Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Δ.Σ. ΠΑΤΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΜΑΝΩΛΑΔΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΤΡΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
(για την απόφαση του Μ.Ο.Δ. ΠΑΤΡΩΝ
κοινώς γνωστή ως δίκη της ΜΑΝΩΛΑΔΑΣ)

Mε αφορμή το πρωτοφανές κλίμα που έχει διαμορφωθεί, ιδίως τις τελευταίες ημέρες, με δεικτικά δημοσιεύματα και επικριτικά και απαξιωτικά σχόλια, από επώνυμα και ανώνυμα χείλη, σχετικά με την απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου των Πατρών, στην υπόθεση που φέρονταν κατηγορούμενοι φραουλοπαραγωγοί και επιστάτες κτημάτων στη Μανωλάδα Ηλείας, για παράνομες πράξεις σε βάρος αλλοδαπών εργαζομένων, ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών, στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 1ης Αυγούστου 2014, αποφάσισε να εκθέσει και να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του, με την ακόλουθη ανακοίνωση:
Κατά το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία, όλες δε οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα (άρθρο 1). Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η Ελλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών (άρθρο 2). Επίσης τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους… Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη (άρθρο 25).

Επιπρόσθετα, κατά τις κυρίαρχες συνταγματικές αρχές της διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26 παρ.3 Σ) και της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών (άρθρο 87 παρ.1,2 Σ) «Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού» και «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. 2. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος». Για την εξασφάλιση μάλιστα της τήρησης των ως άνω, κατά το Σύνταγμα (άρθρο 93), ορίζεται ότι «2.Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες,… 3. Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση….4. Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.».
Τέλος κατ’άρθρο 97 Σ «1.Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών υπόκεινται στα ένδικα μέσα που ορίζει ο νόμος.»
 
Κατά συνέπεια των ανωτέρω, βασική αρχή του κράτους δικαίου της χώρας μας, όπως και κάθε πολιτισμένου κράτους δικαίου, είναι η ανεξάρτητη λειτουργικά δικαιοσύνη, και βεβαίως βασική αρχή και του δικαιϊκού μας πολιτισμού είναι κατ’επέκταση και ο σεβασμός των δικαστικών αποφάσεων και η εμπιστοσύνη των πολιτών στην Δικαιοσύνη και στους λειτουργούς αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τηρηθεί οι ως άνω διασφαλίσεις.
Η αυτονόητη αυτή τελευταία αρχή σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί βεβαίως το δικαίωμα στην άσκηση κριτικής σε κάθε δικαστική απόφαση, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν η δικαστική απόφαση αφορά σε θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Όμως η κριτική αυτή πρώτιστα οφείλει να κινείται εντός του επιστημονικού πλαισίου, με την αξιολόγηση της ορθής ή όχι εφαρμογής και ερμηνείας των κανόνων δικαίου κατά την έκδοση της κάθε απόφασης. Για να μπορέσει η ασκούμενη κριτική να αρθεί στο ύψος της περίστασης, θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν απαλλαγμένη από την προσωπική αντίληψη του κάθε κρίνοντος και από τις όποιες πεποιθήσεις ή αντιλήψεις του, για το κατ’ αυτόν «κοινό αίσθημα δικαίου», ώστε με ορθότητα και αντικειμενικότητα να αποτιμηθεί η απόφαση.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών έχει επανειλημμένα πρωτοστατήσει και παρέμβει σε γενικότερου ενδιαφέροντος κοινωνικά προβλήματα, η δε θεσμική αυτή αρμοδιότητά του προβλέπεται στο άρθρο 90 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013), κατά το οποίο στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει α) η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου σε μία δημοκρατική πολιτεία, β) η διασφάλιση της λειτουργίας μίας ανεξάρτητης δικαιοσύνης, η οποία απονέμεται πάντοτε στο όνομα του ελληνικού λαού και …ζ) η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής, …..για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε λοιπόν να μείνει απαθής και πλέον αμέτοχος για τη συγκεκριμένη δίκη, που αφορούσε σε ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος, καθώς και για το μέγεθος, την έκταση και τα οξυμένα συναισθήματα και απρόβλεπτες πράξεις, που έλαβαν χώρα τόσο κατά τη διάρκεια αυτής, όσο και μετά την έκδοση της απόφασης του άνω Δικαστηρίου και ιδίως λόγω της δημοσιότητας που έλαβε.

Στη συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση, η οποία είχε διάρκεια περί τους τρεις μήνες, λόγω της πληθώρας των μαρτύρων (κατηγορίας και υπεράσπισης), σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της εκδίκασης της άνω υπόθεσης, παρατηρήθηκε η δημιουργία αρχικά ενός κλίματος μικρής έντασης, που εντείνονταν με την πάροδο του χρόνου, εκδηλούμενο με διάφορους τρόπους, όπως π.χ. με την διεξαγωγή πορειών διαμαρτυρίας έξω από το Δικαστικό Μέγαρο της Πάτρας, κατά τις ημέρες εκδίκασης της υπόθεσης, δηλώσεις παραγόντων της δίκης, προσωπικές εκτιμήσεις διαφόρων (και πολλές φορές άσχετων με τη δίκη) για τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης, προβλέψεις και απαιτήσεις κατά το δοκούν για την αναμενόμενη δικαστική κρίση κλπ., κατάσταση που οπωσδήποτε δεν συνεισέφερε στην απερίσπαστη αναζήτηση της αλήθειας. Και όλα τα παραπάνω έρχονταν βεβαίως στο φως της δημοσιότητας, με δημοσιεύματα στο τύπο και με ραδιοτηλεοπτικές συνεντεύξεις και εκπομπές.
Δυστυχώς το αρνητικό κλίμα αυξήθηκε αδικαιολόγητα με την έκδοση της απόφασης και την απόπειρα πολλών, κυρίως αμέτοχων κατά τη διάρκεια της δίκης, να διαμορφώσουν την κοινή αντίληψη, για την ορθότητα ή μη της συγκεκριμένης απόφασης, χωρίς μάλιστα να γνωρίζουν καν τα πραγματικά στοιχεία της εν λόγω υπόθεσης.
Όμως η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είτε πρόκειται για τους πολιτικώς ενάγοντες είτε για τους κατηγορούμενους, δεν διασφαλίζεται με την μαχητική υποστήριξη από κάθε «ειδικό», και δη τρίτο με την υπόθεση, της μιας ή της άλλης άποψης, αλλά με την άσκηση των ενδίκων μέσων που προβλέπει το Σύνταγμα και οι νόμοι και που πράγματι διασφαλίζουν το δίκαιο και την αλήθεια.
Η εμπάθεια στην προσέγγιση της αλήθειας δεν οδηγεί σε αυτή, αλλά στην διαστρέβλωσή της, υπηρετώντας με λάθος τρόπο την κοινωνία και μειώνοντας τυχόν, ή και αδικώντας, ανθρώπους που αποβλέπουν στην ανεύρεσή της.
Ως νομικοί και συλλειτουργοί στην απονομή της Δικαιοσύνης όμως δεν μπορούμε παρά να καταδικάσουμε το εξής παράδοξο: Είναι ανεπίτρεπτο κάποιοι να «εγκαλούν» το Δικαστήριο και κάποιοι να «υποστηρίζουν» το Δικαστήριο για την όλη ακροαματική διαδικασία και την εν τέλει απόφασή του, κατά το δοκούν, παρεμβαίνοντας με τον τρόπο αυτό κατ’ουσίαν στη λειτουργία της ανεξάρτητης - κατά το Σύνταγμα -Δικαιοσύνης. Όταν μάλιστα αυτοί οι κάποιοι είναι πολιτικοί φορείς ή παράγοντες, τούτο έχει και ιδιαίτερη σημασία.
Παράλληλα, είναι ανεπίτρεπτο να επιχειρείται από τρίτους «ειδήμονες» και μάλιστα άνευ οποιουδήποτε νομικού επιχειρήματος, η υποκατάστασή τους, στη θέση των μόνων αρμόδιων για την εφαρμογή και ερμηνεία των νόμων Δικαστηρίων, ως δήθεν αρμόδιων να αποκαταστήσουν την, κατά τους ισχυρισμούς τους, διαταραχθείσα ισορροπία που επέφερε η ως άνω απόφαση.
Όταν μία δικαστική απόφαση, αλλά και μία διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου πριν την έκδοση της απόφασης, δημιουργεί ευκαιρίες για πολλούς προκειμένου να την εκμεταλλευθούν με τον οποιονδήποτε τρόπο, όταν η ως άνω διαδικασία και απόφαση δημιουργεί σε πολλούς ευκαιρίες προκειμένου να συμπεριφερθούν αλόγιστα και πολλές φορές και απειλώντας και εκβιάζοντας ακόμη και το αποτέλεσμα, ακόμη δε και με απειλές και ντροπιαστικούς χαρακτηρισμούς για τους συντελεστές μίας δίκης, αυτό το μόνο που θα μπορούσε να επιτύχει είναι την αποτυχία του θεσμού της Δικαιοσύνης, η οποία καλώς μεν κρίνεται και θα πρέπει να κρίνεται, πλην όμως δεν θα πρέπει να εκβιάζεται και να απειλείται, και αυτό γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα μπορεί να δρα ανεξάρτητη και έτσι μακροπρόθεσμα θα παύσει να έχει την αξιοπιστία που σε μεγάλο βαθμό σήμερα κατέχει.
Η Δικαιοσύνη, η οποία αποτελεί το τελευταίο αποκούμπι των πολιτών αυτής της χώρας, μετά μάλιστα και τη πολιτική απαξία, στην οποία έχουν περιέλθει πολλά πρόσωπα και καταστάσεις στη χώρα μας, οφείλει να στέκεται στο ύψος της, αποδεικνύοντας κάθε στιγμή τη πραγματική ανεξαρτησία της και την επίτευξη του στόχου της θεσμικής της λειτουργίας, μη επηρεαζόμενη από παρεμβάσεις τρίτων, έτσι ώστε να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των πολιτών αυτής της χώρας. Οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν απερίσπαστοι τα καθήκοντά τους, υποκείμενοι αποκλειστικά στο νόμο και τη συνείδησή τους, ως επιτάσσει και το Σύνταγμα αυτής της χώρας.
Και ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών είναι ο πρώτος που δεν θέλει χειραγωγημένους δικαστές ή επηρεαζόμενη Δικαιοσύνη. Και θα ήταν ο πρώτος, εάν είχε τη παραμικρή υποψία ότι τούτο είχε συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, που θα ασκούσε δριμεία κριτική, στο πλαίσιο της θεσμικής αρμοδιότητάς του.
Συνιστούμε λοιπόν σε όλους, που με αφορμή αυτή τη Δικαστική Απόφαση όχι μόνο εξέφρασαν την άποψή τους, χωρίς μάλιστα να γνωρίζουν, όπως δεν γνωρίζουμε και εμείς άλλωστε τα ειδικότερα στοιχεία της επίμαχης δικογραφίας, αλλά κατέφυγαν σε αυθαίρετα συμπεράσματα και δεδομένα, με αμφίβολη κριτική σκοπιμότητα και εν πολλοίς με ανοίκειους χαρακτηρισμούς και για πρόσωπα που τυγχάνουν της γενικότερης εμπιστοσύνης του νομικού μας κόσμου (λ.χ. ντροπή, ρατσιστική απόφαση, ενάντια στα εργατικά στρώματα, προκλητική κλπ.), ακόμα και για τους συμμετέχοντες κατά το Σύνταγμα ένορκους (λαϊκούς δικαστές), τα οποία συμπεράσματα είναι προϊόντα περισσότερο πρόχειρης αντιμετώπισης του ζητήματος ή ενδεχομένως περισσότερο αντικείμενο εκμετάλλευσης του ζητήματος, να απέχουν στο εξής από αντίστοιχες θέσεις ή στάσεις, και να μη κατακεραυνώνουν αλόγιστα, χωρίς περαιτέρω γνώση και δόκιμο προβληματισμό. Κάθε αυθαίρετη εκ προοιμίου κρίση δεν ωφέλησε και δεν θα ωφελήσει ποτέ κανέναν, αντίθετα δημιουργεί περισσότερες εντάσεις και αντιπαραθέσεις και κλονίζει έντονα την αξιοπιστία που πολλοί ακόμη από εμάς έχουμε στο Θεσμό της Δικαιοσύνης, τον οποίο οφείλουμε εποικοδομητικά και κριτικά πάντοτε να προασπίσουμε και διαφυλάξουμε.
Ως εκ τούτου καταδικάζουμε κάθε καταφανή πρόθεση, από όπου και εάν προέρχεται, επηρεασμού ή χειραγώγησης με τον οποιονδήποτε τρόπο των Δικαστικών Λειτουργών, για τις υποθέσεις που δικάζουν και κατόπιν των ανωτέρω, «απαιτούμε» από κάθε αρμόδιο φορέα να επιδεικνύει έμπρακτα σεβασμό στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των λειτουργιών και να απέχει στο εξής από κάθε ενέργεια που αποσκοπεί ουσιαστικά στην παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης.

Ταυτόχρονα ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών, έχοντας συναίσθηση του κοινωνικού του ρόλου, βρισκόταν και βρίσκεται πάντα δίπλα στο πλευρό των δοκιμαζομένων πολιτών της χώρας και προασπίζει τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα όλων, και ευνόητα ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το μέγα κοινωνικό ζήτημα της εργασιακής εκμετάλλευσης κάθε εργαζόμενου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στη χώρα μας και κυρίως τα τελευταία χρόνια, το οποίο είναι γνωστό σε όλους μας και παρά ταύτα παραμένει άλυτο από τη πολιτεία, η οποία οφείλει να παρέμβει άμεσα, μέσω των αρμοδίων αρχών της, εφαρμόζοντας τους νόμους που ισχύουν στη χώρα μας και που αρμόζουν στα πολιτισμένα κράτη.-
                                                    ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                        Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΚΟΣ                                                                                    ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΩΝ