Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Εγγύηση Μισθώματος. Επιστροφή εγγύησης ενοικίου, συμψηφισμός. Τι καλύπτει το ποσό που δόθηκε από το μισθωτή ως «εγγύηση»

πηγή και περίληψη από dsanet
Εγγύηση Μισθώματος. Επιστροφή εγγύησης ενοικίου, συμψηφισμός. Τι καλύπτει το ποσό που δόθηκε από το μισθωτή ως «εγγύηση»
411/2014 ΑΠ


Περίληψη
Ο συμβατικός ή εκούσιος συμψηφισμός - Τι καλύπτει το ποσό που δόθηκε από το μισθωτή ως «εγγύηση» - Έννοια «συστατικού» μέρους πράγματος -. Από το ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερόμενων μερών. Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, που μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλ. χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός
συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα, να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση μόλις γεννηθούν και συνυπάρχουν αντιμέτωπες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Στην περίπτ. αυτή, η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξοφλήσεως. Το χρηματικό ποσό που κατά την έναρξη της σύμβασης μίσθωσης δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή και στις συναλλαγές αποκαλείται «εγγύηση», διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων. Είναι δυνατόν να δόθηκε για εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή ή ως αρραβώνας υπό μια μορφή του (επιβεβαιωτικός ή για κάλυψη της ζημίας λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης) είτε ως ποινική ρήτρα, είτε ως συμβατική εγγυοδοσία. Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία προς εξασφάλιση του εκμισθωτή για την καλή εκτέλεση της σύμβασης και περιλαμβάνει: α) ζημιές από φθορές στο μίσθιο (συνήθως φθορές πέρα από τη συνήθη χρήση) β) πληρωμή δαπανών τις οποίες υποχρεούνται να καταβάλει ο μισθωτής (κοινόχρηστα, ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, τηλέφωνο κλπ.) γ) καταβολή μισθωμάτων, χαρτοσήμου, τόκων δ) πληρωμή τυχόν συμφωνημένων ποινών και γενικά, οποιαδήποτε χρηματική αξίωση του εκμισθωτή κατά του μισθωτή, που προέρχεται από τη λειτουργία της συγκεκριμένης μισθωτικής σύμβασης, ε) ποινική ρήτρα για την περίπτωση μη εκπλήρωσης ή ατελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του μισθωτή (βλ. σχετ. ΑΠ 1193/13, 496/03, 585/97). Η διάταξη περιέχει γενικό κριτήριο της έννοιας του συστατικού που εφαρμόζεται σε κινητά και ακίνητα και εξαρτά την αναγνώριση της ιδιότητας αυτής από τις συνέπειες που θα έχει ο αποχωρισμός του μέρους από το κύριο πράγμα. Αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού μέρους πράγματος υφίσταται όταν με τον αποχωρισμό του από το υπόλοιπο πράγμα αίρεται εντελώς ή μειώνεται σοβαρά η δυνατότητα χρησιμοποίησης που έγινε αυτό μέχρι τον αποχωρισμό, ενώ αλλοίωση της ουσίας του «κυρίου» (σύνθετου) πράγματος επέρχεται, όταν με τον αποχωρισμό του τμήματος γίνεται αδύνατη ή δυσχεραίνεται σοβαρά η χρησιμοποίησή του. Η αλλοίωση αυτή πρέπει να ερευνάται με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και κρίνεται σύμφωνα με την αντίληψη των συναλλαγών με τεχνικοοικονομικά κριτήρια. Συστατικά του ακινήτου, είναι όλα εκείνα τα κινητά πράγματα που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση οικοδομήματος ή συναρμόστηκαν σ' αυτό.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 411/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. συζ. Α. Τ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ... 2. Π. Ε. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Λιάρτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων:1. Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μουζακιάρη και κατέθεσε προτάσεις, και 2. Ι.-Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1138/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5231/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 6-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και τέταρτου κατά ένα μέρος, λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ. αρ..../17.7.2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης …, που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της από 5.4.2013 αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της αρχής της παρούσης δικάσιμο καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ι. - Α. Μ. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία του ως ανωτέρω αναιρεσίβλητου.

Επειδή, με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ ΑΚ ρυθμίζεται ο μεταξύ των δυο μερών με μονομερή δήλωση του ενός, επερχόμενος συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφ όσον αυτές είναι ομοειδές κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Από το γεγονός όμως ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (αρθρ. 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ) καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα, να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση μόλις γεννηθούν και συνυπάρχουν αντιμέτωπες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Στην περίπτωση αυτή η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξοφλήσεως. Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν προτάθηκαν. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Πράγμα υπό την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι και λόγος έφεσης, που περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, επιδίκασε τα οφειλόμενα μισθώματα για το επίδικο διάστημα συνολικού ποσού 87.998,67 ευρώ, μειωμένα κατά το ποσό της καταβληθείσης εγγυήσεως από τους αναιρεσίβλητους κατά παραδοχή, της νομίμως προταθείσης όπως δέχθηκε, ένστασης συμψηφισμού από τους τελευταίους, καίτοι δεν είχε προταθεί τέτοια ως ανωτέρω ένσταση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, καθώς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης δεν είχε διατυπωθεί ομοίου περιεχομένου με την προκτεθείσα ένσταση συμψηφισμού ούτε άλλωστε στο δικόγραφο της από 1.9.2011 έφεσης των αναιρεσιβλήτων φέρεται διατυπούμενο παράπονο, περί απόρριψης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ομοίου περιεχομένου ένστασης. Τουναντίον, στο δικόγραφο αυτό γίνεται επίκληση καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων την 1.8.2009 συμφωνίας περί συμψηφισμού της καταβληθείσης εγγύησης με τα μέχρι τότε μισθώματα, ένσταση την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση αρνητικά αξιολόγησε με την παραδοχή "Προγενέστερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί συμψηφισμού δεν αποδέχθηκε". Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρεσείων στο σύνολό του πληττομένου δι' αυτού κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αναφέρεται στην ένσταση συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, με τους οποίους πλήττεται το εν λόγω κεφάλαιο. Επειδή, το χρηματικό ποσό, το οποίο κατά την έναρξη της σύμβασης μίσθωσης δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή και το οποίο στις συναλλαγές αποκαλείται "εγγύηση", διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών (ΑΚ 361) γιατί αυτό είναι δυνατόν να δόθηκε για εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή αυτός ή ως αρραβώνας υπό μια μορφή του (επιβεβαιωτικός ή για κάλυψη της ζημίας λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης) είτε ως ποινική ρήτρα, είτε ως συμβατική εγγυοδοσία. Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία και αποτελεί ειδικότερα προκαταβολή (άρθρο 416 ΑΚ) του ίδιου του (ενδεχόμενου) οφειλέτη μισθωτή έναντι μελλοντικού χρέους του που θα παραμείνει τυχόν ανεξόφλητο, οπότε και θα καταλογιστεί σ' αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας. Όπως προαναφέρθηκε ο σκοπός για τον οποίο δίνεται η εγγυοδοσία είναι βασικά η εξασφάλιση του εκμισθωτή για την καλή εκτέλεση της σύμβασης εκ μέρους του μισθωτή. Η εξασφάλιση αυτή περιλαμβάνει : α) ζημιές από φθορές στο μίσθιο (συνήθως φθορές πέρα από τη συνήθη χρήση) β) πληρωμή δαπανών τις οποίες υποχρεούνται να καταβάλει ο μισθωτής (κοινόχρηστα, ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, τηλέφωνο κλπ.) γ) καταβολή μισθωμάτων, χαρτοσήμου, τόκων δ) πληρωμή τυχόν συμφωνημένων ποινών και γενικά, οποιαδήποτε χρηματική αξίωση του εκμισθωτή κατά του μισθωτή, που προέρχεται από τη λειτουργία της συγκεκριμένης μισθωτικής σύμβασης, ε) ποινική ρήτρα για την περίπτωση μη εκπλήρωσης ή ατελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του μισθωτή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 953 ΑΚ, συστατικό μέρος πράγματος που δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα, χωρίς βλάβη αυτού του ιδίου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος. Η διάταξη αυτή περιέχει γενικό κριτήριο της έννοιας του συστατικού που εφαρμόζεται σε κινητά και ακίνητα και εξαρτά την αναγνώριση της ιδιότητας αυτής από τις συνέπειες που θα έχει ο αποχωρισμός του μέρους από το κύριο πράγμα. Αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού μέρους πράγματος υφίσταται όταν με τον αποχωρισμό του από το υπόλοιπο πράγμα αίρεται εντελώς ή μειώνεται σοβαρά η δυνατότητα χρησιμοποίησης που έγινε αυτό μέχρι τον αποχωρισμό, ενώ αλλοίωση της ουσίας του "κυρίου"(συνθέτου ) πράγματος επέρχεται όταν με τον αποχωρισμό του τμήματος γίνεται αδύνατη ή δυσχεραίνεται σοβαρά η χρησιμοποίησή του. Η αλλοίωση αυτή πρέπει να ερευνάται με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και κρίνεται σύμφωνα με την αντίληψη των συναλλαγών με τεχνικοοικονομικά κριτήρια. Κατά δε το άρθρο 954 ΑΚ συστατικά του ακινήτου, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 953 ΑΚ, είναι όλα εκείνα τα κινητά πράγματα που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση οικοδομήματος ή συναρμόστηκαν σ' αυτό. Εξ άλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματι ότι τα παραληφθέντα από τους αναιρεσίβλητους μισθωτές κατά την αποχώρησή τους από το μίσθιο κινητά πράγματα πόρτα αλουμινίου χωρίς την κάσα πάγκος - νεροχύτης, ψυκτικό μηχάνημα) δεν αποτελούσαν συστατικά του μισθίου μέρη καθ' όσον δεν ήταν στερεώς συνδεδεμένα μετ' αυτού και εκ της απομακρύνσεως τους από το μίσθιο δεν προκλήθηκαν φθορές στο τελευταίο, ιστορική αιτία της παραβιάσεως του σχετικούς συμβατικού όρου της παραλείψεως προκλήσεως φθορών στο μίσθιο, στην οποία θεμελιώνει η αγωγή των αναιρεσειουσών περί καταπτώσεως της φερούσης χαρακτήρα ποινικής ρήτρας εγγυοδοσίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται στην πόρτα αλουμινίου χωρίς την κάσα και τον πάγκο νεροχύτη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν καθ όσον πρόκειται περί αντικειμένων που τελούσαν σε διηνεκή σωματικό σύνδεσμο με το ακίνητο η δε απομάκρυνσή τους από το μίσθιο επέφερε αλλοίωση του μισθίου και δυσχέρανε τη χρησιμοποίησή του ενώ, κατά το μέρος που αναφέρεται στο ψυκτικό μηχάνημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ όσον δεν πρόκειται περί αντικειμένου σταθερά μετά του μισθίου συνδεδεμένου η δε απομάκρυνση του από το μίσθιο δεν επέφερε αλλοίωση αυτού. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του πληττομένου δι' αυτού κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αναφέρεται στην αγωγή των αναιρεσειουσών περί καταπτώσεως της φερούσης χαρακτήρα ποινικής ρήτρας κατά την θεμελίωσή της στην παράβαση του συμβατικού όρου της παραλείψεως προκλήσεως φθορών στο μίσθιο κατά τη προδιαληφθείσα έννοια αυτών, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που αναφέρονται στο εν λόγω κεφάλαιο. Αντίθετα οι λόγοι αναιρέσεως που συνδέονται με το εν λόγω αγωγικό αίτημα κατά τη θεμελίωση του στην παραβίαση του όρου περί, συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως ομολογούνται προέχοντως ως απαράδεκτος δοθέντος ότι από την επιτρεπτή επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο λόγος αυτός καταπτώσεως της φερούσης χαρακτήρος ποινικής ρήτρας εγγυοδοσίας δεν αποτέλεσε περιεχόμενο και ιστορική αυτής βάση.

Επειδή με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμων και κατ' ουσία των ως ανωτέρω λόγων της με αρ. κατ. 273/2013 αίτησης αναίρεσης της 5231/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται: I. στην αγωγή καταπτώσεως της φερούσης χαρακτήρα ποινικής ρήτρας εγγυοδοσίας κατά την θεμελίωσή της στην παράβαση του συμβατικού όρου της παραλείψεως προκλήσεως φθορών στο μίσθιο και II. στην ένσταση συμψηφισμού των αναιρεσίβλητων να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5231/2002 απόφαση κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. I και II κεφάλαια αυτής του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πρόεδρος:          Νικόλαος Λεοντής