Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΣΕ ΔΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΨΕΙΣ




ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΣΕ ΔΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΨΕΙΣ
                                                            Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος

1. Μπορεί το ΔΕΕ να απαγορεύσει την παραγραφή ποινικής υπόθεσης? (υπόθεση Taricco)
            Στην υπόθεση Taricco το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  αποφάνθηκε ότι τα εθνικά ποινικά δικαστήρια ενός κράτους μέλους (εν προκειμένω της Ιταλίας) υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί παραγραφής, όταν αυτές δεν επιτρέπουν την αποτελεσματική καταστολή εγκληματικών πράξεων στρεφομένων κατά των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 325 παρ. 1 και 2  ΣΛΕΕ και συγκεκριμένα την επιβολή ποινής με αμετάκλητη απόφαση για  έγκλημα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής του.  Tούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις του εθνικού δικαίου για την παραγραφή υποχωρούν καθόσον το δίκαιο της ΕΕ υπερέχει «αυτομάτως» έναντι του εθνικού και καθιστά αυτοδικαίως μη εφαρμοστέα κάθε αντίθετη διάταξη εθνικού δικαίου. Εισικότερα, επειδή το ΔΕΕ προέβλεψε ότι η αμετάκλητη καταδίκη ήταν πρακτικά αδύνατη εντός του χρόνου παραγραφής, παρήγγειλε το ιταλικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις περί παραγραφής στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει του άρθρ. 325 ΣΛΕΕ.


2. Μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα για πράξη για την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη στη Γερμανία με επιβολή όρων; («ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ» Ι)
Κατά Έλληνος πολίτου ασκήθηκε στην Ελλάδα ποινική δίωξη για κακουργηματική δωροδοκία για το λόγο ότι αυτός προσέφερε χρήματα σε φορείς λήψεως αποφάσεων στα αρμόδια Υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών καθώς και στις Υπηρεσίες και στο Πολεμικό Ναυτικό της Ελλάδας, προκειμένου να επηρεάσουν θετικά την ανάθεση της παραγγελίας για την κατασκευή οπλικών συστημάτων. Κατά του αυτού κατηγορουμένου εγέρθηκε κατηγορία και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εγκείμενη στο ότι αυτός παρέσχε συνδρομή σε δωροδοκία με προσφοράς χρημάτων στους εκάστοτε φορείς αποφάσεων στην Ελλάδα μέχρι του τότε υπουργού εθνικής άμυνας και ειδικότερα στο ότι έθεσε τους λογαριασμούς της εταιρίας του στη διάθεση των προσώπων που διενήργησαν τη δωροδοκία, καίτοι εγνώριζε ή τουλάχιστον «επιδοκιμαστικά αποδέχτηκε», ότι θα γίνονταν πληρωμές χρημάτων δωροδοκίας μέσω αυτής καθώς και ότι με τη χρησιμοποίησή της εσκοπείτο η ματαίωση της ανίχνευσης της ροής των πληρωμών.
Ο αρμόδιος γερμανός εισαγγελέας γνωστοποίησε στον ανωτέρω κατηγορούμενο, ότι είχε την πρόθεση να απόσχει από την ποινική δίωξη αν αυτός εντός συγκεκριμένης προθεσμίας: α) συναινούσε στην εφαρμογή συνοπτικής διαδικασίας που του επροτείνετο και β) εκπλήρωνε συγκεκριμένους όρους (Auflagen), ήτοι κατέβαλλε ποσό 400.000 ευρώ σε κοινωφελή ιδρύματα που του ανακοινώθηκαν με την ίδια γνωστοποίηση. Ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε τα ανωτέρω και εκπλήρωσε εμπροθέσμως τους σχετικούς όρους. Κατόπιν τούτου ο ανωτέρω εισαγγελέας έπαυσε την ποινική δίωξη βάσει των διατάξεων της παρ. 153a του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με διάταξή του στην οποία εδηλούτο ότι, εφόσον ο κατηγορούμενος εξεπλήρωσε εμπρόθεσμα τους όρους, εξέλιπε το δημόσιο συμφέρον επί την ποινική δίωξη και η πράξη δεν δύναται πλέον να διωχθεί ως πλημμέλημα.
Στην προκείμενη περίπτωση το ερώτημα που τίθεται είναι, αν εν όψει των ανωτέρω ο αυτός κατηγορούμενος μπορεί να διωχθεί στην Ελλάδα βάσει των πραγματικών περιστατικών για τα οποία του ασκήθηκε ποινική δίωξη ή αν εφαρμόζεται η λεγόμενη «αρχή» της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων και διαταγών της Συνθήκης της Λισαβόνας (άρθρο 82 παρ. 1 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ΣΛΕΕ) και το άρθρο 54 του Συμφώνου Εφαρμογής της Συνθήκης Σένγκεν (ΣΕΣΣ).
3. Μπορεί ελληνικό δικαστήριο να στηριχτεί σε ομολογία προσώπου που δόθηκε στο πλαίσιο δίκης διεξαχθείσης κατά συναινετική  διαδικασία (plea bargaining ή Verständigung «ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ ΙΙ»);

Έχει επισημανθεί, κατά κόρον, ότι στο πλαίσιο της ποινικής διαπραγμάτευσης, ιδίως όπως αυτή εφαρμόζεται στις ΗΠΑ ως plea bargaining, πολλοί κατηγορούμενοι ομολογούν ακόμη και εις βάρος τους αναληθή περιστατικά, κατά μείζονα δε λόγο εις βάρος τρίτων, προκειμένου να αποφύγουν αυστηρότερη και προδήλως εξαιρετικά δυσμενέστερη ποινική μεταχείριση. Γι αυτό και  ενίοτε γίνεται λόγος για «πλασματικές καταδίκες».
Παρ ημίν την πράξη απασχόλησε περίπτωση κατά την οποία δύο γερμανοί πολίτες καταδικάστηκαν στη Γερμανία από το ποινικό Δικαστήριο του Μονάχου σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη, καθώς και σε χρηματική ποινή για δωροδοκία Ελλήνων αξιωματούχων κατ' εξακολούθηση. Για την ίδια υπόθεση δωροδοκίας διεξήχθη ποινική διαδικασία και στην Ελλάδα κατά Έλληνα πολίτη, κατηγορουμένου ομοίως για δωροδοκία των αυτών αξιωματούχων. Στην απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου περιελήφθησαν για τον κατηγορούμενο στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, επιβαρυντικές παραδοχές πραγματικών περιστατικών, οι οποίες, γενόμενες γνωστές στις ελληνικές διωκτικές και δικαστικές Αρχές, αξιοποιήθηκαν αποδεικτικώς εις βάρος του Έλληνα κατηγορούμενου. Eρωτάται, επομένως: είναι τούτο επιτρεπτό εν όψει της ιδορρύθμου διαδικασίας κατ’ ακολουθία της οποίας λήφθηκαν οι εν Ελλάδι αξιοποιηθείσες αποδείξεις;
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η απόφαση του γερμανικού Δικαστηρίου ελήφθη βάσει της διαδικασίας της λεγόμενης «συνεννόησης» (Verständigung) της παραγράφου 257c του γερμΚΠΔ (προστέθηκε με νόμο της 29.7.2009). Η διαδικασία της συνεννόησης αποτελεί μία δραστική απόκλιση από την κανονική αποδεικτική διαδικασία που ισχύει στην ποινική δίκη στην Ο.Δ. της Γερμανίας και η οποία θεμελιώνεται, όπως και παρ’ ημίν, στην αρχή της ανάκρισης. Η  διαδικασία της «συνεννόησης» αποκλίνει ουσιωδώς από το θεσμοθετημένο στη γερμανική και ελληνική ποινική δικονομία «σύστημα της ανάκρισης» και γι αυτό  έχει υποστεί δριμεία κριτική, καίτοι αποτελεί ήπια ευρωπαϊκή εκδοχή της ποινικής διαπραγμάτευσης (plea bargaining).

4. Επιτρέπεται η έκδοση παρά την απόρριψη επανειλημμένων, αιτήσεων έκδοσης με βάση το ίδιο ένταλμα σύλληψης? («ΥΠΟΘΕΣΗ GUSINSKY»)

Την 21.8.2003 ο  V.G.,, πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδοίας και του κράτους του Ισραήλ, συνελήφθη από τις Ελληνικές Αρχές μετά από εντολή του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών που εκδόθηκε βάσει ενός σήματος του Κεντρικού Γραφείου της  Ιντερπόλ, το οποίο με τη σειρά του είχε σταλαί, κατόπιν εντάλματος των Ρωσικών Εισαγγελικών Αρχών, προκειμένου αυτός να δικαστεί για απάτη.
Κατά του αυτού προσώπου είχε υποβληθεί αίτηση έκδοσης στην Ισπανία, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η οποία όμως απορρίφθηκε από τα  κράτη αυτά. Ο εκζητούμενος, ωστόσο, είχε προσφύγει κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Ευρωπαϊκό  Δικαστήριο  για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που  δέχθηκε ότι αυτός  είχε υποβληθεί το έτος 2000 σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και ότι διώκεται για πολιτικούς λόγους. Ομοίως το του Ποινικό Τμήμα  του Εθνικού Δικαστηρίου της Ισπανίας με την  υπ' αριθμ. 83/2000 από 4.4.2001 απόφασή του απέρριψε τη ρωσική αίτηση έκδοσης ως απαράδεκτη,  μεταξύ των άλλων και για το λόγο ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ότι η έκδοση ζητήθηκε για λόγους πολιτικούς. Εν όψει των ανωτέρω, ερωτάται:  ήταν  νόμιμη η από  21.8.2003 εντολή προσωρινής σύλληψης του V. G, που στηρίζεται στο από 13.11.2000 ένταλμα των Ρωσικών Αρχών, επί του οποίου είχε επίσης στηριχθεί η αίτηση έκδοσης προς τις Ισπανικές Αρχές, η οποία  απορρίφθηκε από το Ισπανικό Δικαστήριο;
5. Είναι βάσιμη η απεμπόληση του διπλού αξιοποίνου στη δίωξη εγκλημάτων με διεθνή χαρακτήρα?
5. 1. Είναι σύμφωνη με την αρχή n.c.n.p.s.l. η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για πράξη για την οποία κατ’ εξαίρεση δεν ισχύει το διπλό αξιόποινο?
5.2.  Ποία η έκταση εφαρμογής του άρθρ. 235 ΠΚ όπως ισχύει;
Σύμφωνα με το αρθρ. 263Α παρ. 2 ΠΚ «για την εφαρμογή των άρθρων 235 παρ. 1 και 2 και 236 ως υπάλληλοι θεωρούνται και:…. δ) οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί δημόσιο λειτούργημα  ή υπηρεσία για ξένη χώρα συμπεριλαμβανομένων των δικαστών, ενόρκων και διαιτητών». Εν όψει της ανωτέρω ρύθμισης, ερωτάται: Μπορεί ο αλλοδαπός υπάλληλος που δωροδοκείται στην αλλοδαπή από Έλληνα ή αλλοδαπό να τιμωρηθεί βάσει του Ελληνικού δικαίου, όπως μπορεί π.χ. να τιμωρηθεί  ο Έλληνας που τον δωροδοκεί;
Εννοείται ότι ο αλλοδαπός που δωροδοκεί τον αυτόν υπάλληλο παραμένει ατιμώρητος κατά τον ελληνικό νόμο- έτσι και το αυστριακό και γερμανικό δίκαιο. Αντίθετα, κατά το αγγλικό και ισπανικό δίκαιο και αυτές οι πράξεις τιμωρούνται , αν οι δωροδοκούντες είναι μόνιμοι κάτοικοι του Ην. Βασιλείου ή της Ισπανίας αντίστοιχα [βλ. Section. 12 al.  4 g Βribery Αct για την Αγγλία και άρθρ. 23 [4/n/2] LOPJ για την Ισπανία]).

5.3. Έχει νομική βάση το άρθρ. 236 ΠΚ όπως ισχύει;
Σύμφωνα με την παρ. 4 του αρθρ. 236 ΠΚ («δωροδοκία υπαλλήλου»), όπως αντικαταστάθηκε με  την υποπαραγρ. ΙΕ 7 του αρθρ. πρώτου, παράγρ. ΙΕ ν.4254 /201), αν η  δωροδοκία υπαλλήλου τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό δεν είναι αναγκαία η πλήρωση των προϋποθέσεων του αρθρ. 6 ΠΚ. Με την εν λόγω διάταξη, εισάγεται ως προς τις πράξεις ενεργητικής δωροδοκίας (δεκασμού) η λεγόμενη ενεργητική αρχή της προσωπικότητας στην απόλυτη (αυστηρή) μορφή της, δηλ. δεν απαιτείται να είναι η πράξη αξιόποινη κατά το δίκαιο του τόπου τελέσεως, όπως επίσης δεν απαιτείται ούτε έγκληση παθόντος ή αίτηση της ξένης κυβέρνησης, όταν η πράξη είναι πλημμέλημα. Η προσέγγιση αυτή δεν συνιστά πρωτοτυπία, αφού την έχουν ήδη υιοθετήσει τόσο περιφερειακές συμβάσεις σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο όσο και πολλές από τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Ωστόσο, η κατά τα ανωτέρω αυστηρή ενεργητική αρχή της προσωπικότητας,  ήταν παλαιόθεν βεβαρυμένη με σοβαρές επιφυλάξεις: Έχει θεωρηθεί ότι συνιστά απαγορευμένη ανάμιξη στα εσωτερικά του ξένου κράτους,  στην επικράτεια του οποίου το forum ασκεί έμμεσα ανεπιτρέπτως κρατική κυριαρχία και ότι διαταράσσει τις ομαλές σχέσεις των κρατών αφού το forum είτε αξιώνει ανυπακοή στους νόμους του άλλου κράτους («αξίωση διπλής υπακοής»), είτε (όταν η πράξη απλώς επιτρέπεται κατά το δίκαιο του τόπου τελέσεως) παρεμποδίζει την αποστολή του άλλου κράτους να καθιστά δυνατή για όλους την ενάσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αυτό παρέχει.

6. Εφαρμόζεται παρ’ ημίν η λεγόμενη «αρχή» της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων;
Βάσει του ευρωπαϊκού ne bis in idem που καθιερώνει η ΣΛΕΕ  και της λεγόμενης «αρχής» της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, σε περίπτωση που  ο κατηγορούμενος στην Ελλάδα έχει δικαστεί σε χώρα της ΕΕ και έχει αμετακλήτως και αθωωθεί ή καταδικασθεί,  η δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη. Γίνεται δεκτή η αρχή αυτή στην πράξη; Η νομολογία είναι διστακτική.

7. Επηρεάζει το αρθρ. 5 παρ. 3 ΠΚ τη νομική θέση αλλοδαπού αφού βάσει της εν λόγω διάταξης ιδρύεται ποινική εξουσία της χώρας ακόμη και επί πράξεων που δεν είναι αξιόποινες κατά το δίκαιο του τόπου τέλεσης των;
Π.χ. συκοφαντική δυσφήμηση που τέλεσε αμερικανός κατ’ αμερικανού στις ΗΠΑ όπου η πράξη είναι απλό αστικό αδίκημα αρκεί να έγινε μέσω διαδικτύου στο οποίο υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης από την Ελλάδα.

8. Αντιστοιχεί το νομικό καθεστώς εκείνου, ο οποίος σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο καλείται στα πλαίσια μιας προκαταρκτικής εξέτασης  (άρθρο 31 παρ. 1 του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) για παροχή εξηγήσεων, με εκείνο του «κατηγορουμένου» („Beschuldigter“) κατά την έννοια του γερμανικού δικαίου; («ΥΠΟΘΕΣΗ SIEMENS»)
Το ανωτέρω ερώτημα  ανέκυψε επειδή η έννοια του κατηγορουμένου σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο δεν συμπίπτει με εκείνη του υπόπτου τέλεσης εγκλήματος,  εναντίον του οποίου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, του ελληνικού δικαίου (δηλαδή αυτού που καλείται για την παροχή εξηγήσεων σύμφωνα με το άρθρο 31 § 1 ελλΚΠΔ), για τους ακόλουθους λόγους:

9. Χωρεί παράταση κράτησης του κρατούμενου προς εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως πέραν της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που προβλέπεται από το άρθρο 15 § 3 ν. 3251/2004;
Η κράτηση του εκζητούμενου με βάση την καταχώριση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS), μπορεί να διαρκέσει δεκαπέντε ημέρες, εντός των οποίων πρέπει να παραληφθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί αλλά σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από τη σύλληψη, ο κρατούμενος απολύεται. Μπορεί να παραταθεί η εν λόγω προθεσμία με βάση τις προθεσμίες για την έκδοση απόφασης περί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ;