Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

ΓΝΗΣΙΑ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑ ΟΔΗΓΟΥ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Αριθμός 491/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "............... .........που εδρεύει στις ................. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βλάχου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1819/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6405/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., 1 του Ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ΝΔ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα ν` αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται. Σ` αυτή την μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για την παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ` αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες κλπ., για τον λόγο δε αυτόν στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ. Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στην διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, αλλά παραμένοντας απλώς είτε στον τόπο εργασίας αναπαυόμενος είτε στην οικία του αναμένοντας κλήση του εργοδότη, υφισταμένης στην περίπτωση αυτή μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία ή ετοιμότητας κλήσης, έχει μεν τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν εφαρμόζονται σ` αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες. Για το λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, με τον ίδιο δε τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας. Τέλος, το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη κατηγορία (ΟλΑΠ 10/2009).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Κατά τα έτη 2000 - 2005 ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη, που διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, ως οδηγός σχολικών λεωφορείων της, µε διαδοχικές έγγραφες συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν περίπου µε την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου (αρχές Σεπτεμβρίου) και έληγαν µε το πέρας αυτής. Για κάθε σύµβαση ορισμένου χρόνου καταρτιζόταν μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύµβαση ορισμένου χρόνου, µε την οποία καθοριζόταν τόσο το ημερήσιο όσο και το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του ενάγοντος. Έτσι για το ένδικο διάστηµα είχε συμφωνηθεί ότι ο ενάγων θα εργαζόταν µε το σύστηµα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας επί 38 ώρες εβδομαδιαίως και ως εξής: Α) το διάστηµα από 7-9-2000 µέχρι 15-6-2001 Δευτέρα και Τετάρτη από 7:30 πµ. µέχρι 5:00 µ.µ. Τρίτη Πέµπτη 7:30 πµ. µέχρι 8:30 πµ. και 2:00 µ.µ. µέχρι 5:00 µµ. και Παρασκευή από 7:30 πµ. µέχρι 8:30 πµ. και 2:00 µ.µ. µέχρι 7:30 µ.µ., µε μηνιαίες αποδοχές 250.800 δραχµές ή 736,02 ευρώ Β) το διάστηµα από 1-9-2001 µέχρι 15-6-2002 Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη από 7:30 πµ, µέχρι 8:30 πµ. και από 13:30 µ.µ. µέχρι 17:00, Πέµπτη από 7:30 π.µ. µέχρι 13:00 και από 13:15 µέχρι 17:00 και Παρασκευή από 7:30 µέχρι 8:30 και από 13:30 έως 17:00 µε μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 774,78 € (264.005 δραχµές) Γ) το διάστηµα από 2-9-2002 µέχρι 15-6-2003 Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Παρασκευή από 7:30 πµ. µέχρι 8:30 πµ, και από 13:30 µ.µ. µέχρι 17:30, και την Πέµπτη από 7:30 πµ, µέχρι 17:30 µε μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 802,90 € Δ) το διάστηµα από 1-9-2003 µέχρι τέλους σχολικού έτους 2003 - 2004 την Τετάρτη από 7.00 µέχρι 17:30 και τις Δευτέρα, Τρίτη, Πέµπτη και Παρασκευή από 7.00 µέχρι 8:30 και από 13:30 µ.µ. έως 17:30, µε μηνιαίο μισθό το ποσό των 882,96 € Ε) το διάστηµα από 1-9- 2004 µέχρι 15-6-2005 τις ίδιες ώρες όπως και το αµέσως προηγούμενο και µε μηνιαίο μισθό 930,47 Ευρώ. Τις τρεις τελευταίες από τις παραπάνω συµβάσεις η εναγομένη προσκόµισε και θεώρησε στις αρµόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας την 16-9-2002, 15-9-2003 και 15-9-2004, όπως αυτό προκύπτει από βεβαιώσεις µε αριθµό πρωτοκόλλου 1870/16-9-2002, 2216/15-9-2003 και 2210/15-9-2004 της υπηρεσίας αυτής σε αντίγραφα των συµβάσεων. Αλλά και τις δύο πρώτες προσκόµισε και θεώρησε, όπως αυτό προκύπτει από το υπ` αριθµό 417/2-2-2007 έγγραφο της ιδίας υπηρεσίας (Επιθεώρηση Εργασίας). Όµως, ανεξάρτητα από την ως άνω γνωστοποίηση, αλλά και τις επιµέρους συμφωνίες των διαδίκων για το ωράριο του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι αυτός καθ` όλα τα έτη απασχολήθηκε στην εναγομένη επί ένδεκα ώρες κατά μέσο, όρο ημερησίως ήτοι από 6:30 έως 17:30. Συγκεκριμένα ο ενάγων, οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο της εναγομένης, πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης, που βρίσκονται στις ................. κατά τις ώρες 6:30 π.μ. έως 8:30, ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 13:30 έως 17:30, ενόψει ότι άλλοι μαθητές σχολούσαν στις 13:30 και άλλοι στις 16:00. Σημειώνεται ότι στο άνω ημερήσιο ωράριο του ενάγοντος δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης αυτού από την κατοικία του στο σημείο από όπου παραλάμβανε τον πρώτο μαθητή, ούτε και ο χρόνος επιστροφής του, από το σημείο όπου άφηνε μετά την λήξη των μαθημάτων τον τελευταίο μαθητή, στην κατοικία του. Κατά τις ενδιάμεσες ώρες ήτοι από 8:30 που ολοκληρωνόταν η προσέλευση μαθητών μέχρι τις 13:30 που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, ο ενάγων παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εξωτερικές εργασίες της εναγομένης. Τις υπόλοιπες ώρες κατά το ενδιάμεσο αυτό διάστημα της ημέρας μεταξύ των δύο μεταφορών των μαθητών, ο ενάγων, όπως και οι άλλοι οδηγοί της εναγομένης, απασχολείτο με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι με την καθαριότητα και την συντήρηση του λεωφορείου, τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή του από την εναγομένη, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες μετέφερε μαθητές σε ημερήσιες εκδρομές (όπως στο Λαύριο, στην Χαλκίδα κλπ.) καθώς και σε επισκέψεις, στα θέατρα, στα μουσεία, τα ιδρύματα και όπου αλλού η διεύθυνση του σχολείου της εναγομένης αποφάσιζε χάριν της γενικής παιδείας και της ενημέρωσης των μαθητών σε θέματα τεχνών και επιστήμης. Έτσι κατά τις ώρες αυτές ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, η οποία εξομοιώνεται με κανονική εργασία και εφαρμόζονται σ` αυτή οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας. Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ως άνω ωραρίου του και του εκάστοτε καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού του, δικαιούται για την πέραν του ωραρίου της παροχής εργασίας (απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία), κατά το από 7.9.2000 έως 15.6.2005 επίδικο χρονικό διάστημα, συνολική αμοιβή από 38.819,45 ευρώ, την οποία και του επιδίκασε. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν ότι, κατά τις ενδιάμεσες ώρες ήτοι από 8:30 που ολοκληρωνόταν η προσέλευση μαθητών μέχρι τις 13:30 που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, ο ενάγων παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εξωτερικές εργασίες της εναγομένης, τις υπόλοιπες δε ώρες κατά το ενδιάμεσο αυτό διάστημα της ημέρας μεταξύ των δύο μεταφορών των μαθητών, ο ενάγων, απασχολείτο με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι με την καθαριότητα και την συντήρηση του λεωφορείου τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή του από την εναγομένη, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιές ειδικότερα εργασίες, εάν παρίστατο ανάγκη, ο ενάγων όφειλε να εκτελέσει, ποιές, απ`αυτές, ειδικότερα, εκτέλεσε, το συγκεκριμένο χρόνο που απασχολήθηκε με καθεμία εργασία, κατά το ενδιάμεσο του ωραρίου του χρονικό διάστημα, κατά το οποίο βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως βασίμου, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου, ν` αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στα δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 6405/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ