Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

ΠΠρΠειρ 619/2016 Προστασία Καταναλωτή - Γενικοί Όροι Συναλλαγών - Στεγαστικό δάνειο σε συνάλλαγμα (ελβετικό φράγκο)

Δικηγόρος για ελβετικό φράγκο


Αριθμός Απόφασης 619/2016
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Σταυρούλα Λιακέα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αφροδίτη Παπανικολάου, Πρωτοδίκη, Μαρία Λουτράρη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Ελένη Χαριτοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 22 Μαΐου 2015 για να δικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:


ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ... και 2) ... και ..., κατοίκων αμφοτέρων .... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καλτσά (ΑΜ/ΔΣΠειραιά 3231), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.», πρώην «Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστύλο(ΑΜ/ΔΣΑ 17408), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 9-1-2013 αγωγή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης 329/2015 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί, κατόπιν αναβολής της από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 22ας Μαΐου 2015, για εκείνην που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τον αύξοντα αριθμό πινακίου -18-.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης κατά την εκφώνηση της από το σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί καθώς και όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


I. Από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ προκύπτει ότι δάνειο είναι η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (δανειστής) μεταβιβάζει στον άλλο συμβαλλόμενο (οφειλέτη) αντικαταστατά πράγματα κατά κυριότητα, ο δε οφειλέτης υποχρεούται να επιστρέψει πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Αναγκαίο στοιχείο του δανείου είναι, εκτός του να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ η παράδοση και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων (βλ. ΑΠ 889/2010 ΔΕΕ 2010.1037, ΑΠ 992/2010 ΤΝΠ, Νόμος, ΑΠ 596/1964 ΝοΒ 13.242, ΕφΘεσ 2253/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ23/1998 Αρμ. 52.1349, ΕφΠειρ 716/1994 ΕλλΔνη 36.1308,ΕφΑθ 4167/1980 ΝοΒ 28.1562). Σύμφωνα με τα ανωτέρω η σύμβαση δανείου είναι ενοχική, διαρκής, άτυπη σύμβαση και κατά την μάλλον κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη, παραδρτική σύμβαση με την έννοια ότι για την κατάρτιση της απαιτείται μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων από το δανειστή στον οφειλέτη (βλ.ΑΠ1417/2007 ΕλλΔνη 2007.1369, ΑΠ 1130/1974 ΑρχΝ ΚΣΓ 380, ΑΠ 1079/1973 ΝοΒ 22.763, ΑΠ 596/1964 ό.πΕφΑΘ11152/1996 ΔΕΕ 4.493, ΕφΑΘ 1295/1996 ΕλΔ 41.155, ΕφΑΘ695/1978 Αρμ. ΛΒ 569, ΕφΑΘ 7253/1977 ΕλΔ 1978.720,Μπαλής Γενικές Αρχές παρ. 32 και 82, Ζέπος Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο παρ. 51 1, Βουζίκας ΕρμΑΚ εισαγ. άρθρων 806 - 809 αρ. 10, I. Ρόκας ΕρμΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου εισαγ. άρθρων 806-809 αρ. 11, Καυκάς Ενοχικό Δίκαιο παρ. 2γν). Ωστόσο, η παράδοση του πράγματος μπορεί να γίνει και «βραχεία χειρί δ' αντιφωνήσεως», αν κατά τη συμφωνία, το από άλλη αιτία οφειλόμενο να οφείλεται εφξής ως δάνειο ή και με μεταφορά απο λογαριασμό σε λογαριασμό (τράπεζας), οπότε κατά την άποψη αυτή το δάνειο καταρτίζεται από της αναγγελίας της τράπεζας στον οφειλέτη (βλέπε ΒαςΒαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Γ' ,ημίτομος Γ', υπό το άρθρο 806, περ. αρ. 20). Παραλλήλως ο δανείζων, εκ της συμβάσεως δανείου, έχει την υποχρέωση να καταλείψει στον δανειολήπτη το δάνειο για ορισμένο ή αόριστο χρόνο μέχρι τη λήξη της συμβάσεως του δανείου, την δε υποχρέωση αυτή έχει ο δανείζων ανεξάρτητα από τη νομική φύση της συμβάσεως δανείου δηλ. αν αυτή είναιπαραδοτική ή συναινετική σύμβαση (βλ. ΕφΑΘ 1295/1996 ο.π., Φίλιος ο.π. παρ. 69 Γ σ. 258, Larenz Shuldrecht Τ.ΙΙ έκδοση 12η (1981) παρ. 511 1 σ. 243).

II. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ/φοι 1 και 2 του α.ν. 362 της 4/4.6.1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΕισΝ αυτού «πάσα δικαιοπραξία έγγραφος ή προφορική εξ ης πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις προς καταβολήντιμήματος ή μισθώματος πράγματος ή αμοιβής πάσης φύσεως υπηρεσιών ή έργου υπέρ προσώπου διαμένοντος εν Ελλάδι δύναται να συνομολογήται μόνον εις δραχμάς. Η ρήτρα εν δικαιοπραξία δι5 ης, παρά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου, συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις εν Ελλάδι εις χρυσόν, χρυσά νομίσματα ή συνάλλαγμα, ή εις δραχμάς μεν ων όμως το ποσόν αφίεταινα προσδιορισθή εκ της τιμής του χρυσού ή των χρυσών νομισμάτων ή του συναλλάγματος ή του τιμαρίθμου, είναι άκυρος. Εν τη περιπτώσει ταύτη, το αρμόδιον δικαστήριονπροσδιορίζει κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός την δικαίαναντιπαροχήν, ήτις όμως δεν δύναται να είναι ανωτέρα του εις δραχμάς ισαξίου του εν τη ρήτρα αναφερομένου ποσού χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή συναλλάγματος επί τη βάσει της κατά το άρθρο 2 του παρόντος νομίμου τιμής αυτών κατά την ημέραν της συνομολογήσεως της δικαιοπραξίας, εφ" όσον και το ούτω προκύπτον ποσόν εις δραχμάς δεν ήθελε θεωρηθή ως υπέρογκον». Οι διατάξεις αυτές έχουν, κατά τη διασταλτική τους ερμηνεία, εφαρμογή σε κάθε εν ζωή δικαιοπραξία, με την οποία συνο μολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις σε χρυσό ή ξένο νόμισμα, επομένως και σε σύμβαση δανείου, ως και σε περίπτωση αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους. Μερική απόκλιση του προαναφερόμενου απαγορευτικού κανόνα, αποβλέποντος στην προστασία του εθνικού νομίσματος, απετέλεσε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η μεταγενέστερη διάταξη της παρ. 7 της 267/9.4.1953 Πράξεως Υπουργικού Συμβουλίου, που κυρώθηκε με το ν. 2415/1953, στην οποία ορίζεται ότι «από της ισχύος της παρούσης επιτρέπεται η μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, πλην των Τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων, συνομολόγησις δανείων με την ρήτρα δολλαρίου ή άλλου ξένου νομίσματος, εξαιρέσει των χρυσών νομισμάτων. Νοείται ότι η πληρωμή των εκ των δανείων τούτων υποχρεώσεων ενεργείται δια της καταβολής του οφειλομένου ποσού επί τη βάσει της επισήμου τιμής του ξένου συναλλάγματος κατά την ημέραντης εξοφλήσεως». Έτσι με τη διάταξη αυτή, επιτράπηκε κατ5 εξαίρεση και μόνο προκειμένου περί συμβάσεων δανείου, η συνομολόγηση της ρήτρας σε ξένο νόμισμα (συνάλλαγμα), πλην χρυσού, κατά την οποία συμφωνείται η αυτούσια καταβολή ορισμένης ποσότητας ξένων νομισμάτων. Η ρήτρα αυτή διαφοροποιείται από τη ρήτρα σε αξία ξένου νομίσματος ή συναλλάγματος, σύμφωνα με την οποία η καταβολή γίνεται σε δραχμές και ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει σε δραχμές και πάλι αλλά κατά την τρέχουσα αξία που θα έχει το ξένο νόμισμα κατά το χρόνο της πληρωμής (βλ. ΟλΑΠ 21/1990ΕλλΔνη 1990.811). Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 142/1341-1978 ΠΥΣ εγκρίθηκε η κατά την υπ' αριθΐ87/19-10-1978 συνεδρίαση της Νομισματικής Επιτροπής (Υποεπιτροπής Πιστώσεων), ληφθείσα απόφαση, με την οποία επιτράπηκε εκ μέρους των τραπεζών, χορήγηση πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων σε ξένο νόμισμα, σε ημεδαπές ή αλλοδαπές ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Επακολούθησε η έκδοση της με αριθμόν 1976 της 19/25-9-1991 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, στον οποίο, ας σημειωθεί, είχαν μεταβιβαστεί οι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής και των υποεπιτροπών της (άρθρο 1 του ν. 1266/1982), με την οποία επιτράπηκε ο δανεισμός σε συνάλλαγμα, ιδιωτικών και δημοσίων επιχειρήσεων. Επιπλέον, με την υπ' αριθ. 537/1993 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία συμπλήρωσε την ΠΔ/ΤΕ 1976/19-9-1991, διευκρινίστηκε ότι επιτρεπόταν ο δανεισμός σε συνάλλαγμα φυσικών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου από τις εμπορικές και κτηματικές τράπεζες, στο πλαίσιο της πιο πάνω Πράξης, για την κατασκευή, επισκευή και αγορά ακινήτων στην Ελλάδα, που προορίζονταν για ιδιόχρηση ως κατοικίες ή εκμετάλλευση. Τέλος, με την υπ' αριθμ. 2325 της 2/11-81994 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2342 της 24/29-11-1994 πράξη του ίδιου και η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο του ΠΔ 96/1993 «Περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας, στις διατάξεις της Οδηγίας αριθμ. 88/361/ΕΟΚ και της οδηγίες αριθμ. 92/122/ΕΟΚ, σχετικά με την «κίνηση κεφαλαίων», περιορίστηκε ακόμη περισσότερο η αρχή της απαγορεύσεως συνάψεως τραπεζικών δανείων σε ξένο νόμισμα. Συγκεκριμένα, εμ την εν λόγω ΠΔ/ΤΕ, επιτράπηκε χωρίς περιορισμούς, η χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα, φυσικών και νομικών προσώπων. Μάλιστα, στο άρθρο 1 του πρώτου κεφαλαίου αυτής ορίζεται ότι «η διάρκεια, η τυχόν περίοδος ανανέωσης ή παράτασης των δανείων που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος της παρούσας Πράξης, το επιτόκιο και οι λοιποί όροι, καθορίζονται ελεύθερα μεταξύ των συναλλασσομένων μερών» (βλ. ΑΠ 2196/2009, ΧΡΙΔ 2011, 105, ΕφΑΘ 91/2004, ΔΕΕ 2004, 427, ΕπισκΕμπΔ2005, 104). Επακολούθησε ο Ν. 2842/2000, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή με το Ευρώ, με την εισαγωγή του ως ενιαίου Ευρωπαϊκού νομίσματος σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και την εντεύθεν ομαλοποίηση της οικονομικής καταστάσεως στην Ελλάδα, με παράλληλη κατάργηση με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού της προϊσχύουσας εξαιρετικής νομοθεσίας και γενικά κάθε διατάξεως που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα (βλ. ΑΠ 2196/2009 ΧρΙΔ2011.105). Επιπλέον, στο άρθρο 6 παρ.! του Ν.5422/1932 ορίζεται ότι: «1. Αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαίαι πληρωτέαι εν Ελλάδι εξοφλούνται εις δραχμάς επί τητρεχούση τιμή της ημέρας της εξοφλήσεως. Επί τη ούτητιμή αποδίδονται και οι εις συνάλλαγμα παρά τραπέζης καταθέσεις, πλην των καταθέσεων των ανηκουσών εις μονίμως κατοικούντος εν τη αλλοδαπή προ της ισχύος νααποδίδωνται εις αυτούσιον συνάλλαγμα». Από την προαναφερόμενη διάταξη, που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 291 και 292 ΑΚ, συνάγεται ότι όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής ενασκώντας με την αγωγή την αξίωση του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε δραχμές του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα κατά την οποία πράγματι γίνεται η πληρωμή. Με την αντικατάσταση, δε, της δραχμής ως εθνικού νομίσματος από το ευρώ, οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε ευρώ με τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της εξόφλησης. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ενώ δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο (βλ. ΑΠ 678/2010, ΑΠ 698/2006, ΑΠ 1349/1997 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 145/2011 ΠειρΝομ2011.194). Έτσι, μετά το Ν.2842/2000, την καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος, την κατάργηση των νομισματικών περιορισμών και των λοιπών μέτρων ελέγχου συναλλάγματος και την ελεύθερη πλέον συνομολόγηση σε ξένο νόμισμα, επί μεν οικειοθελούς εκπλήρωσης της ενοχής, ενόψει και της διαζευκτικής ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 291 ΑΚ, το 6 παρ.1 του Ν.5422/1932 έχει ενδοτικό χαρακτήρα και δεν διαφέρει πλέον ουσιωδώς από την ΑΚ 291, με την έννοια ότι ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, καταβάλλει είτε σε ημεδαπό είτε σε αλλοδαπό νόμισμα, επί, δε, άσκηση της αξίωσης του δανειστή και επιδίκαση συγκεκριμένης οφειλής, το δικαστήριο ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, δεν θα επιδικάσει αλλοδαπό νόμισμα, αλλά το ισάξιο του σε ευρώ κατά την ημέρα της πραγματικής πληρωμής (βλ. Γ. Ιατράκη, Η εκπλήρωση της χρηματικής παροχής με ξένο νόμισμα,ΧρΙΔ 2011.566).

III. Προσέτι, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 5 της προαναφερόμενης με αριθ. 2325/1994 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (όπως η παρ. 3 απουαντικαταστάθηκε με την ΠΔΤΕ 2342/1994) : «3. Το προϊόν του δανείου μπορεί να διατεθεί και απευθείας στο εξωτερικό μέσω της δανείστριας τράπεζας για τους σκοπούς που αναφέρονται στη δανειακή σύμβαση ή να κατατεθεί σε λογαριασμό συναλλάγματος στην εν λόγω τράπεζα. Οι τράπεζες, στις οποίες τηρούνται οι ως άνω λογαριασμοί έχουν την υποχρέωση να διαβιβάζουν στη δανείστρια ή μεσολαβούσα τράπεζα ή οποία τηρεί τον σχετικό φάκελλο και έχει την ευθύνη της συναλλαγματικής εξυπηρέτησης του δανείου τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, αφου προηγουμένως ακυρωθούν, στις οποίες οι τράπεζες θα αναγράφουν κατά την έκδοση τους, ότι το δραχμοποιούμενο συνάλλαγμα αφορά το δάνειο που έχει συναφθεί σύμφωνα με την παρούσα Πράξη, καθώς και τα παραστατικά χρησιμοποίησης του δανείου...5...Οι δανείστριες τράπεζες οφείλουν να τηρούν σε ειδικά κατά δάνειο φάκελλο τα εξής δικαιολογητικά: α) Τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, αφού προηγουμένως ακυρωθούν, στις οποίες οι τράπεζες θα αναγράφουν, κατά την έκδοση τους, ότι το δραχμοποιούμενο συνάλλαγμα αφορά το δάνειο που έχει συναφθεί σύμφωνα με την παρούσα Πράξη. β)...».

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό είχε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθ. 10 παρ. 24 στοιχβΛ του Ν 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάσηπροδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (βλ. ΑΠ 904/2011 Αρμ 2012, 1708). Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθ. 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος, στην αρχική της διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθ. 3 παρ. 1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη» διατάραξη θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (γ.ο.σ.) και, συνεπώς, σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει, επομένως, όπως ο όρος «υπέρμετρη» διατάραξη εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει «ουσιώδη ή σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη αυτή, εναρμονισμένης δηλαδή προς την Οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια, μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθ. 10 παρ. 24 στοιχβΛ του Ν. 2741/1999. Συνεπώς, και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου γ.ο.σ. είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (βλ. ΟλΑΠ 6/2006 ΕλλΔ 2006, 419). Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι η παρ. 2 του άρθρου 6 του ως άνω νόμου έχει ήδη αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3587/2007. Ορίζεται δε πλέον σε αυτή ότι γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Προστέθηκε, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο όρος «σημαντική», που δεν υπήρχε στην προϋπάρχουσα μορφή του άρθρου. Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για τηνκαταχρηστικότητα των γ.ο.σ., που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται, κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ια', σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Η σωρευτική εφαρμογή από το Δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές, κατά αμάχητο τεκμήριο, περιπτώσειςκαταχρηστικότητας αποτελούν ενδείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και, συγκεκριμένα, της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι γ.ο.σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, κατ5 αρχήν, δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου γ.ο.σ. Εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει, δηλαδή, παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (βλ.ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007.975). Η ως άνω απαίτηση περί διαφάνειας των γ.ο.σ. δεν αφορά, εξάλλου, απλά και μόνο τον κατανοητό αυτών χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι" αυτόν (ΔΕΚ, απόφαση της 30ης Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13, Arpad KaslerHajnalka Kaslerne Rabai κατά OTPJelzalogbank Zrt, σκέψεις 71 - 75). Η παραπάνω σαφήνεια, δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας, δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο δε αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή, με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ειδικά, όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η διαφάνεια, λοιπόν, αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστούπεριεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, που, κατά το φαινόμενο, έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί να οδηγήσουν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειας τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994. Για το λόγο αυτό και οι γ.ο.σ., υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (βλ. ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010.943, ΑΠ 430/2005 ΕλλΔ 2005.802). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η ακυρότητα ενός γ.ο.σ. δεν επιδρά στο κύρος όλης της δικαιοπρακτικής σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος. Ως προς δε το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ., αυτό καλύπτεται, καταρχήν, και εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13, θεωρείται ότι δεν περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και ότι συνάδει με τους σκοπούς του άρθ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 80 - 82 και 85). Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται από το Δικαστήριο συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθ. 200 ΑΚ, βάσει, δηλαδή, της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (βλ.ΕφΑΘ 1471/2013, ΠΠρΡοδ 35/2015 αδημ., ΠΠρΞανθ 23/2014 ΤΝΠ Νόμος). Ετσι, η απόφαση του Δικαστηρίου, που προβαίνει σε συμπληρωματική ερμηνεία άκυρου, κατά τα ανωτέρω, όρου, δεν είναι διαπλαστική, διότι δεν προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής κατά τη διάταξη του άρθρου 371 εδ. 2 ΑΚ (οπότε στην περίπτωση αυτή πράγματι θα επρόκειτο για διαπλαστική απόφαση, η οποία διαπλάσσει το περιεχόμενο της ενοχικής σχέσης), παρά μόνο σε συμπλήρωση του κενού, που δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιεί τη σύμβαση (βλ. ΠΠρΞανθ 23/2014 ό.π., ΠΠρΑΘ 5257/2013, 3990/2013, και 2942/2013 ΤΝΠ Νόμος).

V. Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι: α) μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, γ) από την μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη ενόψει και της αντιπαροχής να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά κατά την έννοια του ως άνω άρθρου είναι αυτά που δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων και προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ. (ΑΠ 1171/2004 ΕλλΔνη 46. 157, ΕφΑΘ 7313/2006 ΕλλΔνη 2006. 295, ΕφΑΘ 3627/1997 ΑρχΝ 1998. 602). Επίσης αν η σύμβαση έχει εξ ολοκλήρου και ανεπιφύλακτα εκπληρωθεί και από τους δύο συμβαλλομένους, δεν υπάρχουν περιθώρια εφαρμογής της ΑΚ 388, καθώς η αναδρομική λύση ή αναπροσαρμογή της σύμβασης δεν θα είναι συνήθως σύμφωνη με την καλή πίστη. Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει αν ο οφειλέτης της υπέρμετρα επαχθούς παροχής την εκπλήρωσε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του που πηγάζουν από την ΑΚ 388, καθώς και αν η σύμβαση έχει εκπληρωθεί μόνο εν μέρει ή μόνον από τον ένα συμβαλλόμενο (Απόστολου Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, 1999 § 33 παρ. 20 σελ. 344, ΕφΘεσσαλ373/1979 Αρμ 1979.665). Η μεταβολή των συνθηκών πρέπει να αφορά περιστατικά στα οποία τα μέρη με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη στήριξαν κυρίως τη σύναψη της σύμβασης. Θα πρόκειται για πραγματικά ή νομικά γεγονότα που αποτέλεσαν κοινό θεμέλιο της σύμβασης. Συνεπώς πρέπει και τα δύο μέρη, όχι μόνον το ένα να το έθεσαν σιωπηρά (και όχι με τη μορφή αίρεσης) ως όρο ισχύος της μεταξύ τους σύμβασης, με την έννοια ότι δε θα προέβαιναν σε αυτή, αν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει. Όσα περιστατικά αποτέλεσαν θεμέλιο μόνο του ενός μέρους αποτελούν απλά γεγονότα που ώθησαν το μέρος αυτό στη σύναψη της σύμβασης (παραγωγικά αίτια) και άρα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ΑΚ 388. Άλλωστε τα παραγωγικά αίτια της βούλησης θεωρούνται κατά κανόνα επουσιώδη (ΑΚ 143) και δεν συνδέονται κατ' αρχήν με έννομες συνέπειες, εκτός αν ειδικά σε διάταξη νόμου ορίζεται διαφορετικά (βλ. ΑΚ 1784). Αντίθετα καθαρά προσωπικές επιδιώξεις, με την προοπτική των οποίων τα μέρη συνήψαν τη σύμβαση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά στα οποία βασίσθηκε η σύμβαση (Απόστολου Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, 1999 § 33 παρ. 10, 11 σελ. 341). Επομένως τα περιστατικά που λαμβάνουν υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης καθεαυτό δεν είναι κρίσιμα (ΑΚ 143). Από αυτά τα περιστατικά η ΑΚ 388 αποχωρίζει ορισμένα που μπορεί να αποκτήσουν σημασία: Εκείνα στα οποία κυρίως στηρίχθηκαν οι συμβαλλόμενοι, τα οποία αποτέλεσαν δηλαδή κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο γι’ αυτούς. Το κριτήριο αυτό αντικειμενικοποιείται κατά το ότι η στήριξη στο περιστατικό πρέπει να είναι κοινή και για τα δύο μέρη. Επιθυμίες ή παραστάσεις του ενός συμβαλλομένου που δεν έγιναν ή δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τον αντισυμβαλλόμενό του, οσοδήποτε και αν είναι ουσιώδεις για τον πρώτο δεν αποτελούν κοινό θεμέλιο. Η διατύπωση της διατάξεως (εστήριξαν) φαίνεται μάλιστα ακόμα στενότερη. Φαίνεται δηλαδή ότι απαιτεί να έγιναν και όχι απλώς να μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά τα περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε ο ένας από τον άλλο (βλ. Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ, άρθρο 388 παρ. 10 σελ. 369). Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, έχει ως προϋπόθεση ότι τα μέρη κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης έλαβαν υπόψη τους περιστατικά στα οποία, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, θεμελίωσαν το περιεχόμενο της σύμβασης, γιατί απέβλεψαν σ’ αυτά και αποτέλεσαν το βάθρο της. Στη συνέχεια όμως απαιτείται τα περιστατικά αυτά σε μεταγενέστερο χρόνο να μεταβλήθηκαν, τα δε γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη μεταβολή να έχουν χαρακτήρα έκτακτο, μη δυνάμενα να προβλεφθούν (ΑΠ 1171/2004 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν δεν συντρέχει από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού, κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», προβλέπει τη δυνατότητα διαμόρφωσης της έννομης σχέσης με βάση τα ανωτέρω κριτήρια και εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή πηγάζει από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ειδική προστασία ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 850/2010 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 103/2001 ΕλλΔνη2002.715, ΑΠ 588/1995 ΕΔΠ 1996. 114), Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, ώστε να επιτευχθεί η αναπροσαρμογή της παροχής στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1325/2013 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 988/2012 Χρίδ 2013.26, ΑΠ 423/2008). Τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως οφείλει, για την πληρότητα της αγωγής, να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει ο ενάγων. Ειδικότερα, όταν κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως ζητείται η μείωση της συμφωνηθείσας παροχής, ο ενάγων οφείλει να περιλάβει στο εισαγωγικό δικόγραφο, πλην άλλων και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτόν χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την αξία της αντιπαροχής (πρβλ προκειμένου για μισθωτικές συμβάσειςΕφΑΘ 1824/2009 ΝοΒ 2009.1363, ΕφΑΘ 9994/1989 ΕΔικΠολ1992.134). Η δε η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής. Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα αναπροσαρμοσθεί η παροχή στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1325/2013 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαίωμα δε αναπροσαρμογής κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 288, είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αποτέλεσμα δε τούτου είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από της επιδόσεως της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα (ΟλΑΠ 3/2014, ΑΠ 2022/2014, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

VI. Εξάλλου, με την πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/2002 (ΦΕΚ Α', 277/2002), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του ν. 2076/1992 (όπως ίσχυε μέχρι την κατάργηση του με το άρθρο 92 παρ. 1 του ν. 3601/2007) και, άρα έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που θεσπίζονται στην παράγραφο Α της εν λόγω ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσομένους, για τη σύμβαση και τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, καθώς και να μεριμνούν για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών προς το συναλλακτικό κοινό. Το περιεχόμενο της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης , που αποσκοπεί, στο να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, καθορίζεται στην παράγραφο Β της ίδιας ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται, ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κτλ.). Αναφορικά, ειδικότερα, με τα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, δάνεια, θεσπίζεται υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενο διακύμανση της συναλλαγματική ς ισοτιμίας (παρ. Β αρ. 2 περ. χ). Το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω υποχρέωσης ενημέρωσης δεν εξειδικεύεται περαιτέρω στην παραπάνω πράξη, η ως άνω, όμως, απαίτηση δεν αφορά απλά και μόνο, στην υπόμνηση για την πιθανότητα αλλαγής της συναλλαγματική ς ισοτιμίας, παρά πρέπει να οδηγεί το δανειολήπτη να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που τέτοια πιθανότητα συνεπάγεται γι' αυτόν. Ειδικότερα, η παραπάνω διάταξη, που θεσπίζει την εν λόγω υποχρέωση ενημέρωσης (παρ. Β αρ. 2 περ. χ), πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, βάσει της οπίας, όπως γίνεται δεκτό (ΑΠ 1352/2011, ΕφΑΘ 1403/2015, ΤΝΠ Νόμος) οι τράπεζες έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της, η πιστωτική σχέση, ως έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας, από την πλευρά των τραπεζών, των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς, γι' αυτούς, συνέπειες, πρέπει δε να εξειδικευθεί, ως προς το ειδικότερο περιεχόμενο της, βάσει των όσων ορίζονται στην ίδια ως άνω ΠΔΤΕ, στην παρ. Β αρ. 1 (in fine, αναφορικά με τις τραπεζικές καταθέσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα εκεί οριζόμενα, «Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώςκαταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης των πιθανών κινδύνων. Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνων σε: αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, (και) σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κλπ), παραθέτοντας δυο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα». Και ναι μεν, η προπαρατιθέμενη διάταξη αναφέρεται στην ενημέρωση των συναλλασσομένων με την τράπεζα, οι οποίοι επιλέγουν ένα καταθετικό προϊόντων, το οποίο έχει ένα βαθμό ρίσκου και γι5 αυτό προσιδιάζει (χωρίς, ωστόσο, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3606/2007), στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, άξιο, ωστόσο, ανάλογης προστασίας είναι και το συμφέρον των δανειοληπτών που επιλέγουν δάνειο σε ξένο νόμισμα, το οποίο, ως εκ του πράγματος και δεδομένης της μακράς διάρκειας των δανείων (ιδίως αυτών της στεγαστικής πίστης), ενέχει υψηλό ρίσκο. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι το συμφέρον των τελευταίων τούτων χρήζει ακόμη μεγαλύτερης προστασίας, έναντι αυτού των καταθετών, στους οποίους, κατά το γράμμα της, αναφέρεται η παραπάνω διάταξη της παρ. Β αρ. 1 (in fine), καθώς οι δανειολήπτες, επειδή είναι αυτοί που «ζητούν χρήμα», βρίσκονται σε οικονομικά ασθενέστερη θέση, έναντι αυτών που επενδύουν χρήμα, και, άρα, είναι πιθανότερο να παρασυρθούν ευκολότερα σε επιλογές χωρίς, προηγουμένως, να έχουν αντιληφθεί, ή έστω εκτιμήσει, τις οικονομικές συνέπειες που μπορεί να συνεπάγονται γι' αυτούς. Με τα πιο πάνω δεδομένα, η ενημέρωση του δανειολήπτη, σε σχέση με τα δάνεια σε συνάλλαγμα και αναφορικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, πρέπει να γίνεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, που να διαθέτει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3606/2007 πιστοποιητικό καταλληλότητας, η δε θεσπιζόμενη, με την προαναφερόμενη διάταξη της ΠΔΤΕ 2501 (παρ. Β αρ. 2 περ. χ), υποχρέωση ενημέρωσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συνίσταται και στην παροχή ειδικών πληροφοριών, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα του προϊόντος αυτού με ομοειδή, καθώς και να γίνεται κατανοητή η πιθανή εξέλιξη του δανείου, ως προς το οφειλόμενο κεφάλαιο και οι πιθανοί κίνδυνοι, για τη διευκόλυνση δε της κατανόησης και συγκρισιμότητας του παραπάνω προϊόντος, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων, που προσδιορίζουν την πορεία του δανείου, με εναλλακτικές παραδοχές, ως προς την κύρια συνιστώσα, που δεν είναι άλλη από την εξέλιξη της συναλλακτικής ισοτιμίας, παραθέτοντας δυο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα (βλ. ΠΠρωτΑΘ3789/2015, δημ Νομός).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίσιν αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι απευθύνθηκαν, περί τις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2006, προς την εναγομένη τραπεζική εταιρία υπό την πρώην επωνυμία της και στο υποκατάστημα αυτής κείμενο στο Κερατσίνι Αττικής, προκειμένου να λάβουν δάνειο που θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες αποπληρωμής προγενέστερου στεγαστικού δανείου για οικόπεδο που απέκτησαν με αγορά στην ... αφενός και αφετέρου την αποπεράτωση και βελτίωση μιας ισόγειας εξοχικής κατοικίας εκτισμένης εντός του εν λόγω οικοπέδου. Ότι η εναγομένη, κατά τον επίμαχο χρόνο, προωθούσε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, τα οποία διαφημίζονταν, όπως ακριβώς και από τις περισσότερες ελληνικές τράπεζες, για το ανταγωνιστικό, χαμηλό, επιτόκιο που εξασφάλιζαν, ήτοι αυτό του Libor. Περαιτέρω εκθέτουν ότι πράγματι συνήψαν στις 22-11-2006, 8-12-2006 και 16-3-2007 τις με αριθμούς ......, αντιστοίχως, διαδοχικές δανειακές συμβάσεις στεγαστικού δανείου με την εναγομένη, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκαν τοκοχρεωλυτικά στεγστικά δάνεια ποσών συναλλάγματος σε ελβετικό φράγκο ύψους 58.089,87, 192.546,72 και 40.619,37 αντιστοίχως, συνολικής διαρκείας 120 μηνών (10 ετών), 360 μηνών (30 ετών) και 180 μηνών (15 ετών), αντιστοίχως για τις συμβάσεις αυτές και με κυμαινόμενο επιτόκιο υπολογιζόμενο με βάση το Libor(CHF) μηνιαίας διάρκειας προσαυξημένο κατά 1,75%, 1,45% και 2,25% αντιστοίχως και για κάθε μια από τις προαναφερόμενες συμβάσεις. Ότι στις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις προεβλέπετο προστασία τους από πιθανές διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μόνο για τις 36 πρώτες μηνιαίες δόσεις και για ποσοστό μείωσης 5%, η οποία όμως είχε απειροελάχιστο αντίκρυσμα και εγένετοαπό την πλευρά της εναγομένης προκειμένου να τους δελεάσει στην υπογραφή της συμβάσεως. Επιπρόσθετα, ιστορούν ότι συνήψαν τις συμβάσεις με τουςπροδιατυπωμένους τους όρους, δηλαδή που δεν ετέθησαν υπό διαπραγμάτευση, ενώ η εναγομένη, τους ενημέρωσε για τους πιθανούς κινδύνους από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας με μια επιστολή, στην οποία ωστόσο υπερτονίζονταν τα οφέλη από την αποδυνάμωση του ελβετικού νομίσματος έναντι του Ευρώ, ενώ γινόταν απλή αναφορά για την τυχόν ζημία τους στην αντίθετη περίπτωση, ήτοι στην ενδυνάμωση του Ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, ενώ καμία άλλη ήτοι προφορική και εκτενής ενημέρωση τους εγένετο. Ότι, ακόμη, εκταμιεύθηκαν τα ποσά των προαναφερόμενων δανειακών συμβάσεων σε ελβετικό φράγκο σε Ευρώ, ήτοι 3.6013,56 Ευρώ για την πρώτη σύμβαση, 119.445,85 Ευρώ για τη δεύτερη και 24.828,46 Ευρώ για τη τρίτη, ποσά τα οποία τους μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα χωρίς στην πραγματικότητα να λάβουν κανένα ποσό συναλλάγματος, ανεξάρτητα από τη μετατροπή που έκανε η τράπεζα στην αντίστοιχη ισοτιμία συναλλάγματος μόνο λογιστικά. Ότι περαιτέρω, ήταν γνωστό στην εναγομένη τράπεζα, ότι οι ίδιοι δεν διέθεταν εισοδήματα σε ελβετικό φράγκο και θα εξοφλούσαν επομένως τις μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις για την αποπληρωμή των δανείων τους σε Ευρώ, οι οποίες κατά τους υπολογισμούς της εναγομένης θα ανερχόταν στα ποσά των 250.00 Ευρώ για την πρώτη από τις εν λόγω συμβάσεις, στο ποσό των 550,00 Ευρώ για τη δεύτερη και στο ποσό των 250.00,00 Ευρώ για την τρίτη, ήτοι συνολικά στο ποσό των 1.050,00 Ευρώ. Ακόμη εκθέτουν ότι ενώ εν λόγω μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις τη διάρκεια των ετών 2007, 2008, 2009 και τους πρώτους μήνες του 2010 ανερχόταν στα προαναφερόμενα ποσά με μικρές αποκλίσεις, το έτος 2011 αυξήθηκαν σταδιακά και τον Ιούλιο του αυτού έτους ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 1.222,28 Ευρώ. Ότι μετά ταύτα απευθύνθηκαν στην εναγομένη για ρύθμιση των μηνιαίων δόσεων αποπληρωμής των δανείων τους σε μικρότερα ποσά, ενώ οι υπάλληλοι αυτής συνέχιζαν να τους καθησυχάζουν ότι η αύξηση των δόσεων τους με την αλλαγή της ισοτιμίας ήταν κάτι το παροδικό. Περαιτέρω, ιστορούν ότι παρόλο που μέχρι την 1-10-2014 κατέβαλαν εμπρόθεσμα και κανονικά τις μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις των δανείων τους, ο οποίες έβαιναν αυξανόμενες, το άληκτο κεφάλαιο αυτών (δανείων) ανήρχετο στο ισόποσο των 185.725,42 Ευρώ, ήτοι 5.437,55 Ευρώ περισσότερα από εκείνα που είχαν αρχικά δανεισθεί, ήτοι 180.287,87 Ευρώ κατά το τέλος 2006 και αρχές του 2007 που υπεγράφησαν οι προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις, αντιλαμβανόμενοι ωσαύτως ότι η τράπεζα τους είχε επιρρίψει τον κίνδυνο αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ελβετικού φράγκου και ευρώ, η οποία είχε αλλάξει άρδην υπέρ του ελβετικού φράγκου, με συνέπεια την εκτίναξη της οφειλής τους, πράγμα που διαπίστωσαν κατόπιν έρευνας που πραγματοποίησαν μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου τους περί τα τέλη του θέρους του 2014. Ότι αντιλήφθηκαν κατά το χρονικό αυτό σημείο ότι στην πραγματικότητα η τράπεζα μέσω των υπαλλήλων της τους είχε παρασύρει στην υπογραφή των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων χωρίς να τους επισημάνει, ως όφειλε, ότι το άληκτο κεφάλαιο της οφειλής τους θα υπολογιζόταν με βάση την τρέχουσα ισοτιμία ελβετικού φράγκου-ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής και όχι με βάση την ισοτιμία των νομισμάτων κατά το χρόνο της εκταμίευσης, αλλά και με δόσεις που δεν ήταν αρχικώς προκαθορισμένες, ως κατά την κατάρτιση της συμβάσεις είχε υπονοηθεί, αλλά αόριστες και απροσδιόριστες, εξαρτώμενες πλήρως από την συναλλαγματική ισοτιμία κατά το χρόνο της καταβολής τους. Ότι μετά την εν λόγω διαπίστωση απέστειλαν στην εναγομένη εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, με την οποία, αφού διαμαρτυρήθηκαν για τα παραπάνω, ζήτησαν περαιτέρω των υπολογισμό των μηνιαίων δόσεων και του υπολοίπου του δανείου τους δυνάμει της ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ κατά την ημέρα της εκταμίευσης, για να λάβουν αρνητική απάντηση από την πλευρά της εναγομένης, η οποία επικαλέστηκε γνώση τους προς εξόφληση των δανείων τους και υπολογισμό του άληκτου κεφαλαίου αυτών με βάση την ισοτιμία ελβετικού φράγκου-ευρώ κατά την ημερομηνία των εκάστοτε πληρωμών, σύμφωνα με τονπροδιατυπωμένο όρο 7 των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων, που είναι καταχρηστικός και άκυρος, αλλά και σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής που τουςαπεύθηναν κατά το χρόνο σύναψης εκάστης των συμβάσεων. Με βάση το προαναφερόμενο ιστορικό ζητούν, όπως τα αγωγικά αιτήματα εκτιμώνται από το Δικαστήριο: α) να αναγνωρισθεί το ανυπόστατο της οφειλής τους από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις οφειλής τους σε ελβετικό φράγκο, για το λόγο ότι το δάνεισμα που αληθώς μεταβιβάστηκε στους δανειολήπτες και που αυτοί υποχρεούνται να επιστρέψουν, σύμφωνα με την ΑΚ 806, ήταν σε Ευρώ και όχι σε ελβετικό φράγκο, β) επικουρικά, να αναγνωρισθεί ολικώς η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων για το λόγο ότι: i) αντίκεινται σε απαγορευτικές διατάξεις νόμου, και δη σε αυτές των ΑΚ 806 και ΠΔΤΕ 1955/1991, που απαγορεύουν τη χορήγηση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, ii) επικουρικά δε, ως αντικείμενες στην ΠΔΤΕ 2325/1994, εφόσον δεν υπήρχε ανάγκη από τους ίδιους (δανειολήπτες) χορήγησης δανείου σε συνάλλαγμα και αφετέρου διότι, ουδέποτε έλαβε χώρα αυτούσια απόδοση του ποσού των 291.255,96 ελβετικών φράγκων συνολικά και από τις τρεις συμβάσεις, αλλά η σχετική εγγραφή, έλαβε χώρα λογιστικά, η δε τράπεζα δεν διαθέτει τις απαιτούμενες βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, και άρα, κατ5 εκτίμηση του δικογράφου, ως εικονικών, iii) επικουρικά να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων ολικά, κατ' άρθρο 181, λόγω της ακυρότητας του όρου 7 των δανειακών συμβάσεων, άλλως αυτοτελώς άκυρων ως καταχρηστικών, γ) επικουρικά να αναγνωρισθεί μερικώς η ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων, ενόψει των καταχρηστικών ΓΟΣ που περιέχει και συγκεκριμένα του όρου 7 αυτών περί εξόφλησης του εκάστοτε υπολοίπου της οφειλής σε ελβετικά φράγκα, καθόσον επιφέρει σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος τους και δεν τυγχάνει εφαρμογής κατά την παρ. 7 και 6 του άρ. 2 του ν. 2251/1994,πληρουμένου του δημιουργούμενού κενού κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως αναλύονται στο αιτητικό, δ) επικουρικά να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του ανωτέρω όρου 7 των συμβάσεων, λόγω επίρριψης σε αυτούς του συναλλαγματικού κινδύνου όπως κάθε άλλου όρου σχετικών συμβάσεων που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (επίρριψη σε αυτούς του συναλλαγματικού κινδύνου), ε) επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη να αναπροσαρμόσει την οφειλή τους από τη λήψη και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση των δανείων με βάση την ισοτιμία μεταξύ των δυο νομισμάτων, κατά το χρόνο της λήψης τους, άλλως να υπολογίσει τα δάνεια εξαρχής σε Ευρώ. στ) Τέλος, επικουρικά ζητούν να αναγνωρισθεί ότι έως και την 1-10-2014, το άληκτο κεφάλαιο των δανείων τους υπολογιζόμενο σύμφωνα με την ισοτιμία κατά την ημέρα εκταμίευσης τους, ανέρχεται: i) για την με αριθμό ... από 22-11-2006 δανειακή σύμβαση, με άληκτο κεφάλαιο κατά την 1-10-2014, 37.938,28 ελβετικών φράγκων στο ποσό των 23.520,32 Ευρώ (ήτοι 37.938,28 ελβετικά φράγκα προς 1,613 ισοτιμία κατά την ημέρα εκταμίευσης, ii) για την με αριθμό ... από 8-12-2006 δανειακή σύμβαση, με άληκτο κεφάλαιο κατά την 1-10-2014, 166.382,27 ελβετικών φράγκων, στο ποσό των 103.214,81 Ευρώ (ήτοι 166.382,27 ελβετικά φράγκα προς 1,612 ισοτιμία κατά την ημέρα εκταμίευσης, και iii) για την με αριθμό ... από 16-3-2007 δανειακή σύμβαση, με άληκτο κεφάλαιο κατά την 1-10-2014, 19.552,87 ελβετικών φράγκων, στο ποσό των 11.951,63 Ευρώ (ήτοι 19.552,87 ελβετικά φράγκα προς 1,636 ισοτιμία κατά την ημέρα εκταμίευσης. Τέλος, ζητούν να επιβληθούν τα δικαστικά τους έξοδα σε βάρος της εναγομένης.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή,παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρ. 18 και 33 ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη, πλην: 1ον) εν μέρει του υπό στοιχείο δ’ ως προαναλύθηκε επικουρικού αιτήματος, περί ακυρώσεως (πλην του όρου 7) και κάθε άλλου όρου της συμβάσεως που επιρρίπτει σε αυτούς το συναλλαγματικό κίνδυνο, καθόσον δεν εξειδικεύονται ούτε στο αιτιολογικό μέρος της αγωγής τους, ούτε στο αιτητικό τους, οι όροι αυτοί. Και 2ον) των υπό στοιχεία ε αιτήματος κατά το σκέλος του που αφορά τον μετά την άσκηση της αγωγής χρόνο, καθόσον, αν ήθελε υποτεθεί ότι η αναπροσαρμογή της παροχής τους κατά το προσήκον μέτρον αιτείται από αυτούς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, δεν εκτίθενται στην αγωγή, αν και θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στην προαναφερόμενη υπό στοιχ. V μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι η σταθερότητα και κατ' επέκταση η μη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας των δυο νομισμάτων αποτέλεσε το κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο αμφοτέρων των διαδίκων, ήτοι το βάθρο για τη σύναψη των συμβάσεων αυτών, με την έννοια ότι και τα δυο μέρη δεν θα προέβαιναν σε αυτήν, αν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει. Περαιτέρω, αν αιτείται από αυτούς η αναπροσαρμογή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, δεν εκθέτουν στο δικόγραφο της αγωγής του εκείνα τα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί το παρόν Δικαστήριο να σχηματίσει δικανική πεποίθηση, ότι το προτεινόμενο από αυτούς χρηματικό αντάλλαγμα είναι είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών την αξία της αντιπαροχής. Ειδικότερα, οι ενάγοντες όφειλαν να εκθέσουν στην αγωγή τη διακύμανση και τις μεταβολές κατά τα παρελθόντα έτη, ήτοι κατά τα έτη που προηγήθηκαν της σύναψης των επίδικων συμβάσεων, έτσι ώστε το Δικαστήριο να συγκρίνει τα δυο αυτά μεγέθη, ήτοι τις μεταβολές της ισοτιμίας κατά τα παρελθόντα έτη και τις μεταβολές που επήλθαν κατά τη διάρκεια ισχύος των επίδικων συμβάσεων, προκειμένου να διαπιστώσει από τη σύγκριση αυτή, αφενός εάν υπάρχει διαφορά και που το μέγεθος αυτής και αφετέρου να προσδιορίσει το επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη. Έτσι τα αιτήματα αυτά, τυγχάνουν απορριπτέα, ως απαράδεκτα λόγω της αοριστίας τους αυτής, γενομένων δεκτών, εν μέρει, και των σχετικών ισχυρισμών της εναγομένης. Περαιτέρω είναι εν μέρει, και με την επιφύλαξη όσων θα αναφερθούν κατωτέρω, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 και 7 του ν. 2251/1994, 140, 141, 155, 174, 180, 181, 281, 806 ΑΚ, ΠΔΤΕ 2501/2002 και 70 ΚΠολΔ. Μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, κρίνονται: 1ον) η υπό στοιχείο β)ί) επικουρική βάση της αγωγής, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στην υπό στοιχ. II μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν είναι απαγορευμένη η χορήγηση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, 2ον) η υπό στοιχείο β)ϋ) επικουρική βάση της αγωγής, το μεν διότι ούτε από την με αριθμόν ΠΔΤΕ 2325/1994, της οποίας γίνεται επίκληση από τους ενάγοντες, ούτε εξ ουδεμίας άλλης διατάξεως, τίθεται ως νόμιμη προϋπόθεση της εγκυρότητας της δανειακής σύμβασης σε συνάλλαγμα η συνδρομή πραγματικής ανάγκης εκ μέρους του δανειολήπτη για χορήγηση συναλλάγματος, το δε, διότι η παραβίαση εκ μέρους της τράπεζας των διατάξεων της παρατιθέμενης υπ' αριθμόν 2325/1994 ΠΔΤΕ, δεν συνεπάγεται ακυρότητα του χορηγούμενου σε συνάλλαγμα δανείου, την οποία να δύναται ο δανειολήπτης να επικαλεσθεί, αλλά ενδεχομένως κυρώσεις σε βάρος της τράπεζας, επιβαλλόμενες από την εποπτεύουσα αρχή. 3) τα επικουρικά αιτήματα της αγωγής, περί αναπροσαρμογής του όλου περιεχομένου των δανειακών συμβάσεων σύμφωνα με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο λήψης τους, άλλως σε ευρώ για το χρόνο προ της άσκησης της αγωγής (υπό στοιχείο ε αίτημα) και του ειδικότερου αιτήματος περί αναπροσαρμογής των άληκτων κεφαλαίων της οφειλής τους με αναγνώριση αυτής (οφειλής) στα ποσά που αναφέρουν για τα τρία προαναφερόμενα δάνεια κατά την 1-10-2014 σύμφωνα με την ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ κατά την ημέρα της εκταμίευσης (υπό στοιχείο στ αίτημα), όπως αναλύθηκε παραπάνω, με επίκληση των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, πέραν της καταφανούς αοριστίας τους και δη καθ' ό μέρος τους που αναφέρονται σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, δεδομένου ότι η βάση των εν λόγω διατάξεων αγωγή και η δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή αυτή, είναι διαπλαστικές και επομένως το σχετικό δικαίωμα ασκείται από της επιδόσεως της αγωγής και μελλοντικώς και χωρίς αναδρομικότητα, όπως αναλύθηκε στην προαναφερόμενη υπό το κεφ. V μείζονα σκέψη της παρούσας (βλέπε αυτήν με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία). Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος της που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η εναγομένη με τις νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις της αρνείται αιτιολογημένα (άρθ. 261α ΚΠολΔ) τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής (τόσο κατά την κύρια όσο και τις λοιπές επικουρικές), επικαλούμενη, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις έγγραφες προτάσεις της, ότι οι ενάγοντες έλαβαν πλήρη ενημέρωση από τους υπαλλήλους της κατά το προσυμβατικό στάδιο σύναψης των επίδικων συμβάσεων, για το περιεχόμενο των συμβατικών όρων αυτής και τον κίνδυνο από την μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ/ελβετικό φράγκο. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69, 70, 223, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, καθόσον ελλείπει το έννομο αυτών συμφέρον και δεν συγχωρείταιαπο τις περιστάσεις η έγερση της αγωγής τους σύμφωνα με το άρθρο 69 για αποκατάσταση της μελλοντικής θετικής τους ζημίας, καθόσον αυτή δεν έχει επέλθει και δεν είναι βέβαιη ότι θα συμβεί σε βάθος τριακονταετίας υπολογιζόμενη κατά τη διακύμανση της ισοτιμίας ελβετικού φράγκου/ευρώ. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός τυγχάνει μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, δεδομένου ότι οι ενάγοντες αιτούνται σύμφωνα με το κύριο και επικουρικά αιτήματα της αγωγής τους, την αναγνώριση της ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων, είτεεπικουρικότερα συγκεκριμένου όρου αυτών και πλήρωση του δημιουργούμενού κενού με βάση την ΑΚ 200, και όχι αποκατάσταση τυχόν μελλοντικής τους ζημίας, σύμφωνα με το 69 ΚΠολΔ, ήτοι όχι ως προληπτική δικαστική προστασία, ως ισχυρίζεται η εναγομένη.

Από τις καταθέσεις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, από τις άμεσες, είτε και έμμεσες ομολογίες των διαδίκων, για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω, καθώς επίσης από τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες περί τα τέλη του έτους 2006 και αρχές του έτους 2007, αναζητούσαν τραπεζικό φορέα προκειμένου να λάβουν στεγαστικά δάνεια με συμφέροντες όρους, προκειμένου να εξοφλήσουν παλαιότερο ληφθέν από αυτούς δάνειο για αγορά οικοπέδου και ειδικότερα στη θέση "..."έκτασης ... τ.μ. και αφετέρου προκειμένου να βελτιώσουν/αποπερατώσουν την ισόγεια προκατασκευασμένη επ' αυτού εξοχική κατοικία, επιφανείας 93 τ.μ. περίπου. Έτσι, στις 22-11-2006, 8-12-2006 και 16-3-2007 καταρτίστηκαν μεταξύ αφενός των εναγόντων και αφετέρου της εναγομένης υπό την πρώην επωνυμία της «Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.», οι με αριθμούς ......., αντιστοίχως, δανειακές τοκοχρεωλυτικές συμβάσεις με την εναγομένη, η πρώτη επί σκοπώ εξόφλησης υφιστάμενου στεγαστικού δανείου και οι λοιπές για την αποπεράτωση/βελτίωση του προαναφερομένου ακινήτου, πλην όμως το δάνεισμα συμφωνήθηκε να τουςαποδωθεί σε ελβετικά φράγκα, και πράγματι έλαβαν ποσό ύψους 58.089,87, για την πρώτη από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, ποσό 192.546,72 για τη δεύτερη και ποσό 40.619,37 για την τρίτη. Η διάρκεια αποπληρωμής των δανείων αυτών συμφωνήθηκε συνολικής διαρκείας 120 μηνών (10 ετών), 360 μηνών (30 ετών) και 180 μηνών (15 ετών), για τις προαναφερόμενες συμβάσεις με τη σειρά που αναφέρονται ανωτέρω, και με κυμαινόμενο επιτόκιο υπολογιζόμενο με βάση το Libor (CHF) μηνιαίας διάρκειας, όπως αυτό ορίστηκε δυο ημέρες πριν την εκταμίευση των δανείων, προσαυξημένο κατά 1,75%, 1,45% και 2,25%, γι' αυτές αντιστοίχως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 4 των προσαρτημάτων των συμβάσεων αυτών, συμφωνήθηκε η δυνατότητα μετατροπής του νομίσματος του δανείου σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, κατόπιν έγκρισης της τράπεζας με προειδοποίηση μηνός και στη λήξη κάθε πλήρους μήνα αποπληρωμής του δανείου, αλλιώς οι οφειλέτες θαυποχρεούντο να καταβάλουν στην τράπεζα το κόστος μετατροπής του νομίσματος του δανείου που θα επιβαρυνθεί η τράπεζα. Επίσης, με τον με αριθμό 9 όρο των συμβάσεων αυτών συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας η τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής, από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης που θα ίσχυε κατά την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης. Το ποσό του πρώτου από τα προαναφερόμενα δάνεια, ήτοι 58.089,87 ελβετικών φράγκων εκταμιεύθηκε την 2-1-2007, το ποσό του δεύτερου, ήτοι 192.546,72 ελβετικών φράγκων, την 10-1-2007 και το ποσό του τρίτου, ήτοι 40.619,37 ελβετικών φράγκων, εκταμιεύθηκε την 4-4-2007, πιστώθηκαν δε στους με αριθμούς .... λογαριασμούς που τηρούνταν προς εξυπηρέτηση στους σε ελβετικό φράγκο. Ακολούθως, τα ποσά αυτά των προαναφερομένων δανείων σε ελβετικό φράγκο, αφού μετατράπηκαν σε ευρώ, πιστώθηκαν στον τηρούμενο στην εναγομένη από τους δανειολήπτες-ενάγοντες με αριθμό ... καταθετικό λογαριασμό σε Ευρώ, στις 4-1-2007 (ποσό Ευρώ 35.842,46), 12-1-2007 (ποσό Ευρώ 118.730,73) και 10-4-2007 (ποσό Ευρώ 24.769,42), για κάθε μια από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, αντιστοίχως, και ακολούθως αναλήφθηκαν από αυτούς, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες για τις οποίες ελήφθησαν τα δάνεια αυτά. Συνολικά δηλαδή εκταμιεύθησαν 291.255,96 ελβετικά φράγκα και τούτο προκύπτει από τα παραστατικά εκταμίευσης σε ελβετικά φράγκα και την πίστωση των ανωτέρω λογαριασμών επ' ονόματι των εναγόντων σε ελβετικό φράγκο, που είναι προγενέστερη της μετατροπής αυτών σε Ευρώ και της αντίστοιχης εκταμίευσης τους στο εγχώριο νόμισμα.

Άλλωστε, από τις κινήσεις των λογαριασμών και της ενημερώσεις που οι ενάγοντες ελάμβαναν αναφορικά με το υπόλοιπο των δανειακών λογαριασμών τους, προκύπτει ότι το νόμισμα στο οποίο χορηγήθηκε το δάνειο, ήταν το ελβετικό φράγκο. Δηλαδή, με μόνη την πίστωση των προαναφερόμενων λογαριασμών των δανειοληπτών-εναγόντων σε ελβετικά φράγκα, το δάνεισμα συνολικού ποσού 291.255,96 ελβετικών φράγκων, τέθηκε στη διάθεση των τελευταίων και έτσι τούτοι κατέστησαν δικαιούχοι του ανωτέρω ποσού, ανεξάρτητα απο το ότι κατόπιν ανέλαβαν, όχι ελβετικά φράγκα, αλλά το ισόποσο τους σε Ευρώ, δηλαδή 180.287,87 Ευρώ. Έτσι το δάνεισμα, περιήλθε στην κυριότητα των δανειοληπτών σε ελβετικά φράγκα σε πίστωση των σχετικών λογαριασμών που τηρούνταν επ' ονόματι τους από τους οποίους και είχαν δικαίωμα αναλήψεως των ποσών, ανεξάρτητα από την μετατροπή του ακολούθως, σε Ευρώ από τους ίδιους, αφού προηγουμένως προέβαιναν στις σχετικές αναλήψεις των ποσών αυτών. Συνακόλουθα, τα όσα υποστηρίζουν οι εναγόντες στην υπό στοιχείο α βάση της αγωγής τους περί του ανυπόστατου της οφειλής σε ελβετικά φράγκα, καθόσον τέτοια (ελβετικά φράγκα), ουδέποτε τους παραδόθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ5 ουσίαν, καθόσον το δάνεισμααυτό περιήλθε στη σφαίρα της κατοχής τους. Επίσης από τις κινήσεις των λογαριασμών αυτών σε ελβετικό φράγκο που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι οι ενάγοντες εξοφλούσαν τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου με χρέωση του με αριθμόν .... καταθετικού λογαριασμού σε Ευρώ, από όπου και ακολούθως γινόταν η μεταφορά των ποσών με μετατροπή στο αλλοδαπό νόμισμα (ελβετικό φράγκο). Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, που είναι λογιστές στο επάγγελμα, ζουν και δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και παρόλο που συνήψαν τις δανειακές συμβάσεις σε ελβετικά φράγκα, είχαν ανάγκη να λάβουν το δάνεισμα σε Ευρώ, προκειμένου να αξιοποιήσουν το ποσό για τους ανωτέρω σκοπούς, και με το ίδιο νόμισμα εξοφλούσαν και τις μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις τους, στο οποίο άλλωστε εκφράζονται και τα εισοδήματα τους. Η επιλογή, λοιπόν, σύναψης του δανείου σε ελβετικό φράγκο από τους ενάγοντες, όπως και από μεγάλη μερίδα των δανειοληπτών εκείνης της χρονικής περιόδου, παρόλο που τούτο δεν αντιπροσώπευε τις πραγματικές τους ανάγκες, εξηγείται από το ότι από τη θεσμοθέτιση του Ευρώ (Ιανουάριο 1999) η ισοτιμία μεταξύ Ευρώ και ελβετικού φράγκου παρέμενε σχετικά σταθερή (διακύμανση της τάξεως του 5,3%) ενώ ταυτόχρονα, το διατραπεζικό επιτόκιο LIBOR CHF (επιτόκιο αναφοράς των αγγλικών τραπεζών για τα ελβετικά φράγκα), κυμαινόταν διαχρονικά σε χαμηλότερα επίπεδα, από το αντίστοιχο επιτόκιο EURIBOR (διατραπεζικό επιτόκιο που προσφέρεται για τις καταθέσεις μιας τράπεζας στην άλλη, σε ευρώ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα επιτοκιακό όφελος για τους δανειολήπτες, που δανείζονταν με επιτόκιο LIBOR CHF. Οι ανωτέρω λόγοι, έδιναν συγκριτικό πλεονέκτημα, για το συγκεκριμένο προϊόν, σε σχέση με ένα δάνειο σε ευρώ, τονίζονταν δε το πλεονέκτημα αυτό στις σχετικές διαφημιστικές καμπάνιες των τραπεζών και έτσι προωθούνταν, από αυτές, μαζικά κατά τον τότε χρόνο, τα δάνεια σε ελβετικά φράγκα. Αναφορικά με το επιτόκιο LIBOR, πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο ήταν και παρέμεινε ιδιαίτερα χαμηλό, σε σχέση με το επιτόκιο EURIBOR, έβαινε δε διαρκώς μειούμενο. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από τις αρχές του έτους 2008 και εντεύθεν, η ισοτιμία των δυο νομισμάτων κατέγραψε μεγάλη μείωση σε βάρος του Ευρώ, ο δε δείκτης της διακύμανσης, η οποία είχε παραμείνει περίπου σταθερή, για τα προηγούμενα δεκαπέντε έτη, τριπλασιάστηκε. Μάλιστα το έτος 2011 η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας, έθεσε κατώτερο όριο στην ισοτμία των δυο νομισμάτων, αυτό του 1,20 (δηλαδή 1 ευρώ = 1,20 ελβετικό φράγκο), το οποίο όμως απελευθέρωσε, με νεώτερη απόφαση της τον Ιανουάριο του 2015. Έτσι αποδεικνύεται, με βάση τα ανωτέρω, ότι στην επίδικη περίπτωση η ισοτιμία EURO/CHF, με βάση την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου, ήταν κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου για την με αριθμό ... από 22-11-2006 δανειακή σύμβαση (ήτοι την 4-1-2007) 1,613 (δηλαδή 1 Ευρώ ισούτομε 1,613 ελβετικά φράγκα), κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου για την με αριθμό ... από 8-12-2006 δανειακή σύμβαση (ήτοι την 12-1-2007) 1,612 (δηλαδή 1 Ευρώ ισούτομε 1,612 ελβετικά φράγκα) και κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου για την με αριθμό ... από 16-3-2007 δανειακή σύμβαση (ήτοι την 10-4-2007) 1,636 (δηλαδή 1 Ευρώ ισούτομε 1,636 ελβετικά φράγκα), την 2-1-2015 (χρόνο σύνταξης της κρινόμενης αγωγής) ανήλθε στο ποσό των 1,168 (δηλαδή 1 Ευρώ ισούτο με 1,168 ελβετικά φράγκα) και την 1-4-2015 στο ποσό των 1,017 (δηλαδή 1 Ευρώ ισούτο με 1,017 ελβετικά φράγκα). Τούτο σημαίνει ότι η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλουν οι ενάγοντες προς αποπληρωμή των δανείων τους σε Ευρώ αυξήθηκε, όπως και το οφειλόμενο σε ποσό Ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ενώ για τα έτη 2007, 2008 και 2009, οι μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 1.050 Ευρώ/μηναίως (ήτοι 550,00 Ευρώ για την πρώτη σύμβαση και από 250,00 Ευρώ για τις λοιπές δυο συμβάσεις) με μικρές αποκλίσεις, όμως από τον Απρίλιο του 2010 άρχισαν να αυξάνονται σταδιακά, με συνέπεια τον Μάϊο του 2010 να απαιτηθούν από αυτούς καταβολές άνω των 1.050,00 Ευρώ, το Νοέμβριο του 2010 να ξεπεράσουν αθροιστικά το ποσό των 1.150,00 Ευρώ, τον δε Ιανουάριο του 2011, να απαιτηθούν καταβολές ύψους 1.200,00 Ευρώ. Τον δε Ιούλιο του έτους 2011 απαιτήθηκαν συνολικές καταβολές ύψους 1.222,28 Ευρώ. Τούτο είχε ως συνέπεια, εφόσον οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων τους, να απευθυνθούν προς την εναγομένη προς ρύθμιση των δανειακών τους υποχρεώσεων, και συνέπεια ήταν να υπογραφούν αλλεπάλληλες τροποποιητικές πράξεις των αρχικών δανειακών τους συμβάσεων. Έτσι, ενώ μέχρι την 1-10-2014 οι ενάγοντες ήταν συνεπείς στην αποπληρωμή των μηναίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων των δανείων τους, των οποίων το κεφάλαιο, όπως προαναφέρθηκε, έφθανε αθροιστικά και για τις τρεις συμβάσεις στο ποσό των 180.287,87 Ευρώ (υπολογιζόμενο κατά το ποσό που εκταμιεύθηκε για καθένα από τα τρία δάνεια κατά την ημέρα της εκταμίευσης αυτής), κατόπιν από 8 περίπου έτη και δη κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία (1-10-2014) όφειλαν ποσά σε Ευρώ (υπολογιζόμενα σύμφωνα με την συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων Ευρώ/ελβετικού φράγκου κατά αυτήν) ύψους 185.725,42 Ευρώ, ήτοι ποσό 5.437,55 Ευρώ επιπλέον από εκείνο που δανείστηκαν. Οι ενάγοντες, όταν αντιλήφθηκαν αυτά, απέστειλαν προς την εναγομένη την από 8-10-2014 εξώδικη δήλωση -διαμαρτυρία τους, την οποία της επέδωσαν την επομένη, στην οποία την καλούσαν να αναγνωρίσει την ακυρότητα του όρου 7 της δανειακής συμβάσεως και να διαμορφώσει την οφειλή τους βάσει της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο εκταμίευσης των δανείων, για να λάβουν αρνητική απάντηση από την εναγομένη, η οποία επικαλέστηκε τη γνώση του κινδύνου που αναλάμβαναν με τις άνω συμβάσεις και κατά τουςπροδιατυπωμένους όρους και την επιστολή που τουςαπηύθηνε κατά την υπογραφή των συμβάσεων αυτών, σύμφωνα με την οποία τους προειδοποίησε για τον κίνδυνο αυτό, για την οποία (επιστολή) θα γίνει ειδικότερη μνεία κατωτέρω. Η επιλογή εκ μέρους των εναγόντων του δανεισμού σε ελβετικό νόμισμα έγινε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγόμενης τράπεζας προς αυτούς, λόγω των πλεονεκτημάτων του χαμηλού επιτοκίου (όπως ανωτέρω αναλύθηκε) και ευνοϊκής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου - ευρώ η οποία είχε παραμείνει σταθερή τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα η μηνιαία καταβλητέα δόση να είναι μικρότερη, αλλά να εμφανίζεται και ως τέτοια στην μελλοντική προοπτική της. Ωστόσο προέκυψε ότι οι ενάγοντες κατά την επιλογή και υπογραφή της ανωτέρω δανειακής σύμβασης δεν ενημερώθηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας για το συναλλαγματικό κίνδυνο της ισοτιμίας ελβετικού φράγκου και ευρώ με τρόπο κατανοητό για τους ίδιους, καθόσον, ακόμη και αν είχαν γνώσεις λογιστικής λόγω του ότι ασκούν το επάγγελμα των λογιστών, ως ισχυρίζεται η εναγομένη και πράγμα που δεν αμφισβητείται από αυτούς, δεν είχαν ιδιαίτερες γνώσεις περί τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και γενικότερα ενασχόληση με τραπεζικές συναλλαγές (άλλα δάνεια ή επενδύσεις), ούτε βέβαια είχαν περιουσία ή εισοδήματα σε ελβετικά φράγκα. Εξάλλου, μεταξύ των προδιατυπω μένων όρων της σύμβασης και ειδικότερα του προσαρτήματος αυτού περιλαμβάνεται και ο υπ' αριθμ. 7 όρος σύμφωνα με τον οποίο ο δανειολήπτης οφείλει να καταβάλει στην Τράπεζα ακριβόχρονα τις προς εξόφληση του δανείου δόσεις και ότι εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού χορηγούνταν σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα χορήγησης είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Πιο συγκεκριμένα ο όρος αυτός αναφέρει, πλην των άλλων, επί λέξει τα εξής, όπως διατυπώνονται στην δεύτερη παράγραφο του τμήματος α αυτού: «εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα , είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε EURO με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής». Με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες υποστηρίζουν, κατά την τρίτη επικουρική της βάση (υπόστοιχ. γ, όπως αναλύεται ανωτέρω), ότι ο ανωτέρω όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός, λόγω της ασάφειας και αοριστίας του, με συνέπεια οι ενάγοντες, στερούμενοι ειδικών οικονομικών γνώσεων και ανάλογης πείρας, να μην αντιληφθούν, κατά την κατάρτιση της σύμβασης τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει αυτός (ο όρος), κατά τη διάρκεια της εξόφλησης του δανείου τους, σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου. Πράγματι, αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος 7ος όρος, που ήταν προδιατυπωμένος από την εναγόμενη τράπεζα και περιλαμβάνονταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, που πραγματοποιούσαν οι ενάγοντες καθ' όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου της (με τον 7° όρο) είναι αόριστος και ασαφής, και επομένως καταχρηστικός και άκυρος. Συγκεκριμένα, με τον επίμαχο όρο παραβιάζεται από την εναγόμενη τράπεζα η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ., η οποία επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ούτως ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του καταναλωτής - πελάτης, που όμως διαθέτει τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής (βλ. ΕφΠειρ 711/2011 ΔΕΕ 2012.356). Συγκεκριμένα, με την ως άνω ρήτρα δεν παρουσιάζονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στη σύμβαση διαδίκων, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, καθώς, επίσης, και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν έτερες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή δανείων, ούτως ώστε ο καταναλωτής και, στην κρινόμενη υπόθεση οι ενάγοντες, οι οποίοι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτουν ιδιαίτερες γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος του χρήματος, να μπορούν να εκτιμήσουν τις οικονομικές συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει για τους ίδιους ο παραπάνω όρος, και, συγκεκριμένα, να διαγνώσουν, εκ των προτέρων, τόσο το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, που θα καλούνταν να καταβάλλουν για την αποπληρωμή του δανείου τους, όσο και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του τελευταίου, σε περίπτωση που η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαφοροποιούνταν σε βάρος του πρώτου (σκέψεις 73-75 της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΚ). Δεν μπορούσαν, επομένως, αυτοί να γνωρίζουν εκ των προτέρων τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνουν. Και ναι μεν ο επίμαχος όρος ήταν σαφώς διατυπωμένος από γραμματική άποψη, πλην, όμως, μόνη η σαφήνεια αυτή δεν αρκεί, κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, προκειμένου να κριθεί ως έγκυρος βάσει των κριτηρίων,, που ο Ν. 2251/1994 και η οδηγία 93/13/ΕΟΚ θέτουν, αφού, εξαιτίας της παραπάνω αοριστίας του ως προς τις οικονομικές συνέπειες τους, οδηγούν ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογη μένων προσδοκιών του καταναλωτή - πελάτη αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα (βλ. ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001.1128). Εξάλλου, η υπογραφή και παραλαβή προδιατυπω μένων συμβάσεων και επιστολών δεν δύναται να θεωρηθεί πλήρης και ορθή εκτέλεση τωνπροσυμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης τράπεζας (πιστωτικού φορέα) για επαρκή πληροφόρηση και ενημέρωση, διότι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των διαδίκων (συμβαλλομένων) που δύναται να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των καταναλωτών (ΔΕΚ, απόφαση της 18ης -12- 2014, υπόθεση C-449/13, CAConsumer Finance SA κατά Ingrid BakkausChar Bonato,Florian Bonato, σκέψεις 30 - 32). Πλήρης ενημέρωση κατά τα ανωτέρω ως προς τον επίμαχο όρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε η υπογραφή (μαζί με τη σύμβαση δανείου και τα λοιπά έγγραφα που τη συνοδεύουν) από τους ενάγοντες της επιστολής ενημέρωσης συναλλαγματικού κινδύνου που υπέγραψαν κατά την υπογραφή της κύριας σύμβασης και των λοιπών συνοδευτικών εγγράφων, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, και ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας «...Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου, σε σχέση με το EURO αναπροσαρμόζεται κατά το ίδιο ποσοστό και το κεφάλαιο του δανείου σας. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση ισχυροποίησης του ελβετικού νομίσματος το κεφάλαιο του δανείου αυξάνεται ενώ στην περίπτωση αποδυνάμωσης του το κεφάλαιο μειώνεται αντίστοιχα. Στη βάση αυτή, εάν αποφασίσετε να αλλάξετε το νόμισμα του δανείου σας σε EURO, τη χρονική στιγμή που αποδυναμώνεται το ελβετικό νόμισμα σε σχέση με το EURO, τότε θα έχετε αποκομίσει σημαντικό κέρδος σε σχέση με το οφειλόμενο κεφάλαιο..», διότι δεν γίνεται ευκρινώς διαγνωστός ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι οι δανειολήπτες-ενάγοντες κατανόησαν τις συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει η εν λόγω υποχρέωση που ανέλαβαν, σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας υπέρ του ελβετικού φράγκου. Τούτο δε εξ υπαιτιότητας της εναγομένης, η οποία, παραβιάζοντας τις επιβαλλόμενες από την ΠΔΤΕ 2501/2002 υποχρεώσεις της, όπως αυτές αναλύθηκαν, δεν τους παρείχε εξειδικευμένες πληροφορίες, ώστε να μπορέσουν να συγκρίνουν το συγκεκριμένο τραπεζικό προϊόν, με ένα δάνειο λ.χ. σε ευρώ, ούτε τους παρέθεσε συγκεκριμένα παραδείγματα, ώστε να δύνανται να αντιληφθούν, εμπράκτως, την πορεία των δανείων τους στο βάθος χρόνου αποληρωμής τους, και τον αντίκτυπο της αλλαγής της ισοτιμίας, ιδία, ως προς το ποσό του κεφαλαίου του δανείου τους, ούτε τους ενημέρωσε για το ότι τυχόν δυσμενής τοιαύτη εξέλιξη δύναται, όχι μόνο να εξανεμίσει τα οφέλη από την εφαρμογή χαμηλού επιτοκίου, αλλά να συνεπάγεται, ιδιαίτερα επαχθείς, γι' αυτούς, συνέπειες, οφειλόμενες στον πολλαπλασιασμό του επιστρεπτέου κεφαλαίου του δανείου. Αποδείχθηκε δε ότι η τράπεζα παρέλειψε να υπομνήσει ρητώς τον κίνδυνο διακύμανσης της ισοτιμίας και να διαφωτίσει τους ενάγοντες, ως προς τις συνέπειες της διακύμανσης αυτής. Η ακυρότητα, ωστόσο, του ως άνω όρου δεν επιφέρει την ακυρότητα του συνόλου της επίδικης σύμβασης (ΑΚ 181), όπως επικαλούνται οι ενάγοντες, καθώς δεν συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν την σύναψη της επίδικης σύμβασης χωρίς το άκυρο μέρος της (βλ. ΑΠ 328/2001ΕλλΔνη 2001.1295), αφού πρωτίστως απέβλεψαν στο δανεισμό τους, ενώ οι κρινόμενοι όροι εξασφάλιζαν σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο σε σχέση με το δανεισμό σε ευρώ, με αποτέλεσμα η ισχύς της επίδικης σύμβασης να είναι δυνατή και μετά την αποξένωση του προαναφερόμενου όρου. Περαιτέρω, όσον αφορά το κενό, που δημιουργείται από την ακυρότητα των προ μνημονευόμενων γ.ο.σ., αυτό, κατά τα προδιαληφθέντα στη μείζονα σκέψη, θα έπρεπε, κατ5 αρχήν, να καλυφθεί με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου και, ειδικότερα, με την εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 291 ΑΚ, η οποία ορίζει πως «όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής». Ωστόσο, επειδή η ουσιαστικού δικαίου ρύθμιση, που η εν λόγω διάταξη εισάγει, ταυτίζεται με εκείνη του προ μνημόνευα μενού όρου, που κρίθηκε καταχρηστικός, το Δικαστήριο κρίνει πως η εφαρμογή της στη θέση του θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, στη διάψευση, δηλαδή, των εύλογων προσδοκιών των εναγόντων αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής τους σχέσης με την εναγόμενη και, συνακόλουθα, στη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των μεταξύ τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος των ιδίων. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δεσμευτική, αφού δεν καθιερώνει υποχρέωση, αλλά απλό δικαίωμα του οφειλέτη να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, θα πρέπει να αποκλειστεί. Κατά συνέπεια, το κενό, που προκαλείται στην επίμαχη σύμβαση αναφορικά με την ισοτιμία, βάσει της οποίας θα υπολογίζονται οι καταβολές σε ευρώ, που οι ενάγοντες πραγματοποιούν προς εξόφληση του δανείου τους, θα πρέπει να πληρωθεί με συμπληρωματική, κατ5 άρθρο 200 ΑΚ, ερμηνεία αυτής (σύμβασης), ούτως ώστε η τελευταία να ανταποκρίνεται πλέον στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Στο πλαίσιο της εν λόγω ερμηνείας, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη : α) τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας, τις οποίες οφείλει να τηρεί κάθε χρηστός και γνωστικός συναλλασσόμενος, καθώς και τις σύμφωνες με αυτές συνήθειες των συναλλαγών, β) το είδος, τη φύση και το σκοπό των επίμαχων συμβάσεων, τις οποίες συνήψαν οι διάδικοι, και, συγκεκριμένα, το γεγονός πως επρόκειτο για καταρτισθείσες στην Ελλάδα δανειακές συμβάσεις, μέσω των οποίων οι ενάγοντες θα αποπλήρωναν (σε ευρώ) το κεφάλαιο για την εξόφληση παλαιότερα ληφθέντος δανείου και το τίμημα για την αποπεράτωση της εξοχικής κατοικίας τους, γ) τα συμφέροντα αμφοτέρων των διαδίκων, εκ των οποίων εκείνα της εναγομένης δεν εξαρτώνται από τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, αλλά εξυπηρετούνται μέσω του προαναφερόμενου κυμαινόμενου επιτοκίου, με το οποίο και συμφωνήθηκε πως θα αποπληρωθεί το δάνειο, δ) τις συνθήκες, που επικρατούσαν στις χρηματαγορές τέλη του έτους 2006 και αρχές του έτους 2007, οπότε καισυνηφθησαν οι επίμαχες συμβάσεις, και οι οποίες χαρακτηρίζονταν από τη σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, ε) το γεγονός πως οι ενάγοντες, ως υπήκοοι Ελλάδας, οι οποίοι ζουν και δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια, δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιούν το εγχώριο νόμισμα, και δη το ευρώ, στις συναλλαγές τους, στ) το γεγονός πως η εναγομένη γνώριζε πως οι ενάγοντες αδυνατούσαν να έχουν στην κατοχή τους ελβετικά φράγκα, με συνέπεια να εξοφλούν, όπως και πράγματι έκαναν, ουσιαστικά σε ευρώ το δάνειο τους, ζ) το γεγονός πως τα χρηματικά ποσά, που χορηγήθηκαν ως δάνεια στους ενάγοντες δυνάμει των επίμαχων συμβάσεων, ναι μεν εκταμιεύθηκαν σε ελβετικά φράγκα, πλην, όμως, αμέσως μετά την εκταμίευση τους μετατράπηκαν από την ίδια την εναγομένη σε ευρώ και, μάλιστα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων ισοτιμία κατά την ημέρα της εκταμίευσης τους, η) το γεγονός πως η εναγομένη διέθεσε ουσιαστικά στους ενάγοντες: i) το χρηματικό ποσό των 36.013,56 Ευρώ για την με αριθμό … δανειακή σύμβαση, το οποίο ισούνταν, κατά την ημέρα της εκταμίευσης του, στο ποσό των 58.089,87 ελβετικών φράγκων, ii) το χρηματικό ποσό των 119.445,85 Ευρώ για την με αριθμό … δανειακή σύμβαση, το οποίο ισούνταν, κατά την ημέρα της εκταμίευσης του, στο ποσό των 192.546,72 ελβετικών φράγκων και iii) το χρηματικό ποσό των 24.828,46 Ευρώ για την με αριθμό … δανειακή σύμβαση, το οποίο ισούνταν, κατά την ημέρα της εκταμίευσης του, στο ποσό των 40.619,37 ελβετικών φράγκων, και συνολικά ποσό Ευρώ 180.287,87 Ευρώ και 291.255,96 ελβετικών φράγκων, αφού οι ενάγοντες με ευρώ θα αποπλήρωναν το παλαιότερο στεγαστικό δάνειο που είχαν λάβει και το ποσό που απαιτούνταν για την αποπεράτωση της εξοχικής κατοικίας τους, θ) το γεγονός πως η εναγομένη, στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης, δεν παρείχε ουσιαστικά στους ενάγοντες κάποια χρηματοοικονομική υπηρεσία σχετική με την αγορά ή την πώληση ξένων νομισμάτων και ι) τη διάταξη του άρθ. 806 ΑΚ, η οποία ορίζει πως "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας", καταλήγει στο συμπέρασμα πως η εναγομένη, όσον αφορά την απόδοση του εν λόγω δανείου, δεν μπορεί να εφαρμόζει συναλλαγματική ισοτιμία διαφορετική από εκείνη, που ίσχυε κατά την αποδέσμευση των κεφαλαίων αυτών (δανείων) στις 4-1-2007 για την πρώτη από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, στις 12-1-2007 για τη δεύτερη και στις 10-4-2007 για την τρίτη (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψη 26). Επομένως, με βάση την ισοτιμία αυτή θα πρέπει να υπολογίζει και τις καταβολές σε ευρώ, που οι ενάγοντες πραγματοποιούν προς εξόφληση τους, ο δε υπολογισμός αυτός κρίνεται εύλογος και δικαιολογημένος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίανκατά την τρίτη επικουρική της βάση, και να αναγνωριστεί ότι ο υπ' αριθμ. 7 όρος των επίδικων δανειακών συμβάσεων, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, τυγχάνει, κατά το ως άνω αναφερόμενο σκέλος του, άκυρος, ως καταχρηστικός, με συνέπεια οι καταβολές, που οι ενάγοντες πραγματοποιούν σε ευρώ προς εκπλήρωση τωναπορρεουσών από τις ανωτέρω συμβάσεις υποχρεώσεων τους, να πρέπει να υπολογίζονται από την εναγομένη σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυαν κατά την ημέρα εκταμίευσης των δανείων, που ήταν για την με αριθμό ... από 22-11-2006 δανειακή σύμβαση (ημερομηνία εκταμίευσης 4-1-2007) 1,613 (δηλαδή 1 Ευρώ ισούτο με 1,613 ελβετικά φράγκα), για την με αριθμό ... από 8-122006 δανειακή σύμβαση (ημερομηνία εκταμίευσης 12-1-2007) 1,612 (δηλαδή 1 Ευρώ ισούτο με 1,612 ελβετικά φράγκα) και για την με αριθμό ... από 16-3-2007 δανειακή σύμβαση (ημερομηνία εκταμίευσης την 10-4-2007) 1.636 (δηλαδή 1 Ευρώ ισούτο με 1,636 ελβετικά φράγκα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό ως απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ, κατά τα λοιπά, την αγωγή κατά την τρίτη επικουρική της βάση.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο υπ' αριθμόν 7 όρος των μνημονευόμενων στο σκεπτικό της παρούσας δανειακών συμβάσεων, σύμφωνα με τον οποίο «εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα ... είτε σε EURO με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής» τυγχάνει καταχρηστικός και, ως εκ τούτου, άκυρος, με συνέπεια οι καταβολές, που οι ενάγοντες πραγματοποιούν σε ευρώ προς εκπλήρωση των απορρεουσών από τις μνημονευόμενες στο σκεπτικό της παρούσας και κατωτέρω συμβάσεις υποχρεώσεων τους, να πρέπει να υπολογίζονται από την εναγομένη σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία, που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης των δανείων και δη για την με αριθμό ... από 22-11-2006 δανειακή σύμβαση (ημερομηνία εκταμίευσης 4-1-2007) 1,613, για την με αριθμό ... από 8-12-2006 δανειακή σύμβαση (ημερομηνία εκταμίευσης 12-1-2007) 1,612 και για την με αριθμό ... από 16-3-2007 δανειακή σύμβαση (ημερομηνία εκταμίευσης την 10-4-2007) 1,636.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 11 Δεκεμβρίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στο ίδιο μέρος σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 24 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ