Ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου και ειρηνοδίκη - Στοιχεία κλήσης

Ενορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου και ειρηνοδίκη - Στοιχεία κλήσης

Παραθέτω δύο αποφάσεις του Αρείου Πάγου την 1709/2005 και την 275/2013 για τις ένορκες βεβαιώσεις, τα υποχρεωτικά στοιχεία της κλήσης, καθώς και ότι απαιτείται στη σχετική κλήση να ορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος της εξέτασης και ότι αν τούτο δεν συμβεί η ένορκη βεβαίωση που έγινε χωρίς την παρουσία του αντιδίκου είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη.




Αριθμός 1709/2005


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Α' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Βασίλειο Ρήγα και Ιωάννη Παπανικολάου, Αρεοπαγίτες.


ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :


Του αναιρεσείοντος : Γ. Χ. Τ., κατοίκου Δασοχωρίου Καρδίτσας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ντόκα.


Της αναιρεσίβλητης : Φ. χας Κ. Τ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου Καρδίτσας, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.


Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 201/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 361/2003 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή του.


Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Ι.- Από την υπ'αριθμ. 4979/11-1-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καρδίτσας Π. Λ., την οποία προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων, προκύπτει ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσίβλητη επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 4-9-2003 αίτησης αναίρεσης του πρώτου κατά της δεύτερης, με τις κάτω από αυτή από 16.12.2004 πράξεις ορισμού του Α΄ Τρήματος του Αρείου Πάγου προς εκδίκασή της και ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης, με βεβαίωση εγγραφής της, στο πινάκιο και κλήσεως για συζήτηση. Κατά τη νόμιμη, όμως, εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη. Επομένως, η υπόθεση συζητείται και ερευνάται σαν να ήταν παρούσα και η νομίμως κληθείσα αναιρεσίβλητη (ΚΠολΔ 576 παρ. 2).


ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει ότι στο πόρισμά του κατέληξε από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, προς άμεση και έμμεση απόδειξη, έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, αναμφίβολα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα προσκομισθέντα μετ΄ επικλήσεως έγγραφα από τον ενάγοντα, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης, καθώς και τις, κατά τον αναιρεσείοντα, περιεχόμενες σε μερικά από αυτά, όπως κατωτέρω, εξώδικες ομολογίες της ήδη αναιρεσίβλητης, ήτοι : 1) το Φ 100/2/57/16.1.2001 έγγραφο του Εθνικού Οργανισμού Καπνού - Διεύθυνσης Περιφέρειας Θεσσαλίας Νομαρχιακού Τμήματος Καρδίτσας (για το οποίο γίνεται ειδική μνεία στην προσβαλλομένη), 2) το ζυγολόγιο της καπνικής εταιρίας Αδελφοί Α. (του οποίου αξιολογείται το περιεχόμενο), 3) τον από 20.10.1999 πίνακα κόστους παραγωγής του Εθνικού Οργανισμού Καπνού - Διεύθυνσης Περιφέρειας Θεσσαλίας - Νομαρχιακού Τμήματος Καρδίτσας (του οποίου αξιολογείται το περιεχόμενο), 4) το από 9.9.1997 μισθωτήριο αγρού των 22 στρεμμάτων μεταξύ της ήδη αναιρεσίβλητης και του Θ.Μ., 5) την 5127/26.3.2001 βεβαίωση της Διεύ-θυνσης Γεωργικής Ανάπτυξης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας, 6) την από 24.10.2000 βεβαίωση του Αγροτικού Συνεταιρισμού Δασοχωρίου, 7) την 636/11.8.1999 αίτηση δικαστικής μεσεγγύησης της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, 8) την από 30.12.1998 εξώδικη δήλωση της ήδη αναιρεσίβλητης με την περιεχόμενη σ΄αυτή εξώδικη ομολογία και 9) την από 176/24.3.1999 άλλη αγωγή (διανομής) της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και την περιεχόμενη σ΄αυτή εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης. Επίσης, από το αυτό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, αναμφίβολα, ότι, όπως βεβαιώνεται και στην αρχή αυτής, έλαβε υπόψη και την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως Α. Τ., που περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλούμενης υπ΄αριθ. 201/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Επίσης, ρητώς και ειδικώς βεβαιώνεται στο σκεπτικό (ελάσσονα πρόταση) της αναιρεσιβαλλομένης, ότι λαμβάνει υπόψη της τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, περιεχόμενη στις πρωτόδικες και κατ΄ έφεση προτάσεις της, ότι, δηλαδή, αρχές Φεβρουάριου του έτους 1999, βάσει ειδικής συμφωνίας με τον ομοχώριό της Θ.Α., εκχώρησε στον τελευταίο παράνομα τα δικαιώματα καλλιέργειας, για το ίδιο ως άνω έτος (1999), του αναφερόμενου αγρού με καπνό και δη για ποσότητα (ποσόστωση) 9.631 χιλιογράμμων και έθεσε τη δικαστική αυτή ομολογία ως παραδοχή στις αιτιολογίες της. Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ πρώτος (κατά το οικείο τμήμα του) και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ο από τον αριθμό 11 περ. α΄ της ΚΠολΔ 559 πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την από 6.11.1999 απόδειξη του Θ.Π., μη χαρτοσημανθείσα κατά την έκδοση, είναι απαράδεκτος, διότι προκειμένης τακτικής διαδικασίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου λαμβάνονται υπόψη κατά την ΚΠολΔ 270 παρ. 2 εδ. α΄ (όπως ίσχυε πριν το ν. 2915/01) και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως είναι και τα αχαρτοσήμαντα έγγραφα, το ίδιο δε ισχύει και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ο από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559 πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν συγκεκριμενοποιεί τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι, σε κάθε περίπτωση, (προεχόντως) απαράδεκτος, γιατί, όπως εκτιμάται, αναφέρεται σε παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ΄αυτούς των πραγματικών γεγονότων.


ΙΙΙ.- Με τον όρο «πράγματα» του λόγου αναίρεσης από την ΚΠολΔ 559 αριθ. 8 νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δια της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως αξιούμενου δικαιώματος, όχι δε και οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση, αφού αυτοί αποκρούονται δια της παραδοχής ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως ή της αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων. Εν προκειμένω, με τον αυτό πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του από τον αριθμό 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη για την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτόν στο Εφετείο και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, συγκεκριμένα δε : 1) ότι αν η ενάγουσα καλλιεργούσε με αυτεπιστασία με καπνό τον αγρό της 30 στρεμμάτων θα είχε ζημία 3.330,05 ευρώ και όχι κέρδος 15.260,45 ευρώ όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, 2) ότι αφού η ενάγουσα παραχώρησε τον εν λόγω αγρό της στον Θωμά Αναγνωστόπουλο και ο τελευταίος τον καλλιέργησε με δικές του παραγωγικές δυνάμεις, δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργήσει η ίδια το χωράφι με αυτεπιστασία, 3) ότι αν η ενάγουσα καλλιεργούσε με αυτεπιστασία τα 15 στρέμματα αγρού της με βαμβάκι θα είχε κόστος παραγωγής 555.000 δρχ. ή 1.628,76 ευρώ και όχι 250.000 δρχ. (ή 733,68 ευρώ), όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, 4) ότι αυτός δεν προκάλεσε από υπαιτιότητά του στην ενάγουσα καμία ζημία, αλλά και δεν υπέστη αυτή κάποια ζημία και 5) ότι δεν του ζήτησε η ενάγουσα να κάνει χρήση, κατά το έτος 1999, του επίμαχου γεωργικού εξοπλισμού, που κατείχε αυτός, τούτο δε συνάγεται και από το ότι αυτή δεν εκτέλεσε την αναφερόμενη προσωρινή διαταγή περί μεσεγγυήσεως των γεωργικών κινητών πραγμάτων της κοινωνίας και του ζήτησε, κατ΄ αρχήν, φιλική (εξώδικη) διανομή αυτών, χωρίς, μάλιστα, να προβάλει αξιώσεις αποζημιώσεώς της εκ του άρθρου 802 ΑΚ με την αγωγή της περί διανομής τούτων (αριθμ. αγωγής 176/24.3.1999). Με το άνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν «πράγματα» κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά, λαμβανόμενοι υπόψη νοηματικά στο σύνολό τους, αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και μάλιστα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και αποκρούσθηκαν δια της παραδοχής ως εν μέρει βασίμων των αντίθετων θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθμ. 8 πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, διότι καίτοι ο αναιρεσείων με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αμφισβήτησε τη γνησιότητα της από 6.11.1999 απόδειξης του Θωμά Παπαευθυμίου, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, η αναιρεσιβαλλομένη δεν απάντησε και έλαβε υπόψη της το έγγραφο τούτο, είναι αβάσιμος, γιατί, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), τόσον ως προς το κύριο σώμα τους, όσον και ως προς την προσθήκη - αντίκρουση, σαφώς συνάγεται, ότι δεν περιέχεται ισχυρισμός του τότε εκκαλούντος και τώρα αναιρεσείοντος περί αμφισβητήσεως της γνησιότητας, κατά το περιεχόμενο και την υπογραφή, του εν λόγω εγγράφου τρίτου. Τέλος, κατά το μέρος του που ο πρώτος λόγος αναίρεσης, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση περί πραγμάτων του δικαστηρίου της ουσίας, με την απόδοση στην προσβαλλομένη σφάλματος ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των άνω εγγράφων και της καταθέσεως της μάρτυρος ανταποδείξεως, είναι απαράδεκτος κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1.


ΙV.- Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ, όπως εφαρμόζεται εν προκειμένω, πριν το άρθρο τούτο αντικατασταθεί με το Ν.2915/2001, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη στο μονομελές πρωτοδικείο, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία, μόνο αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν τη βεβαίωση. Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη στα πλαίσια και της διάταξης του άρθρου 116 του ίδιου Κώδικα, που επιβάλλει την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης κατά την επιχείρηση των διαδικαστικών πράξεων, προκύπτει ότι στην κλήση αναφέρονται υποχρεωτικά η ημέρα και ώρα εξετάσεως του μάρτυρα, καθώς και το όνομα του συμβολαιογράφου ή το ειρηνοδικείο, αλλιώς η πρόσκληση και η ένορκη βεβαίωση είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικό μέσο. Η ένορκη κατάθεση, αν δεν εμφιλοχωρεί άλλη υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, της οποίας το πέρας πρέπει να αναμένει ο κλητευθείς και περί αυτού να γίνεται μνεία στην βεβαίωση, δίδεται κατά την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, με εύλογη ανοχή αναμονής διάρκειας μέχρι 15΄ . Αν ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυρας που πρότεινε, από λόγους που αφορούν τους ίδιους, προσήλθαν στον ειρηνοδίκη ή τον συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν του πιο πάνω χρόνου, η ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ερήμην του κλητευθέντος, μετά από το χρόνο αυτό, δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο και έτσι δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 20/2004). Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά τα εξής στην προσβαλλόμενη απόφασή του: Ο εναγόμενος - εκκαλών με το από 7.4.2002 εξώδικο, που επιδόθηκε με την 3416/9.5.2002 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας Ε. Γ. - Α., γνωστοποίησε στην ενάγουσα - εφεσίβλητη, ότι θα εξετάσει επί της ενδίκου αγωγής, στις 15.5.2002, ώρα 18.00΄ ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ε. Γ. - Κ., σύμφωνα με την ΚΠολΔ 270 παρ. 2, μεταξύ άλλων, τους μάρτυρες Γ. Τ. και Β. χήρα Χρ.Τ. ‘Ό. κατά τον ορισθέντα ως άνω χρόνο δεν εμφανίστηκαν οι γνωστοποιηθέντες μάρτυρες, αλλά ούτε ο εναγόμενος ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, παρά μόνο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, ο οποίος ζήτησε και συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 14085/15.5.2002 πράξη της ως άνω συμβολαιογράφου με ώρα 18.00΄, περί μη εμφανίσεως των υπό εξέταση μαρτύρων και εν συνεχεία αποχώρησε από το γραφείο της. Ακολούθως και ώρα 18.40΄ προσήλθαν στην εν λόγω συμβολαιογράφο οι προαναφερθέντες μάρτυρες και ζήτησαν να εξετασθούν και για την κατάθεσή τους συντάχθηκαν οι προσκομιζόμενες υπ΄αριθμ. 14088 και 14089/15.5.2002 ένορκες βεβαιώσεις. Ο επικαλούμενος από τον εναγόμενο, που προσκομίζει με επίκληση τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, λόγος για τη μη έγκαιρη εμφάνιση και κατάθεση των μαρτύρων και δη ότι υπήρξε σύγχυση ως προς την ακριβή θέση του συμβολαιογραφείου δεν μπορεί να θεωρηθεί πειστικός δεδομένου ότι το συμβολαιογραφείο βρισκόταν στην ίδια οικοδομή (2ος όροφος αντί του 1ου όπου στεγαζόταν αρχικώς) και η επιλογή αυτού έγινε από τον εναγόμενο, ο οποίος και υποχρεούτο να γνωστοποιήσει στους μάρτυρες την ακριβή θέση αυτού. Ακολούθως, το Εφετείο βεβαιώνει ότι δεν λαμβάνει υπόψη του τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις ως παρατύπως ληφθείσες. Σύμφωνα με τις παραδοχές του αυτές νομίμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις ως απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, αφού αυτές δεν δόθηκαν κατά την ώρα που αναγράφεται στην κλήση (18.00΄) ούτε εντός του άνω εύλογου χρόνου αναμονής, αλλά μετά από 40΄ ερήμην της κλητευθείσας και του πληρεξουσίου της δικηγόρου. Έτσι, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ΄ της ΚΠολΔ 559, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.


V.- Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 216 παρ. Ια και 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής μολονότι το δικόγραφό της δεν περιείχε σαφή έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων που απαιτεί ο νόμος για τη, σύμφωνα με τον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, θεμελίωση του αιτήματός της (ποσοτική αοριστία), η πλημμέλεια συνίσταται στη μη κήρυξη του απαραδέκτου της αγωγής (λόγω αοριστίας) και, συνεπώς, η απόφαση ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Παρά δε το ότι η αοριστία της αγωγής δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός, εν τούτοις, με βάση το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο παραπάνω λόγος από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559 είναι παραδεκτός μόνον αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο απ΄όπου προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη (Ολ.ΑΠ 1/1987 και 43/1990). Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του, όπως αυτός εκτιμάται, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για σφάλμα από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559, διότι καίτοι πρόβαλε με λόγο έφεσης και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, την αοριστία (ποσοτική) της αγωγής ως προς τα κεφάλαιά της α) ποσού 586,94 ευρώ (200.000 δρχ.) που κατέβαλεν η ενάγουσα σε τρίτον προκειμένου να οργώσει και να σβαρνίσει τους αγρούς της και β) ποσού 586,94 ευρώ (200.000 δρχ.) για αναλογούσα στην ενάγουσα ωφέλεια επί της κτηθείσας εκ μέρους του αναιρεσείοντος από την εκμίσθωση των κοινών μηχανημάτων σε τρίτους, λόγω του ότι δεν αναφέρονται στην αγωγή οι συγκεκριμένοι τρίτοι και ο σχετικός χρόνος, καλλιέργειας των κτημάτων της και καταβολής της δαπάνης ως προς το πρώτο κεφάλαιο, καθώς και τους τρίτους ως προς τα πρόσωπα, τα κτήματα και το μίσθωμα, ως προς το δεύτερο κεφάλαιο, η αναιρεσιβαλλομένη δεν απέρριψε τα κεφάλαια αυτά της αγωγής, ως απαράδεκτα, σύμφωνα με τα άρθρα 786, 787, 1113, 914, 297 και 298 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση του προκείμενου εφετηρίου δεν προκύπτει προβολή ένστασης αοριστίας της αγωγής εκ μέρους του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως λόγος έφεσης κατά της εκκαλουμένης, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλ΄ απλώς στο λόγο έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη παρεμβάλλεται, μάλλον ως ειδικό παράπονο εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, και η φράση, ότι «αν εκτιμούσε σωστά η εκκαλουμένη όλα τα άνω αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της αξιόπιστης μάρτυρος Α. Τ. έπρεπε να απορρίψει την αγωγή της αντιδίκου μου ως μη νόμιμη (αορ.) όχι μόνο κατά τα κεφ. των δρχ. 200.000 «για καλλιεργητικά (όργωμα - σβάρνισμα)» και των δρχ. 200.000 «για απώλεια εισοδήματος απ΄ την καλλιέργεια κτημάτων τρίτων» αφού δεν προσδιορίζει την χρονική περίοδο καταβολής των καλ/κών ή τα «τρίτα» πρόσωπα των οποίων θα καλλιεργούσαμε τα κτήματα, καθόσον ουδέποτε καλλιεργήσαμε (όλα τα χρόνια) της κοινωνίας μας αγροκτήματα τρίτων, αλλά και ως προς τα λοιπά κεφάλαια με το ιστορικό και βάση που εισάγεται». Αποτέλεσμα δε της ασάφειας αυτής ήταν να θεωρήσει, ορθώς, το Εφετείο ότι ο λόγος της έφεσης ήταν ένας και μ΄αυτόν προσεβάλλετο η εκκαλουμένη για λανθασμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο παραπάνω λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προεχόντως δεν είναι παραδεκτός, κατά το μέρος του που στηρίζεται στην έφεση αφού το σχετικό σφάλμα της εκκαλουμένης δεν προτάθηκε με τρόπο παραδεκτό (σαφή και ορισμένο) με το εφετήριο στο Εφετείο. Κατά το μέρος του που στηρίζεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σ΄αυτή αναφέρεται ο κρίσιμος χρόνος (’νοιξη έως και Νοέμβριος 1999) καθώς και τα σχετικά ποσά (δαπάνης και ωφέλειας, αντιστοίχως) και δεν χρειαζόταν, σύμφωνα με τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αποζημιωτικού χαρακτήρα αγωγής η αναφορά των ονομάτων των τρίτων που καλλιέργησαν τους αγρούς της ενάγουσας με τα μηχανήματά τους ή των μισθωτών (με τα κτήματά τους) των κοινών γεωργικών μηχανημάτων. (Τα αφορώντα τους τρίτους αυτούς μπορούσαν να εξειδικευθούν από τις αποδείξεις).-


VΙ.- Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ΄ ουσίαν. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησής του, όπως ορθώς εκτιμάται, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 της ΚΠολΔ 559, διότι δέχθηκε ως νόμω και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή για το τελευταίο εκ δρχ. 200.000 αίτημά της (όπως η πρωτόδικη απόφαση, διορθώθηκε σχετικώς με την 49/2001 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ενώ κατά το εν λόγω κεφάλαιό της η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει: α) τον φερόμενο ως παραβιασθέντα κανόνα, β) τις πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος που θεμελίωσαν την κρίση του Εφετείου για το νόμω βάσιμο της αγωγής σχετικά με το κεφάλαιο τούτο και γ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα. Τέλος, ο από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 έκτος λόγος αναίρεσης, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει αιτιολογία επί ενστάσεων και ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, άλλως αυτή είναι ελλιπέστατη (έως ανύπαρκτη), είναι αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο λόγο αυτό τους ισχυρισμούς του και τα περιστατικά που προτάθηκαν από αυτόν προς θεμελίωσή τους ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, καθώς και την, κατά τα λοιπά, συγκεκριμένη έλλειψη ή ανεπάρκεια της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την από 4-9-2003 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 361/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.-


Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2005. Και Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2005.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ





Αριθμός 275/2013


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Α1' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:


Της αναιρεσείουσας: Σ. Ζ. του Α., συζ. Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουσούλη που δεν κατάθεσε προτάσεις.


Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σαρρή που δεν κατέθεσε προτάσεις.


Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαΐου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6720/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7118/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Ιουνίου 2010 αίτησή της.


Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 13 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος κατά το σχετικό μέρος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι λοιποί.


Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ γ' ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ ημέρες πριν από αυτή. Από τη διάταξη αυτή η οποία εξαρτά το παραδεκτό του εν λόγω αποδεικτικού μέσου από την προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου για να δυνηθεί να παραστεί κατά την εξέταση συνάγεται ότι απαιτείται στη σχετική κλήση να ορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος της εξέτασης και ότι αν τούτο δεν συμβεί η ένορκη βεβαίωση που έγινε χωρίς την παρουσία του αντιδίκου είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη. Με τους λόγους της αναίρεσης, πρώτο κατά το σχετικό του μέρος, δεύτερο και τρίτο αποδίδεται κατ' εκτίμηση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται μόνο από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' Κ.Πολ.Δ. διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 490 και 491/28-2-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά τις οποίες προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος προς απόδειξη του αγωγικού του ισχυρισμού ότι ο ισχυρός κλονισμός της εγγάμου σχέσεως αυτών επήλθε από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εναγομένης, καθόσον οι βεβαιώσεις αυτές δόθηκαν παρά το γεγονός ότι στην από 22-2-2008 κλήση για εξέταση μαρτύρων που της επιδόθηκε δεν προσδιοριζόταν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο τόπος και ο χρόνος στον οποίο θα γινόταν η εξέταση των μαρτύρων ενόψει του ότι εκαλείτο αυτή να παρασταθεί συγχρόνως σε περισσότερα καταστήματα που προσδιορίζονταν συγχρόνως διαζευκτικά και συμπλεκτικά. Από την επισκόπηση της από 22-2-2008 κλήσης του αναιρεσίβλητου που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ο πρώτος γνωστοποίησε στη δεύτερη την πρόθεσή του να εξετάσει μάρτυρες ενώπιον όπως κατά λέξη αναγράφεται: "του/της κ. Ειρηνοδίκου Πειραιώς ή/και του/της κ. Ειρηνοδίκη Αθηνών και ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς κ. Πελαγίας Λεοντιάδου" και περαιτέρω την κάλεσε όπως επίσης κατά λέξη αναφέρεται "ενώπιον του/της κ. Ειρηνοδίκου Πειραιώς ή/και του/της Ειρηνοδίκου Αθηνών κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες 1. Την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008 και ώρες 09.30', 10.00', 10.30', 11.00', 1130', 12.00' και 12.30', 2. Την Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008 και ώρες 09.30', 10.00', 10.30', 11.00', 11.30', 12.00' και 12.30' και 3. Την Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008 και ώρες 09.30', 10.00', 10.30', 11.00', 11.30', 12.00' και 12.30', 4. Την Τρίτη 11 Μαρτίου 2008 και ώρες 09.30', 10.00', 10.30', 11.00', 11.30', 12.00' και 12.30'. 5. Την Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008 και ώρες 09.30', 10.00', 10.30', 11.00', 11.30', 12.00' και 12.30'. Παράλληλα προτίθεμαι να εξετάσω μάρτυρες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς κ. Πελαγίας Π. Λεοντιάδου στο συμβολαιογραφείο της το οποίο βρίσκεται στον πέμπτο (5ο) όροφο επί της οδού ... αρ. 25 στον Πειραιά το απόγευμα της Πέμπτης 28 Φεβρουαρίου 2008 και ώρες 14.00', 15.00', 16.00', 17.00' και 18.00' καθώς και ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Καλλιόπης Σουγλή στο συμβολαιογραφείο της το οποίο βρίσκεται στον δεύτερο (2ο) όροφο στην ... αρ.19 στον ... την Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008 και ώρες 13.00', 14.00', 15.00', 16.00', 17.00' και 18.00'". Ο με τον ανωτέρω κατά διαζευκτικό τρόπο προσδιορισμός στην κλήση περισσοτέρων τόπων και χρόνων για την εξέταση των μαρτύρων δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος ώστε να παρέχεται στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να παρασταθεί κατά την εξέταση και συνακόλουθα δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.γ' Κ.Πολ.Δ. προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης της αντιδίκου γι' αυτό και οι δοθείσες παρά την έλλειψη αυτή ως άνω δύο ένορκες βεβαιώσεις χωρίς να παρίσταται η αναιρεσείουσα είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα. Επομένως το Εφετείο που έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ. γι' αυτό και οι εξεταζόμενοι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους ως άνω λόγους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4055/2012 και κατά διορθωτική ερμηνεία αυτού, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων. Εξάλλου ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7118/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.


Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.


Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.


Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Και


Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια