Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Αναγκαστική εκτέλεση. Ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Λόγοι της ανακοπής. Ειδικότερα ο λόγος περί καταχρηστικής επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτέλεσης.



  
Αριθμός 12/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές της Α` Σύνθεσης: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ηλία Γιαννακάκη, Γεώργιο Πετράκη, Αντιπροέδρους, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Ειρήνη Αθανασίου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε - Εισηγητή, Μίμη Γραμματικούδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαίρη, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα, Αντώνιο Αθηναίο, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της Σύνθεσης). ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αιτούντων : 1) ... , 2) ... και 3) ..., κατοίκων ..., με την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων του αρχικού διαδίκου ..., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Παναγιώτης Μάζης. Της καθής η αίτηση : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "..... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναχθείσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ".... ...... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Κωνσταντίνος Παναγόπουλος και Κωνσταντίνος Θάνος. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.12.1997 αγωγή του ...... δικαιοπαρόχου των ήδη αιτούντων, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9617/1998, 7695/2000, 6686/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6830/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αιτούντες με την από 15.10.2003 αίτησή τους.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 754/2004 απόφαση του Ζ` Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την προαναφερόμενη αίτηση. Εκδόθηκε η 49/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, την ερμηνεία της οποίας ζητούν οι αιτούντες με την από 11.03.2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν ο μεν των αιτούντων την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης κατ` άρθρο 316 Κ.Πολ.Δ, οι δε της καθής την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση περί ερμηνείας της υπ` αριθμ.49/2005 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού, ως απαράδεκτη. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους προαναφερόμενους πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει. Κατά την 22α Ιανουαρίου 2009, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Μίμης Γραμματικούδης και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ` άρθρο 23 παρ.2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της αποφάσεως που ερμηνεύεται. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ερμηνεία της 49/2005 αποφάσεως της (τακτικής) Ολομέλειας τους Αρείου Πάγου, η οποία έχει ως ακολούθως: "Ι. Με την 754/2004 απόφαση του Ζ` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμπονται στην Τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ, λόγω λήψεως της αποφάσεως (αναιρετικής), επί της από 15-10-2003 αίτησης των ... κλπ, για αναίρεση της αποφάσεως 6830/2003 του Εφετείου Αθηνών, με πλειοψηφία μιας ψήφου, όλοι οι λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα παραπέμπεται στην παρούσα Ολομέλεια το ζήτημα περί του αν σε περίπτωση απόρριψης αμετακλήτως λόγου ανακοπής κατά της εκτέλεσης ως απαραδέκτου, λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε αμέσως (ΚΠολΔ 933 παρ. 4), μπορεί να επαναφερθεί ο λόγος αυτός προς ουσιαστική έρευνα στα πλαίσια αγωγής αποζημίωσης ή αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, πέραν της περιπτώσεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 914 επ. ή 904 επ. ΑΚ, από εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση κατ` εκείνου που την επέσπευσε. Νομίμως δε επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης αυτής, με την από 17-3-2005 κλήση τους, οι αναιρεσείοντες. II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμά του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ 1α του ΚΠολΔ. Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β` του ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Εξάλλου, επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως ορίζεται με το άρθρο 933 ΚΠολΔ "1... .2................ .3. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 330. 4. Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι." Το ανωτέρω κατά το άρθρο 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ απαράδεκτο των μη αποδεικνυόμενων αμέσως ισχυρισμών απόσβεσης της απαίτησης περιλαμβάνει, εκτός των ισχυρισμών που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών, και τις παρακωλυτικές, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενστάσεις ασκήσεως του δικαιώματος, όπως είναι η καταχρηστική ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ. Το παραγόμενο, άρα, απορριπτικό δεδικασμένο από τη διάταξη αυτή εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής αυτών, που απαγγέλλεται λόγω της μη άμεσης αποδείξεώς των, ώστε οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εμποδίζονται, από το, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, δεδικασμένο και τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, να προβληθούν, εφόσον είναι ουσιώδεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προς κατ` ουσίαν έρευνα, σε μεταγενέστερη δίκη, που ανοίγεται με νέα ανακοπή κατά της ίδιας εκτέλεσης (Ολ. ΑΠ 10/1993) ή και που ανοίγεται με αγωγή κατά τη συζήτηση της οποίας δεν αποκρούονται από το, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, δεδικασμένο. Ειδικότερα, ο ανωτέρω περιορισμός του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, όσον αφορά το ένδικο βοήθημα της ανακοπής, επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος για την ταχεία περάτωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, μέσω της δυνατόν ταχύτερης επίλυσης της εκκρεμούσης σχετικά με την εγκυρότητα της διαφοράς και δεν αντίκειται (ο περιορισμός αυτός) στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που θεσπίζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δίκαιη (χρηστή) δίκη. Πράγματι, η αρχή της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης, προς το συμφέρον των συναλλαγών, συνιστά, για κάθε εσωτερική έννομη τάξη, θεμιτό στόχο, τον οποίο, κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, μπορεί να επιδιώκει ένα συμβαλλόμενο στην ΕΣΔΑ κράτος (ΕΔΔΑ 15.10.2002, Ganete de Goni κατά Ισπανίας. Προσφυγή αρ. 55782/2000, παρ. 36). Αλλ` ο περιορισμός αυτός για να είναι σύμφωνος με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και επανεπικυρώθηκε με το ν. δ. 53/1974 και απέκτησαν οι διατάξεις της την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, εκτός του ότι θα πρέπει να επιδιώκει, όπως προαναφέρθηκε, θεμιτό στόχο και να είναι ανάλογος προς το στόχο αυτό, θα πρέπει και να μη θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. (ΕΔΔΑ, 29.7.1998, Guerin κατά Γαλλίας, 1998-ν, σελ. 1867, παρ. 37, ΕΔΔΑ, 12.11.2002 Zvolsicy and Zvolska, κατά Τσεχίας. Προσφυγή αρ. 46129/1999, παρ. 47). Και δεν θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος στο εσωτερικό της Χώρας δίκαιο, διότι η ελληνική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης άλλων ενδίκων βοηθημάτων κατά την τακτική διαδικασία και συγκεκριμένα, πέραν του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αγωγής αποζημίωσης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914 ή 919) ή αγωγής (επιβοηθητικά) από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά το άρθρο 904 ΑΚ (ΕΔΔΑ, αποφ. της 10.10.2002, D.P. και J.C. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Προσφυγή αρ. 38719/1997, παρ. 123 επ.). Περαιτέρω, όμως, το γεγονός ότι αιτήματα ενός διαδίκου απορρίπτονται κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ ως απαράδεκτα για αυστηρώς δικονομικούς λόγους και χωρίς έρευνα της βασιμότητάς τους, με όλα τα προσφερόμενα από τον προσφεύγοντα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Σημασία, συνεπώς, δεν έχει το αν σε συγκεκριμένη διαδικασία προβλέπονται (για την επιδίωξη θεμιτών στόχων) περιορισμοί ως προς το παραδεκτό ορισμένων λόγων.

Σημασία έχει αν το εθνικό δικαιοδοτικό σύστημα στο σύνολό του παρέχει δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια, για να κριθούν, έστω και στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών, όλα τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που είναι σχετικά με τη διαφορά (ΕΔΔΑ, 23.10.1996, Levages Prestations κατά Γαλλίας, 1996- V,σελ. 1543, παρ. 45, ΕΔΔΑ, 16.11.2000, Σωτήρης Κούτρας κατά Ελλάδος, παρ. 8, ΕΔΔΑ, 11.7.2002, OSU κατά Ιταλίας, παρ. 33). Η ανωτέρω λύση είναι σύμφωνη και με τα άρθρα 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (κυρ. ν. 2462/1997), οι διατάξεις των οποίων κατοχυρώνουν, ταυτόσημα με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, δικαιώματα για πρόσβαση στα δικαστήρια και δίκαιη δίκη. Τέλος, κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του ΑΚ. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε (ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ. Δίδεται, έτσι, αναγνωριστική ή καταψηφιστική αγωγή, με αίτημα την αποζημίωση, ή, επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπέρ του καθού η εκτέλεση κατά εκείνου που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση και η δίκη αυτή δεν είναι περί την εκτέλεση, ώστε δεν έχουν εφαρμογή επ` αυτής οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933, 934 και 937 του ΚΠολΔ. Αυτονόητα, αν ακυρωθεί μια μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή. Κατά την αληθή, επομένως, έννοια της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενης και υπό το πρίσμα της τηρήσεως της αρχής της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, και των ως άνω ταυτόσημων διατάξεων του εν λόγω Διεθνούς Συμφώνου, αλλά και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχυρισμοί που απορρίφθηκαν στη δίκη περί την εκτέλεση, ως μη αποδεικνυόμενοι αμέσως κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, μπορεί, πέραν της περιπτώσεως του ανωτέρω άρθρου (940 παρ. 3), να προβληθούν προς έρευνα, ως προς τη βασιμότητά τους, αν είναι ουσιώδεις, όπως λόγω ανυπαρξίας ή απόσβεσης ή ακυρότητας της απαιτήσεως κατά το ουσιαστικό δίκαιο, στα πλαίσια δίκης ανοιγόμενης με αγωγή αποζημιωτικού χαρακτήρα κατά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ, ή, επιβοηθητικά, κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ, ως μη δυνάμενοι να αποκρουσθούν από το, κατά το άρθρο 330 του ΚΠολΔ, δεδικασμένο, αφού το τελευταίο, στην περίπτωση αυτή, δεν καλύπτει την ουσία της απορριφθείσης ενστάσεως. Στην προκείμενη υπόθεση με την από 29-12-1997 αγωγή του, ο ..., καθολικοί διάδοχοι του οποίου είναι οι αναιρεσείοντες, κατά της .............................. Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη ......... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., εξέθεσε, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, συνοπτικά, τα ακόλουθα:

Με σύμβαση δανείου, που καταρτίσθηκε το 1969 με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, η εναγομένη παρέσχε σ` αυτόν δάνειο 8.750.000 δραχμών για την ανέγερση ξενοδοχείου στην ... . Με συμβατικό όρο (19°) συμφωνήθηκε το δικαίωμα της Τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση και να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στην περίπτωση που, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, ολόκληρο ή μέρος του ποσού του δανείου δεν θα διετίθετο μέσα σε εύλογο χρόνο στην εκτέλεση του έργου. Με όμοια πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου του έτους 1969 ο δανειολήπτης δήλωσε λήψη όλου του ποσού του δανείου, τελικώς δε, εφαρμόζοντας τον όρο αυτό (19°), η Τράπεζα κατήγγειλε το δάνειο και επέδωσε στο δανειολήπτη την από ... επιταγή, με την οποία τον επέτασσε να της καταβάλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 38.491.040 δραχμών, κατά της οποίας αυτός άσκησε εμπροθέσμως ανακοπή. Ως λόγους της ανακοπής διέλαβε ότι: α) το ληφθέν έως τότε κεφάλαιο δανείου ήταν αληθώς μόνο 3.000.000 δραχμές και β) δεν υπήρχε υπερημερία του ίδιου και ληξιπρόθεσμη οφειλή του, αλλά μόνον υπερημερία της δανείστριας καθής η ανακοπή στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και εντεύθεν η επίσπευση, με βάση τα περιστατικά αυτά, της ανακοπτόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως υπερβαίνει τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως και κατ` έφεση και επακολούθησε, μετά την πρωτόδικη απόφαση, στις 7-5-1989, ο πλειστηριασμός του ακινήτου του ανακόπτοντος. Τελικώς εκδόθηκε επί της ανακοπής, μετ` αναίρεση της εφετειακής απόφασης, η 1143/1997 απόφαση του Δ` Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως εφετείου, με την οποία, και την προηγούμενη 413/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού κρίθηκε ότι με την επιταγή διώκεται η απόδοση μόνο του καταβληθέντος μέρους κεφαλαίου των 3.000.000 δραχμών, α) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, ήτοι ως μη αποδεικνυόμενοι αμέσως από έγγραφα ή από δικαστική ομολογία της καθής, οι λόγοι της ανακοπής περί ανυπαρξίας της απαιτήσεως της αρχικής εναγομένης και από το άρθρο 281 ΑΚ, β) έγινε εν μέρει δεκτός ο λόγος περί του ύψους των τόκων, εξαφανίσθηκε η 6943/1988 πρωτόδικη απόφαση (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και ακυρώθηκε εν μέρει η επιταγή, κατά το μέρος της που επέταξε τον ανακόπτοντα να καταβάλει 1) για τόκους κεφαλαίου, από της 1.6.1973 μέχρι και 31.5.1985, ποσόν πέραν εκείνου των 1.766.528 δραχμών και 2) για τόκους υπερημερίας επί των καθυστερούμενων χρεολύτρων, από της 9.9.1974 μέχρι και της 24.6.1987, ποσό πέραν εκείνου των 13.618.693 δραχμών. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, επαναφέροντας τους απορριφθέντες ως μη αμέσως αποδειχθέντες, ισχυρισμούς της ανακοπής του, ότι η απαίτηση της εναγομένης ήταν ανύπαρκτη και ότι η διενέργεια από αυτήν αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, ήταν παράνομη ως καταχρηστική, επικαλούμενος δε και αντισυμβατική συμπεριφορά της αντιδίκου του, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα των οργάνων της, καθώς και ότι η πραγματοποίηση της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά τρόπον αντιβαίνοντα στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, του προξένησε ζημία, συνιστάμενη στην αξία του πλειστηριασθέντος ακινήτου του κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, άλλως κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση, διαφορετικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι η άνω αγωγή κατά μεν τη νομική της βάση, με την οποία ζητείται αποζημίωση κατά τα άρθρα 940 παρ. 3 ΚΠολΔ και 914 ΑΚ, με θεμέλιο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν ερευνήθηκαν από το δικαστήριο που δίκασε την ανακοπή, γιατί γι` αυτά έγινε δεκτό ότι προτάθηκαν απαραδέκτως κατ` άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, είναι νομικά αβάσιμη και απορριπτέα, διότι η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση απόρριψης λόγου ανακοπής ως απαράδεκτου κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, ενώ και το μη ακυρωθέν μέρος της επιταγής νομιμοποιεί την αναγκαστική εκτέλεση και τον πλειστηριασμό και η εντεύθεν ζημία του ενάγοντος ούτως ή άλλως θα επήρχετο με το κριθέν έγκυρο μέρος της επιταγής. Με την ίδια αιτιολογία απέρριψε το Εφετείο και την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ, με την οποία επιδιώκεται η απόδοση, σε κάθε περίπτωση, του περιελθόντος στην αναιρεσίβλητη εκπλειστηριάσματος. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του άνω Διεθνούς Συμφώνου, 330, 933 παρ. 4, 940 παρ. 3 ΚΠολΔ και 281, 914 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ, επίσης ευθέως, σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής, οι οποίες διατάξεις ήταν εφαρμοστέες υπό το, όπως το δέχεται το Εφετείο, ιστορικό της αγωγής αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις οποίες (διατάξεις) η αγωγή είναι νόμιμη και έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω, χωρίς να υπάρχει νομικό κώλυμα σχετικώς από τη μη αμετακλήτως ολική ακύρωση της εκτέλεσης, εν όψει και του ότι η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση κατά της εκτελέσεως πλήττει το κύρος της τελευταίας ως σύνολο, ζήτημα που, στην προκείμενη δίκη αποζημιώσεως, θα κριθεί παρεμπιπτόντως. Επομένως, όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως, εκφερόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμελές, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί...

ΙΙΙ. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 6830/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3 και 5 εδ. τελευταίο)...". Από το περιεχόμενο της ανωτέρω αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή είναι σαφής, αφού είναι διατυπωμένη κατά τρόπο που δεν καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με τα νομικά ζητήματα που επιλύει, έτσι ώστε να προκύπτει αβεβαιότητα ως προς την απορρέουσα από αυτήν ενδοδιαδικαστική δέσμευση. Επομένως, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ερμηνείας της και, κατ` ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τρία μέλη όμως του Δικαστηρίου, οι Αρεοπαγίτες Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, Αθανάσιος Κουτρομάνος και Χαράλαμπος Αθανασίου, έχουν την ακόλουθη γνώμη: Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 316 Κ.Πολ.Δ. με την ερμηνεία αίρονται οι ασάφειες και αοριστείς της διατυπώσεως σημείων της αποφάσεως με την επεξήγηση της αληθούς έννοιας και την αποκατάσταση του ακριβούς νοήματος αυτών. Σκοπός της ερμηνείας είναι όπως, με την αποσαφήνιση της έννοιας της αποφάσεως, καταστεί δυνατή η οριοθέτηση του απορρέοντος από αυτήν ουσιαστικού δεδικασμένου, καθώς και η εκτέλεση της. Κατ` ακολουθίαν η ερμηνεία πρέπει να αφορά ασάφειες ή αοριστίες της αποφάσεως που μπορούν να επηρεάσουν την έκταση του δεδικασμένου ή τη δυνατότητα της εκτελέσεώς της. Εξάλλου, οι αναιρετικές αποφάσεις είτε της Ολομέλειας είτε των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεν είναι δεκτικές εκτελέσεως, ούτε παράγουν δεδικασμένο. Αντ` αυτών παράγουν ενδοδιαδικαστική δέσμευση, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως, το περιέχον τη λύση των ζητημάτων αυτών μέρος του αιτιολογικού τους υπόκειται σε ερμηνεία. Κατά την ερμηνεία, τέλος, αναζητείται η βούληση των δικαστών που εξέδωσαν την ερμηνευόμενη απόφαση, με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο της ανωτέρω αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν καταφάσκεται η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, με βάση την αδικοπραξία, από εκείνον κατά του οποίου εχώρησε αναγκαστική εκτέλεση, στην περίπτωση που η ανακοπή την οποία αυτός είχε ασκήσει απορρίφθηκε αμετακλήτως, διότι ο λόγος της δεν αποδείχθηκε αμέσως, σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ.4 ΚΠολΔ. Από τη διατύπωσή της ωστόσο δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν η βάση της αγωγής αυτής θα είναι η γενική αξίωση αποζημιώσεως, όπως αυτή διαμορφώνεται αποκλειστικώς από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, ή ειδική αδικοπρακτική αξίωση, διασκευαζόμενη κατ`ερμηνευτική διεύρυνση ή κατ`ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ, η οποία διάταξη αναφέρεται μεν ως προς τις βασικές προϋποθέσεις στις ανωτέρω κοινές διατάξεις, εισάγει όμως εν μέρει ίδιους κανόνες, αφού εξαρτά τη δυνατότητα ή μη ασκήσεως της σχετικής αγωγής από την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της ανακοπής. Το ζήτημα δε αυτό επηρεάζει οπωσδήποτε την έκταση της ενδοδιαδικαστικής δεσμεύσεως που επάγεται η απόφαση. Επομένως συντρέχει νόμιμη περίπτωση ερμηνείας της και θα έπρεπε το Δικαστήριο να προχωρήσει στην αναζήτηση της βουλήσεως των δικαστών που την εξέδωσαν, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση

Καταδικάζει τους αιτούντες στη δικαστική δαπάνη της καθής, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣοι

  πηγή : ΝΟΜΟΣ