Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Κοινωνικά επιδόματα σε Ευρωπαίους μετανάστες στο Ηνωμένο Βασίλειο η Απόφαση στην υπόθεση C-308/14 Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Υπηρεσία Τύπου και 
Πληροφόρησης
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Κοινωνικά επιδόματα σε Ευρωπαίους μετανάστες στο Ηνωμένο Βασίλειο η Απόφαση στην υπόθεση C-308/14 Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 63/16
Λουξεμβούργο, 14 Ιουνίου 2016
Απόφαση στην υπόθεση C-308/14
Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου

Το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να απαιτήσει από τους δικαιούχους των οικογενειακών επιδομάτων και της πίστωσης φόρου να έχουν δικαίωμα διαμονής στο κράτος αυτό
Ο όρος αυτός, μολονότι θεωρείται έμμεση δυσμενής διάκριση, δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας των δημοσίων οικονομικών του κράτους μέλους υποδοχής.
Ο κανονισμός για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης θεσπίζει μια σειρά κοινών αρχών τις οποίες πρέπει να τηρούν οι συναφείς νομοθεσίες των κρατών μελών, ούτως ώστε τα διάφορα εθνικά συστήματα να μη θέτουν σε δυσμενέστερη θέση τα πρόσωπα που κάνουν χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός της Ένωσης. 
Μία από τις κοινές αρχές τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν είναι η αρχή της ισότητας. 
Στον ειδικό τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, η αρχή της ισότητας συνεπάγεται απαγόρευση οποιασδήποτε διάκρισης λόγω ιθαγένειας.

Στην Επιτροπή περιήλθαν πολυάριθμες καταγγελίες από μη Βρετανούς πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι οποίοι κατήγγειλαν ότι οι αρμόδιες βρετανικές αρχές τούς είχαν αρνηθεί τη χορήγηση ορισμένων κοινωνικών παροχών με την αιτιολογία ότι δεν είχαν δικαίωμα διαμονής εντός της χώρας αυτής. Εκτιμώντας ότι η βρετανική νομοθεσία δεν είναισύμφωνη προς τις διατάξεις του κανονισμού, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Επιτροπή παρατήρησε συγκεκριμένα ότι η βρετανική νομοθεσία επιβάλλει να εξακριβώνεται ότι οι αιτούντες ορισμένες κοινωνικές παροχές –μεταξύ των οποίων οικογενειακές παροχές όπως τα οικογενειακά επιδόματα και η πίστωση φόρου λόγω τέκνου, που αφορά η παρούσα υπόθεση– διαμένουν νομίμως στο βρετανικό έδαφος. Κατά την Επιτροπή, ο
όρος αυτός δημιουργεί δυσμενή διάκριση και δεν συνάδει προς το πνεύμα του κανονισμού, στο μέτρο που ο κανονισμός λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά τον τόπο της συνήθους διαμονής του αιτούντος.

Απαντώντας στις αιτιάσεις αυτές, το Ηνωμένο Βασίλειο, επικαλούμενο την απόφαση Brey3, υποστηρίζει ότι το κράτος υποδοχής μπορεί θεμιτώς να απαιτήσει να χορηγούνται οι κοινωνικές παροχές μόνον σε εκείνους τους πολίτες της Ένωσης που πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να έχουν δικαίωμα διαμονής στο έδαφός του, προϋποθέσεις που προβλέπονται, κατά τα ουσιώδη, από οδηγία της Ένωσης. Εξάλλου, καίτοι παραδέχεται ότι η αναγνώριση του δικαιώματος στις επίμαχες κοινωνικές παροχές είναι ευχερέστερη για τους δικούς του υπηκόους (καθόσον αυτοί έχουν εξ ορισμού δικαίωμα διαμονής), το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι το εθνικό του σύστημα δεν εισάγει διακρίσεις και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο όρος σχετικά με το δικαίωμα διαμονής αποτελεί μέτρο που δεν είναι δυσανάλογο και αποσκοπεί στη διασφάλιση του ότι οι παροχές καταβάλλονται σε πρόσωπα επαρκώς ενσωματωμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Με τη σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Επιτροπής.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι οι επίμαχες παροχές αποτελούν παροχές κοινωνικής ασφάλισης και εμπίπτουν, συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο απορρίπτει το κύριο επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με
το οποίο η βρετανική νομοθεσία επιβάλλει πρόσθετο όρο, πέραν της συνήθους διαμονής, 
που προβλέπει ο κανονισμός.

Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το κριτήριο της συνήθους διαμονής, κατά την έννοια του κανονισμού, δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη παροχών, αλλά «κανόνα σύγκρουσης» που αποσκοπεί στην αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής πλειόνων εθνικών νομοθεσιών και στην αποφυγή του ενδεχομένου να στερούνται προστασίας τα πρόσωπα που κάνουν χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας. Κατά το Δικαστήριο, ο κανονισμός δεν οργανώνει ένα κοινό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά διατηρεί τα διάφορα εθνικά συστήματα.

Συνεπώς, δεν καθορίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της ύπαρξης δικαιώματος επί των 
παροχών, καθόσον στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους εναπόκειται, καταρχήν, να καθορίσει τις προϋποθέσεις αυτές. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι τίποτε δεν εμποδίζει, την εξάρτηση της χορήγησης κοινωνικών παροχών σε μη ασκούντες οικονομική δραστηριότητα πολίτες της Ένωσης από την προϋπόθεση να πληρούν οι τελευταίοι τις προϋποθέσεις νόμιμης διαμονής εντός του κράτους μέλους υποδοχής.

Όσον αφορά το επικουρικό επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο ο έλεγχος του 
δικαιώματος διαμονής συνιστά δυσμενή διάκριση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προϋπόθεση του δικαιώματος διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο δημιουργεί ανισότητα, καθόσον αυτή την προϋπόθεση την πληρούν ευχερέστερα οι ημεδαποί σε σχέση προς τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών.

Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η διαφορά μεταχείρισης μπορεί να δικαιολογηθεί από θεμιτό σκοπό όπως είναι η ανάγκη προστασίας των δημοσίων οικονομικών του κράτους μέλους υποδοχής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού όρια.

Συναφώς, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι εθνικές αρχές προβαίνουν στην εξακρίβωση της νομιμότητας της διαμονής σύμφωνα με τους όρους της οδηγίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος αυτός δεν διενεργείται συστηματικά από τις βρετανικές αρχές για κάθε αίτηση, αλλά μόνον σε περίπτωση αμφιβολίας. Συνεπώς, ο όρος αυτός δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού που επιδιώκει το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή την ανάγκη προστασίας των δημοσίων οικονομικών.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή λόγω παραβάσεως, στρεφόμενη κατά κράτους μέλους το οποίο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης, μπορεί να ασκηθεί από την Επιτροπή ή από άλλο κράτος μέλος. Αν το Δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως, το καθού κράτος μέλος πρέπει να συμμορφωθεί με την απόφαση το συντομότερο. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι το κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση, μπορεί να ασκήσει νέα προσφυγή, ζητώντας την επιβολή χρηματικών κυρώσεων. Πάντως, σε περίπτωση μη ανακοινώσεως στην Επιτροπή των μέτρων για τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, το Δικαστήριο μπορεί, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, να επιβάλει κυρώσεις με την πρώτη του απόφαση.


Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της  ΕΔΩ