται η υπό στοιχείο (η) επικουρική βάση της αγωγής, αφού η επίκληση εκ μέρους των εναγόντων, των διατάξεων των άρθρων 388 και 288 του ΑΚ, δεν στηρίζει λοσιτελώς το αίτημά τους, για αναπροσαρμογή της οφειλής τους, στο ποσό των 352.770,62 ευρώ, κατά την 31η-12-2012, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στην υπ' αριθμ. V νομική σκέψη, τόσο η, βάσει των εν λόγω διατάξεων, αγωγή, όσο και η δικαστική απόφαση, που δέχεται την αγωγή αυτή, είναι διαπλαστικές, και, επομένως, το σχετικό δικαίωμα ασκείται από της επιδόσεως της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα. Τέλος, μη νόμιμο και για τούτο απορριπτέο κρίνεται το αίτημα περί αναγνωρίσεως ότι οι ενάγοντες έχουν καταβάλει, προς εξόφληση του κεφαλαίου του δανείου, το ποσό των 103.690 ευρώ, μέχρι και την 31-12-2013, καθώς αντικείμενο της κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να είναι η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας ή του ειδικότερου περιεχομένου μίας έννομης σχέσης, με την έννοια του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως (ΑΠ 492/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ), και όχι η διαπίστωση απλών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή της καταβολής, όπως ζητείται εν προκειμένω (ΑΠ 224/2007, ΑΠ 22/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, και δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το αντικείμενο της αγωγής, δικαστικό ένσημο, με τις νόμιμες επ' αυτού προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το υπ' αριθμ. 13903311/16-06-2015 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ, με τα επικολλημένα ένσημα υπέρ ΕΤΤΑ-ΤΑΝ ΚΑΙ ΕΤΑΑ-ΤΠΔΑ), πρέπει, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν. Από τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες, υπ' αριθμ. 874/08-04-2015 και υπ' αριθμ. 875/08-04-2015 ένορκες βεβαιώσεις των ..................... και .............................., που συντάχθηκαν ενώπιον της ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, κατόπιν vόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την υπ' αριθμ. 2036/03-04-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ιωάννη Παπακωνσταντίνου), από την με ημερομηνία 09-04-2015 γνωμοδότηση της .........., η οποία συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων και προσάγεται απ' αυτούς, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι, χωρίς, ωστόσο, να λαμβάνεται υπ' όψιν η από τους ενάγοντες προσκομιζόμενη, το πρώτον, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, μαζί με την από 16-06-2015 προσθήκη επί των προτάσεων τους, με ημερομηνία 07-05-2015 γνωμοδότηση της ....................., με τίτλο «Eκθεση Ζημίας στεγαστικού δανείου σε CHF» (αριθμός σχετικού 32), καθόσον προσκομίσθηκε προς απόδειξη των ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις των εναγόντων και όχι προς αντίκρουση ισχυρισμών της αντιδίκου τους (άρθρο 237 παρ. 3 γ' ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 13-12-2006 καταρτίστηκε μεταξύ, αφενός, των δύο πρώτων εναγόντων και αφετέρου, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «.............................», η οποία, στη συνέχεια συγχωνεύτηκε, με απορρόφηση της, με την εναγόμενη (βλ. ΦΕΚ 8678/09-12-2013, τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ), η υπ' αριθμ. ............. σύμβαση έντοκου δανείου, δυνάμει της οποίας η τράπεζα χορήγησε στους δύο πρώτους των εναγόντων ως δάνειο, για στεγαστικές ανάγκες αυτών, το ποσό των 574.875 ελβετικών φράγκων. Η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε 240 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβαλλομένων αποκλειστικά στο νόμισμα που χορηγήθηκε το δάνειο, δηλαδή σε ελβετικά φράγκα, και σε ημερομηνίες αντίστοιχες με την ημερομηνία εκταμίευσης (υπ' αριθμ. 5.01 όρος των γενικών όρων που συνοδεύουν την προαναφερόμενη σύμβαση). Το επιτόκιο του δανείου συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και καθορίστηκε, για τον πρώτο μήνα, από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, με βάση το επιτόκιο LIBOR (CHF) μηνός, όπως αυτό ορίσθηκε δύο εργάσιμες ημέρες πριν την εκταμίευση του δανείου, προσαυξημένο κατά 1,10 ποσοστιαίες μονάδες και της εισφοράς του Ν. 128/75, ενώ μετά τη λήξη της προηγούμενης περιόδου και για κάθε επόμενο μήνα, το επιτόκιο καθορίσθηκε με βάση το LIBOR (CHF) μηνός, όπως αυτό ορίζεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν τη λήξη του αμέσως προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 1,10 ποσοστιαίες μονάδες και της εισφοράς του Ν. 128/75. Περαιτέρω, με τον υπ' αριθμ. 13 όρο των γενικών όρων της προαναφερόμενης σύμβασης, συμφωνήθηκε η δυνατότητα μετατροπής του νομίσματος του δανείου (από ελβετικό φράγκο σε ευρώ), κατόπιν εγκρίσεως της τράπεζας και υπό την προϋπόθεση ότι: α) οι δανειολήπτες θα υποβάλουν εγγράφως σ' αυτήν, σχετικό ανέκκλητο αίτημα, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από την επιθυμητή ημερομηνία μετατροπής, β) το αίτημα θα αφορά το συνολικό ποσό του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου και γ) δεν θα υφίστανται ληξιπρόθεσμες οφειλές. Επίσης, με τον υπ' αριθμ. 11.3 όρο συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση καταγγελίας, η τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής, από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, υπολογίζοντας το ποσό της μετατροπής αυτής, με την τιμή αγοράς των ελβετικών φράγκων, που θα ίσχυε κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, σύμφωνα με το ημερήσιο δελτίο συναλλάγματος της τράπεζας, εκείνης της ημέρας. Το παραπάνω ποσό του δανείου, ήτοι το ποσό των 574.875 ελβετικών φράγκων, εκταμιεύθηκε στις 27-02-2007 και πιστώθηκε στον υπ' αριθμ.........................λογαριασμό των δανειοληπτών, αφού δε μετατράπηκε στο ισόποσο σε ευρώ, δηλαδή σε 352.770,62 ευρώ, πιστώθηκε στον υπ' αριθμ. ....................... καταθετικό λογαριασμό και εν συνεχεία αναλήφθηκε από τους δύο πρώτους των εναγόντων, προκειμένου, με τα χρήματα αυτά, οι τελευταίοι να αποπληρώσουν το τίμημα για την αγορά ακινήτου, κείμενου στα Μελίσσια Αττικής, επί της οδού ....................αρ. .... Η εκταμίευση του παραπάνω ποσού των 574.875 ελβετικών φράγκων, προκύπτει τόσο από την μηχανογραφικώς τηρούμενη από την τράπεζα, καρτέλα του δανείου, όσο και από το πρώτο, με ημερομηνία 01-03-2007, μηνιαίο statement, που απεστάλη στους δανειολήπτες, στο οποίο, μάλιστα, γίνεται ρητή μνεία περί του ότι η πληρωμή της επόμενης δόσης του δανείου θα γίνει στο νόμισμα του δανείου, δηλαδή σε ελβετικό φράγκο. Σε ακολουθία των ανωτέρω, με μόνη την σχετική πίστωση του υπ' αριθμ. ............................ λογαριασμού των δανειοληπτών - δύο πρώτων των εναγόντων, το δάνεισμα, δηλαδή το ποσό των 574.875 ελβετικών φράγκων, τέθηκε στη διάθεση των τελευταίων, και τούτοι, κατέστησαν δικαιούχοι του εν λόγω ποσού, ασχέτως του ότι, κατόπιν, ανέλαβαν, όχι ελβετικά φράγκα, αλλά το ισόποσο τους σε ευρώ, δηλαδή 352.770,62 ευρώ, όπως σχετικά προβλεπόταν και στον υπ' αριθμ. 3.01 όρο της σύμβασης. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, όπως αναλύθηκε παραπάνω στην υπ' αριθμ. Ι νομική σκέψη, για την κατάρτιση του δανείου, δεν απαιτείται οπωσδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων που αποτελούν αντικείμενο του δανείου, όπως ρητά αναφέρει η ΑΚ 806, αλλά αρκεί ότι το δάνεισμα περιέρχεται από την περιουσία του δανειοδότη, στην περιουσία του δανειολήπτη. Το οικονομικό αυτό αποτέλεσμα, εν προκειμένω, επήλθε με μόνη την πίστωση του λογαριασμού των δανειοληπτών, με το ποσό των 574.875 ελβετικών φράγκων, συνακόλουθα δε, τα όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, στην υπό στοιχείο (α) βάση της αγωγής τους, περί του ανυπόστατου της οφειλής σε ελβετικά φράγκα, καθόσον τέτοια (ελβετικά φράγκα), ουδέποτε τους παραδόθηκαν, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμα κατ' ουσίαν. Βέβαια, στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι πράγματι, οι δύο πρώτοι των εναγόντων - δανειολήπτες, συνήψαν την επίδικη σύμβαση, με την οποία το χρηματικό ποσό που αντιπροσώπευε το δάνεισμα ήταν εκφρασμένο σε ελβετικά φράγκα, πλην όμως το χρηματικό ποσό που είχαν πραγματική ανάγκη να λάβουν, ως δάνειο, ήταν σε εορώ, προκειμένου με τούτο, να εξοφλήσουν το τίμημα του ακινήτου που αγόρασαν στην Ελλάδα. Γι' αυτόν, άλλωστε, τον λόγο, εξ αρχής προβλέφθηκε στην σύμβαση ο προαναφερόμενος υπ' αριθμ. 3.01 όρος, περί του ότι: «Το συνολικό ποσό του δανείου θα εκταμιευθεί σε ελβετικά φράγκα και, αφού μετατραπεί σε ευρώ την ημέρα της εκταμίευσης με την τιμή αγοράς ελβετικών φράγκων του δελτίου συναλλάγματος εκείνης της ημέρας, θα πιστωθεί στον καταθετικό λογαριασμό του οφειλέτη ...». Επίσης, από τα μηνιαία statements που έστελνε η τράπεζα «..................................................................» στους δανειολήπτες, προκύπτει ότι για την εξυπηρέτηση του δανείου τηρούνταν, σε ελβετικά φράγκα, ο υπ' αριθμ. δανειακός ........... λογαριασμός, στην πραγματικότητα ωστόσο, οι δύο πρώτοι ενάγοντες εξοφλούσαν τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου, με χρέωση του υπ' αριθμ. .................... καταθετικού λογαριασμού, που ήταν συνδεδεμένος με τον δανειακό λογαριασμό και τηρούνταν στο όνομα του πρώτου ενάγοντος, σε ευρώ. Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι ενάγοντες, εκ των οποίων ο μεν πρώτος είναι δημοσιογράφος - ρεπόρτερ και η δεύτερη είναι καθηγήτρια γερμανικής γλώσσας και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, τα δε εισοδήματα τους είναι σε ευρώ, κατέθεταν τα ποσά των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, σε ευρώ, στον εν λόγω, υπ' αριθμ. ..............λογαριασμό, ο οποίος, ακολούθως, χρεωνόταν, αντιστοίχως, από την τράπεζα, προκειμένου να εξοφληθούν οι δόσεις. Εξάλλου, η επιλογή σύναψης δανείου σε ελβετικό φράγκο, από τους δύο πρώτους ενάγοντες, όπως και από μεγάλη μερίδα δανειοληπτών, εκείνης της χρονικής περιόδου, παρ' όλο που τούτο δεν αντιπροσώπευε τις πραγματικές τους ανάγκες, εξηγείται από το ότι, από τη θεσμοθέτηση του ευρώ (τον Ιανουάριο 1999), η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου παρέμενε σχετικά σταθερή (διακύμανση της τάξεως του 5,3%), ενώ, ταυτόχρονα, το διατραπεζικό επιτόκιο LIBOR CHF (επιτόκιο αναφοράς των αγγλικών τραπεζών για ελβετικά φράγκα), κυμαινόταν διαχρονικά σε χαμηλότερα επίπεδα, από το αντίστοιχο επιτόκιο EURIBOR (διατραπεζικό επιτόκιο που προσφέρεται για τις καταθέσεις μίας τράπεζας σε άλλη, σε ευρώ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα επιτοκιακό όφελος για τους δανειολήπτες, που δανείζονταν με επιτόκιο LIBOR CHF. Οι ανωτέρω λόγοι έδιναν συγκριτικό πλεονέκτημα, για το συγκεκριμένο προϊόν, σε σχέση με ένα δάνειο σε ευρώ, τονίζονταν δε το πλεονέκτημα αυτό, στις σχετικές διαφημιστικές καμπάνιες των τραπεζών - και έτσι προωθούνταν, απ' αυτές, μαζικά κατά τον τότε χρόνο, τα δάνεια σε ελβετικά φράγκα. Συγκεκριμένα, τονίζονταν τόσο η σταθερότητα της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ -ελβετικού φράγκου, όσο και το πλεονέκτημα της επιτοκιακής διαφοράς EURIBOR και LIBOR CHF, που είχε ως αποτέλεσμα χαμηλότερους τόκους και συνακόλουθα μικρότερη μηνιαία επιβάρυνση, για τον δανειολήπτη ελβετικού φράγκου, έναντι του δανειολήπτη σε ευρώ, ενώ τονιζόταν επίσης και η προσδοκία ότι η χαμηλή διακύμανση της ισοτιμίας ευρώ - ελβετικού φράγκου θα συνεχιζόταν και στο μέλλον, το δε επιτοκιακό όφελος θα κάλυπτε, σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε ζημία, από πιθανή ανατίμηση του ελβετικού φράγκου. Αναφορικά με το επιτόκιο LIBOR, πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο ήταν και παρέμεινε, ιδιαίτερα χαμηλό, σε σχέση με το επιτόκιο EURIBOR, βαίνει δε διαρκώς μειούμενο. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι από τις αρχές του έτους 2008 και εντεύθεν, η ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατέγραψε μεγάλη μείωση σε βάρος του ευρώ, ο δε δείκτης της διακύμανσης, η οποία είχε παραμείνει περίπου σταθερή, για τα προηγούμενα δεκαπέντε (15) έτη, τριπλασιάστηκε. Μάλιστα, το έτος 2011, η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας, έθεσε κατώτερο όριο στην ισοτιμία των δύο νομισμάτων, αυτό του 1,20 (δηλαδή 1 ευρώ = 1,20 ελβετικό φράγκο), το όποιο, όμως, απελευθέρωσε, με νεώτερη απόφαση της, τον Ιανουάριο 2015. Ετσι αποδεικνύεται, με βάση τα ανωτέρω, ότι στην επίδικη περίπτωση, η ισοτιμία EURO/CHF, με βάση την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου, κατά την εκταμίευση του δανείου (27-02- 2007), ήταν 1,629 (δηλαδή 1 ευρώ ισούτο με 1,629 ελβετικά φράγκα), ενώ, τον Μάρτιο του 2015 έφθασε σε 1,0383 (δηλαδή 1 ευρώ ισούτο με 1,0383 ελβετικά φράγκα), με συνέπεια, η διαφορά αυτή (μεταξύ αρχικής και επιγενόμενης ισοτιμίας), να επιβαρύνει (αυξάνει), τη μηνιαία δόση που καταβάλλουν οι δανειολήπτες σε ευρώ, καθώς και το οφειλόμενο ποσό σε ευρώ, για την αποπληρωμή του δανείου. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, εξαιτίας της σταθερά ανοδικής τάσης της δόσης του επίδικου δανείου (ενδεικτικά αναφέρεται ότι, ενώ στην αρχή κινήθηκε στο ποσό των 2.000 ευρώ, τον Αύγουστο του έτους 2011 είχε ήδη φθάσει στο ποσό των 2.467 ευρώ), οι δύο πρώτοι των εναγόντων περιήλθαν σε αδυναμία εξόφλησης της, και, γι' αυτό, αυτοί συνήψαν με την τράπεζα «..................», την από 24-08-2011 τροποποιητική πράξη, με την οποία μεταβλήθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .......... δανειακή σύμβαση, ως προς τον χρόνο αποπληρωμής του δανείου, και συγκεκριμένα τούτος επιμηκύνθηκε κατά 10 έτη, αποτέλεσμα δε τούτου ήταν η πτώση του ποσού της μηνιαίας δόσης, που όφειλαν οι δανειολήπτες (κινήθηκε περίπου στο ποσό των 1.400 ευρώ, τον Σεπτέμβριο 2011). Περαιτέρω, το έτος 2013, εξαιτίας της μείωσης των εισοδημάτων των δύο πρώτων εναγόντων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, αιτήθηκαν την περαιτέρω επιμήκυνση του χρόνου διάρκειας του δανείου, κατόπιν δε τούτων υπεγράφη η από 07- 06-2013 τροποποιητική πράξη, με την οποία επιμηκύνθηκε η διάρκεια του δανείου κατά δέκα (10) επιπλέον έτη με αποτέλεσμα την περσιτέροι πτώση του ποσού της μηνιαίας δόσης. Ταυτόχρονα, συνήφθη, μεταξύ της τράπεζας «.......» και του τρίτου ενάγοντος, η με ίδια ημερομηνία (07-06-2013), σύμβαση εγγύησης, με την οποία ο τελευταίος εγγυόνταν, ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος της ενστάσεως της διζήσεως, την ολοσχερή εκπλήρωση των απορρεουσών, από την επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, υποχρεώσεων των δύο πρώτων των εναγόντων. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι με τους προαναφερόμενους, προδιατυπωμένους, υπ' αριθμ. 5.01 και 11.3 όρους της επίδικης, από 13-12-2006, σύμβασης, με τους οποίους προβλεπόταν, αντιστοίχως, ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνεται σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβαλλομένων αποκλειστικά στο νόμισμα που χορηγήθηκε το δάνειο, δηλαδή σε ελβετικά φράγκα (υπ' αριθμ. 5.01 όρος) και ότι, σε περίπτωση καταγγελίας, η τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής, από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, υπολογίζοντας τη μετατροπή αυτή, με την τιμή αγοράς των ελβετικών φράγκων, που θα ισχύει κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, σύμφωνα με το ημερήσιο δελτίο συναλλάγματος της τράπεζας, εκείνης της ημέρας (υπ' αριθμ. 11.3 όρος), η αντισυμβαλλομένη των δύο πρώτων εναγόντων (δανειοληπτών), τράπεζα «...............», ουσιαστικά επέρριπτε τον κίνδυνο της αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, στους δανειολήπτες, χωρίς, ωστόσο, κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, να τους ενημερώσει, ως υποχρεούτο, όπως αναλύεται παραπάνω, στην υπ΄ αριθμ. VI νομική σκέψη της παρούσας, και μάλιστα διά κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού, αναφορικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ειδικότερα, στην (κατά τα λοιπά λεπτομερέστατη), επίδικη σύμβαση, δεν υπάρχει ρητή υπόμνηση, σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (ΠΔΤΕ 2501/2002 § Β αριθ. 2, περ. χ), ο οποίος αναλαμβάνεται από τους δανειολήπτες, όχι ρητώς και αμέσως, αλλά εμμέσως, διά της αναλαμβανόμενης απ' αυτούς, υποχρεώσεως να καταβάλλουν τις μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, στο νόμισμα της χορήγησης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, δηλαδή ακόμη και αν γίνει δεκτό, ότι αυτοί (δανειολήπτες), ενόψει και του μορφωτικού τους επιπέδου, ήταν σε θέση να αντιληφθούν και πράγματι αντιλήφθηκαν ότι αναλαμβάνουν αυτόν τον κίνδυνο, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί κατανόησαν τις συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει η εν λόγω υποχρέωση που ανέλαβαν, σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας υπέρ του ελβετικού φράγκου. Τούτο δε, εξ υπαιτιότητος της αντισυμβαλλομένης τους τράπεζας, η οποία, παραβιάζοντας τις επιβαλλόμενες από την ΠΔΤΕ 2501/2002 υποχρεώσεις της, όπως αυτές αναλύθηκαν στην υπ' αριθμ. VI νομική σκέψη, δεν τους παρείχε εξειδικευμένες πληροφορίες, ώστε να μπορέσουν να συγκρίνουν το συγκεκριμένο τραπεζικό προϊόν, με ένα δάνειο λ.χ. σε ευρώ, ούτε τους παρέθεσε συγκεκριμένα παραδείγματα, ώστε να δύνανται αντιληφθούν, εμπράκτως, την πορεία του δανείου τους, σε βάθος εικοσαετίας (ήτοι για χρονικό διάστημα ίσο με την - αρχική - διάρκεια του δανείου) και τον αντίκτυπο της αλλαγής της ισοτιμίας, ιδία, ως προς το ποσό του κεφαλαίου του δανείου τους, ούτε τους ενημέρωσε για το ότι τυχόν δυσμενής τοιαύτη εξέλιξη δύναται, όχι μόνο να εξανεμίσει τα οφέλη από την εφαρμογή χαμηλού επιτοκίου, αλλά να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς, γι' αυτούς, συνέπειες, οφειλόμενες στον πολλαπλασιασμό του επιστρεπτέου κεφαλαίου του δανείου. Και ενώ αποδεικνύεται ότι η τράπεζα παρέλειψε να υπομνήσει ρητώς, τον κίνδυνο διακύμανσης της ισοτιμίας και να διαφωτίσει τους δύο πρώτους ενάγοντες, ως προς τις συνέπειες της διακύμανσης αυτής, (αποδεικνύεται ότι), αντίθετα, καλλιέργησε d αυτούς την προσδοκία, για εξακολούθηση της σταθερότητας της διακύμανσης ισοτιμίας ευρώ - ελβετικού φράγκου, η οποία είνε παρατηρηθεί τα προηγούμενα χρόνια, υπερτονίζοντας, παράλληλα, το πλεονέκτημα της επιτοκιακής διαφοράς EURIBOR και LIBOR CHF, με αποτέλεσμα, οι δανειολήπτες - καταναλωτές, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής τους απόφασης, μολονότι διέθεταν τη μέση αντίληψη, δεν αντιλήφθηκαν τις συμβατικές δεσμεύσεις που ανέλαβαν, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με τα παραπάνω δεδομένα, οι προαναφερόμενοι όροι της επίδικης δανειακής σύμβασης, που ήταν προδιατυπωμένοι από την εναγόμενη και περιλαμβανόταν στους γ.ο.σ., χωρίς να έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, μεταξύ των διαδίκων, με τους οποίους επιρρίφθηκε στους δανειολήπτες, ο συναλλαγματικός κίνδυνος, είναι αόριστοι και ασαφείς, ως εκ τούτου δε, καταχρηστικοί και άκυροι. Συγκεκριμένα, με τους επίμαχους όρους παραβιάσθηκε από την τράπεζα, η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ., η οποία επιτάσσει όπως οι όροι είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ούτως ώστε ο απρόσεκτος μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε, όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 711/2011, ΔΕΕ 2012.356). Συγκεκριμένα, με τις ως άνω ρήτρες δεν παρουσιάζονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στη σύμβαση, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς, ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος, σε ξένο νόμισμα, καθώς, επίσης, και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν έτερες ρήτρες, σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή του δανείου, ούτως ώστε ο καταναλωτής και, εν προκειμένω, οι δύο πρώτοι ενάγοντες, οι οποίοι, σημειωτέον, δεν διέθεταν ιδιαίτερες γνώσεις, αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος του χρήματος, να μπορούν να εκτιμήσουν τις οικονομικές συνέπειες, που θα μπορούσαν να έχουν για τους ίδιους, οι παραπάνω όροι, και, συγκεκριμένα, να διαγνώσουν, εκ των προτέρων, τόσο το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτυχών δόσεων, που θα καλούνταν να καταβάλλουν, για την αποπληρωμή του δανείου τους, όσο και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του τελευταίου, σε περίπτωση που η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, διαφοροποιούνταν σε βάρος του πρώτου (βλ. ΔΕΚ, υπόθεση C-26/13/30-4-2014, σκέψεις 73-75). Δεν μπορούσαν, επομένως, αυτοί να γνωρίζουν εκ των προτέρων, τις συμβατικές δεσμεύσεις, που ανέλαβαν. Και ναι μεν οι επίμαχοι όροι ήταν σαφώς διατυπωμένοι, από γραμματική άποψη, πλην, όμως, μόνη η σαφήνεια αυτή δεν αρκεί, κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπ' αριθμ. VI νομική σκέψη, προκειμένου να κριθούν ως έγκυροι, βάσει των κριτηρίων, που ο ν. 2251/1994 και η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ θέτουν, αφού, εξαιτίας της παραπάνω αοριστίας τους, ως προς τις οικονομικές συνέπειές τους, οδηγούν και οδήγησαν, ουσιαστικά, στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών των καταναλωτών -πελατών, δύο πρώτων εναγόντων, αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής τους σχέσης με την τράπεζα. Εξάλλου, όπως ήδη έχει σημειωθεί, ο όρος περί επίρριψης της συναλλαγματικής ισοτιμίας συνδέθηκε απόλυτα, στην επίδικη δανειακή σύμβαση, με τον έτερο όρο, περί εφαρμογής του χαμηλότερου - ιδιαίτερα ευνοϊκού για τους δανειολήπτες - επιτοκίου LIBOR CHF, αντίθετη δε παραδοχή, θα οδηγούσε σε υπέρμετρη (διπλή), ωφέλεια της μίας πλευράς (και δη εν προκειμένω των δανειοληπτών), αδικαιολόγητη, μάλιστα, σε σχέση με τα δάνεια σε ευρώ, για τα οποία εφαρμόζεται το αυξημένο επιτόκιο EURIBOR, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η εναγομένη στις προτάσεις της (σελ. 15, in fine). Με το δεδομένο αυτό, κρίνεται ότι η ακυρότητα των εν λόγω όρων, συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη δικαιοπραξία, κατά τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία, χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά, αντίθετα, απέβλεπαν σ' αυτή, ως ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. Τούτο ενισχύεται και από το επιχείρημα ότι, οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες δεν θα μπορούσαν και δεν μπόρεσαν εν τέλει, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις μιας δανειακής σύμβασης με τόσο μεγάλο κεφάλαιο, ή μη μόνον, με όρους ιδιαίτερα ευνοϊκούς, ως προς το επιτόκιο, το οποίο (LIBOR CHF), συμφώνησε η εναγόμενη τράπεζα, σε αντιστάθμισμα του ότι τον κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ανέλαβαν οι δύο πρώτοι ενάγοντες - δανειολήπτες. Κατά ταύτα, την αναγνώριση της ακυρότητας της όλης σύμβασης βάσιμα, κατά τα προαναφερόμενα, επικαλούνται και ζητούν οι δανειολήπτες/καταναλωτές (δύο πρώτοι των εναγόντων, βλ. σελ. 77 της αγωγής τους). Γενομένης, λουτόν, δεκτής, ως βάσιμης από ουσιαστικής άποψης, της υπ' αριθμ. (δ)(δα) επικουρικής βάσεως της αγωγής, και παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών, επικουρικότερων, βάσεων της αγωγής, πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίδικης από 13-12-2006 δανειακής σύμβασης, και, συνακόλουθα, των από 24-08-2011 και 07-06-2013 τροποιητικών αυτής πράξεων. Δεδομένης της ακυρότητας της δανειακής σύμβασης, δεν απορρέει εξ αυτής, έγκυρη οφειλή και, αφού η εγγύηση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα και προϋποθέτει έγκυρη οφειλή (ΑΚ 850), είναι εντεύθεν άκυρη, η από 07-06-2013 σύμβασης εγγύησης, με την οποία ο τρίτος ενάγων εγγυήθηκε έναντι της τράπεζας, την καταβολή της οφειλής των δύο πρώτων εναγόντων. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμα τους, να επικαλεσθούν την ακυρότητα της επίδικης σύμβασης, διότι από τη σύναψη της (17-02-2006) μέχρι την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής (16-01-2015), αυτοί κατέβαλαν κανονικά και αδιαμαρτύρητα τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις τους, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αμφισβήτηση, για τους όρους της σύμβασης ή το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου τους, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, περί αδιαμαρτύρητης καταβολής των τοκοχρεολυτικών δόσεων από τους ενάγοντες, δεν καθιστούν, άνευ ετέρου, μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος τους και συνακόλουθα καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτού (πρβλ. και ΕφΑθ 1471/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το αίτημα των εναγόντων να αναγνωρισθεί ότι το ποσό των 352.770,62 ευρώ, το οποίο έλαβαν την 27η-02-2007 ως δάνεισμα, αποτελεί το μοναδικό ποσό κεφαλαίου που οφείλουν να επιστρέψουν στην εναγομένη, πρέπει να απορριφθεί αφού, δεδομένης της ακυρότητας της σύμβασης, δεν υφίσταται, σε κάθε περίπτωση, οφειλή τους εκ δανείου. Τέλος, το αίτημα τους, περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του, αφού, ναι μεν, αποδείχθηκε ότι η αντισυμβαλλομένη των δύο πρώτων εναγόντων - δανειοληπτών, τράπεζα «.............», παραβίασε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τις, βάσει της ΠΔΤΕ 2501/2002, υποχρεώσεις διαφώτισης και ενημέρωσης, γεγονός που συνιστά παρανομία, κατά την ΑΚ 914, πλην όμως, δεδομένης της ακυρότητας της επίδικης δανειακής σύμβασης, ως περιέχουσας καταχρηστικούς, κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, όρους, δεν προκλήθηκε, κατ' αποτέλεσμα, ζημία στους ενάγοντες, ούτε ηθική τους βλάβη. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων, ενώ, τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της υπ' αριθμ. ................/13-12-2006 δανειακής συμβάσεως, καθώς και των από 24-08-2011 και 07-06-2013 τροποποιητικών αυτής πράξεων, οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ αφενός, των δύο πρώτων εναγόντων και αφετέρου, της τράπεζας «.......................», καθώς και της από 07-06-2013 σύμβασης εγγύησης, η οποία συνήφθη μεταξύ του τρίτου ενάγοντος και της τράπεζας «............................», της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 05-11-2015. Η Πρόεδρος Η Γραμματέας Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, απόντων των μετεχόντων της δίκης, στις 25-11-2015. Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
πηγή : ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)