Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

N. 4322/2015 | ΦΕΚ Α 42/2015 | Μεταρρυθµίσεις ποινικών διατάξεων, κατάργηση των καταστηµάτων κράτησης Γ΄ τύπου και άλλες διατάξεις




Τροποποιήσεις σε :

 Ποινικό Κώδικα 

Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας

 Σωφρονιστικό Κώδικα 

 Νοµοθεσία για τα ναρκωτικά


ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ                                    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Πρωτ. _________                              Από τα επίσημα Πρακτικά τηςΚΕ', 20 Απριλίου 2014,
Αριθ.                                                Συνεδρίασης της Ολομέλειας της Βουλής, στην οποία
Διεκπ. _________                              ψηφίστηκε το παρακάτω σχέδιο νόμου:


Μεταρρυθμίσεις ποινικών διατάξεων, κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ τύπου και άλλες διατάξεις


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
Άρθρο 1 Κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ' τύπου
1. Τα άρθρα 1, πλην των παραγράφων 2, και 7, 2 και 3 του ν. 4274/2014 (Α'147) καταργούνται. Επίσης, καταρ- γείται το π.δ. 168 /2014, ο Εσωτερικός Κανονισμός Λει­τουργίας Καταστημάτων Κράτησης και Αυτοτελών Τμη­μάτων Γ' Τύπου, καθώς και κάθε άλλη διάταξη κατά το μέρος που αναφέρονται στα «καταστήματα κράτησης Γ' τύπου».
2. Η παρ. 2 του άρθρου 19 του Σωφρονιστικού Κώδικα (ν. 2776/1999) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Τα γενικά καταστήματα κράτησης διακρίνονται σε Α' και Β' τύπου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 11, στα καταστήματα Α' τύπου κρατούνται οι υπόδικοι, οι κρατούμενοι για χρέη και οι κατάδικοι σε ποινή φυλάκισης και στα Β' τύ­που κρατούνται όλοι οι υπόλοιποι κρατούμενοι.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' Τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα Άρθρο 2
Το άρθρο 54 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 54
Η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κρά­τησης νέων δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ούτε είναι μικρότερη από έξι (6) μήνες, αν για την πράξη που τελέ- στηκε ο νόμος απειλεί κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη. Αν η απειλούμενη ποινή είναι ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη μεγαλύτερη αυτής του προηγούμενου εδαφίου, η διάρ­κεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέ­ων δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη ούτε είναι μικρότερη από δύο (2)».
Άρθρο 3
Το άρθρο 56 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
« Αρθρο 56
1. Με ιδιαίτερους νόμους κανονίζεται ο τρόπος εκτέ­λεσης των ποινών, που προβλέπουν τα άρθρα 38 και 51­55, καθώς επίσης και των μέτρων ασφάλειας που προ­βλέπουν τα άρθρα 69-72.
2. Εκείνος στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ή κάθειρξης έως δέκα (10) ετών και έχει υπερβεί το εβδο­μηκοστό πέμπτο (75ο) έτος της ηλικίας του, εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κριθεί ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να α­ποτραπεί αυτός από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βα­ρύτητας εγκλημάτων. Εάν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφα­σίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλ­λη περίπτωση, αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδι- κών μετά από αίτηση του καταδικασμένου.
3. Οι εκτίοντες ποινή στην κατοικία τους δύνανται να λαμβάνουν άδεια εξόδου από αυτήν από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης για λόγους εκπαί­δευσης, εργασίας ή νοσηλείας. Οι ίδιοι υποχρεούνται να εμφανίζονται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα στο αστυ­νομικό τμήμα του τόπου κατοικίας τους. Αν παραλείψουν την υποχρέωσή τους αυτή, ο εισαγγελέας έκτισης της ποινής, εκτιμώντας τη συχνότητα των παραλείψεων και τους λόγους στους οποίους οφείλονται, μπορεί να: α) προβαίνει σε συστάσεις, β) διατάξει την έκτιση μέρους της ποινής τους που δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα στο κατάστημα κράτησης ή γ) διατάξει την έκτι­ση της ποινής τους στο κατάστημα κράτησης. Η διάταξη του άρθρου 107 έχει και εδώ ανάλογη εφαρμογή.»



Άρθρο 4
Το άρθρο 74 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 74
1. Με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που πε­ριλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρω­θεί από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την α­πέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη, εάν κρίνει ότι η παραμονή του στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης, λαμβάνο- ντας υπόψη ιδίως το είδος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, το βαθμό της υπαιτιότητάς του, τις ειδι­κές συνθήκες τέλεσης της πράξης, τις συνέπειες αυτής, το χρόνο παραμονής του στο ελληνικό έδαφος, τη νομι­μότητα ή μη της παραμονής του, την εν γένει συμπερι­φορά, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την ύπαρξη οικογένειας και γενικότερα το βαθμό ένταξης αυτού στην ελληνική κοινωνία. Αν ο αλλοδαπός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ανήλικος, για την απέλασή του λαμβάνεται υπόψη και η τυχόν νόμιμη εγκατάσταση και παραμονή της οικογένειάς του στη χώρα ή στην περί­πτωση που η οικογένεια του διαμένει στην αλλοδαπή, ο υφιστάμενος στη χώρα προορισμού σοβαρός κίνδυνος κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της προ­σωπικής ή γενετήσιας ελευθερίας του. Η απέλαση εκτε- λείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. Το ίδιο ισχύει και όταν η απέλαση επι­βλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπόμενη ποινή.
2. Το δικαστήριο μπορεί, επίσης, να διατάξει την απέ­λαση από τη χώρα κάθε αλλοδαπού στον οποίο επιβλή­θηκε μέτρο ασφάλειας των άρθρων 69, 71 και 72. Σε αυ­τή την περίπτωση, η απέλαση μπορεί να διαταχθεί σε α­ντικατάσταση αυτών των μέτρων.
3. Το δικαστήριο που αποφασίζει την απέλαση του αλ­λοδαπού δράστη επιβάλλει σε αυτόν απαγόρευση επα- νεισόδου του στη χώρα, για χρονικό διάστημα έως δέκα (10) ετών. Το συμβούλιο πλημμελειοδικών του τόπου του δικαστηρίου που επέβαλε την απέλαση, μετά από γνώμη της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα ύστερα από αί­τησή του, αφού περάσει μια τριετία από την εκτέλεση της απέλασης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του δι­καίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο χρονικός περιορισμός του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει σε περίπτωση αλ­λοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Έλληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής. Το συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα και μπορεί να εξε­τάσει νέα αίτηση για επιστροφή μόνο μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την απόρριψη της προηγούμενης.
4.α.       Η απέλαση εκτελείται με ενέργειες των αρμόδιων αστυνομικών αρχών, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία περί αλλοδαπών, καθώς και τους κανόνες του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου. Πέντε (5) μήνες πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου για την υφ' όρον απόλυση του κρατούμενου, ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, ώστε ο τελευταί­ος να παραγγείλει αμέσως στην αρμόδια αστυνομική αρ­χή τη διερεύνηση του εφικτού της απέλασης και την προετοιμασία για την υλοποίησή της. Τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου για την υφ’ όρον απόλυση, η αρμόδια αστυνομική αρχή αναφέ­ρει, με αιτιολογημένη έκθεσή της, στον εισαγγελέα του τόπου κράτησης εάν η απέλαση είναι εφικτή. Σε περί­πτωση που η απέλαση είναι εφικτή, εκτελείται αμέσως μετά την υφ’ όρον απόλυση ή την έκτιση της ποινής του κρατουμένου. Με αιτιολογημένη διάταξη του εισαγγε­λέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, η κράτηση μπορεί να παραταθεί για ένα (1) μήνα μόνο από το χρόνο της υφ’ όρον απόλυσης ή έκτισης της ποινής, εφόσον η διαδικασία απέλασης έχει ξεκινήσει και πρόκειται να ε- κτελεστεί μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα. Μετά την παρέλευση του χρόνου αυτού και εφόσον η απέλαση δεν έχει πραγματοποιηθεί, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλλεται υ­ποχρεωτικά η απέλαση του αλλοδαπού, του επιβάλλο­νται οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 100 ή ορισμένοι από αυτούς και ο κρατούμενος απολύε­ται αμέσως.
β. Σε περίπτωση που ο αλλοδαπός παρεμποδίζει την προετοιμασία της απομάκρυνσής του, αρνούμενος να συνεργαστεί με τις αρχές και να αποκαλύψει τα πραγμα­τικά του στοιχεία, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης μπορεί να παρατείνει την κράτησή του μέχρι και τρεις (3) μήνες από το χρόνο της υφ’ όρον α­πόλυσης ή έκτισης της ποινής. Στην περίπτωση αυτή, ό­πως και στην περίπτωση α', ο αλλοδαπός παραμένει μέ­χρι την εκτέλεση της απέλασής του σε ειδικό χώρο του καταστήματος κράτησης ή του θεραπευτικού καταστή­ματος ή σε ειδικό χώρο των αστυνομικών αρχών που δη- μιουργούνται για το σκοπό αυτόν, με εντολή του εισαγ­γελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης. Κατά της εισαγγελικής διάταξης που παρατείνει την κράτηση, ο κρατούμενος μπορεί να υποβάλει προσφυγή, για την ο­ποία αποφαίνεται αμετάκλητα ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών. Με­τά την παρέλευση του τριμήνου, με διάταξη του εισαγ­γελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλ­λεται υποχρεωτικά η απέλαση του αλλοδαπού, του επι­βάλλονται οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρ­θρου 100 ή ορισμένοι από αυτούς και ο κρατούμενος α­πολύεται αμέσως.
γ. Όταν η απέλαση καταστεί εφικτή κατά την αιτιολο­γημένη γνώμη της αστυνομικής αρχής, η απόφαση ανα­στολής αυτής ανακαλείται με την ίδια διαδικασία που εκ- δόθηκε και διατάσσεται η κράτηση του αλλοδαπού για την πραγματοποίηση της απέλασης για χρονικό διάστη­μα το πολύ δεκαπέντε (15) ημερών.
5. Εάν, σύμφωνα με την αιτιολογημένη έκθεση της α­στυνομικής αρχής κατά την περίπτωση α' της παραγρά­φου 4, η απέλαση δεν είναι εφικτή για οποιονδήποτε λό­γο και ιδίως επειδή: α) ο αλλοδαπός είναι ανιθαγενής ή ζητεί διεθνή προστασία ή απολαμβάνει διεθνή προστα­σία, ή β) δεν λειτουργεί ή δεν συνεργάζεται η προξενική αρχή της χώρας καταγωγής του ή γ) η χώρα του δεν συ- νιστά ασφαλή προορισμό ή τυχόν επιστροφή συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή δ) δεν τον δέχεται η χώρα καταγωγής του, τότε, μετά την υφ’ όρον απόλυ­ση ή την έκτιση ποινής, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλλει υποχρεωτικά με διάτα­ξή του την απέλαση, επιβάλλει τους όρους που προβλέ- πονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 ή ορισμένους από αυτούς και ο κρατούμενος απολύεται αμέσως. Όταν η απέλαση καταστεί εφικτή, εφαρμόζεται αναλόγως η περίπτωση γ' της προηγούμενης παραγράφου.
6. Αυτός που παραβιάζει τον όρο ή τους όρους που του έχουν επιβληθεί από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών κατά την αναστολή της απέλασης, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 182 παρ. 1.»
Άρθρο 5
Στο άρθρο 94 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται παρά­γραφος 4 ως εξής:
«4. Ποινές, οι οποίες επιβάλλονται για κακουργήματα ή με δόλο τελούμενα πλημμελήματα και εμπεριέχουν ά­σκηση σωματικής βίας και έχουν διαπραχθεί από κρατού­μενους κατά άλλων κρατουμένων ή υπαλλήλων των κα­ταστημάτων κράτησης ή κατά τη διάρκεια άδειας, εκτίο- νται ολόκληρες μετά την έκτιση της ποινής που επιβλή­θηκε ή που θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ή­ταν κρατούμενος ο υπαίτιος.»
Άρθρο 6
1. Το άρθρο 105 παράγραφος 1 περίπτωση γ' του Ποι­νικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον δε­καεννέα (19) έτη».
2. Η παρ. 2 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:
«2. Το χρονικό διάστημα των τριών πέμπτων περιορί­ζεται στα δύο πέμπτα της ποινής που επιβλήθηκε και προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τα δεκαεννέα (19) έτη περιορίζονται σε δεκαπέντε (15) έτη, αν ο κατάδικος έ­χει υπερβεί το εβδομηκοστό (70ο) έτος της ηλικίας του. Το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε (15) ετών προσαυ­ξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυ­χόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέ­χουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει δεκαεννέα (19) έτη. Μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ο) έ­τους της ηλικίας του καταδίκου, κάθε ημέρα παραμονής του σε σωφρονιστικό κατάστημα υπολογίζεται ευεργετι­κά ως δύο (2) ημέρες εκτιόμενης ποινής. Αν ο κατάδικος εργάζεται, κάθε ημέρα απασχόλησης υπολογίζεται ως ε­πιπλέον μισή ημέρα εκτιόμενης ποινής. Αν για τους κα­ταδίκους αυτούς προκύπτει από άλλες διατάξεις ευνοϊ­κότερος υπολογισμός, εφαρμόζονται εκείνες. Οι διατά­ξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε καταδίκους για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 105 του ν. 1492/1950, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα.»
3. Η παρ. 6 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:
«6. Για τη χορήγηση της υφ’ όρον απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργε­τικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί πάντως στον κατάδικο η υφ’ όρον απόλυση, αν δεν έχει παραμεί­νει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαπέντε (15) έτη. Το χρονικό διάστημα του ενός τρίτου ή, σε περίπτωση ισό­βιας κάθειρξης, των δεκαπέντε (15) ετών, προσαυξάνε­ται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έ­χουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει δεκαεννέα (19) έτη. Οι δια­τάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της εσχάτης προ­δοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει το άρ­θρο 5 του ν. 2058/1952. Επίσης, οι διατάξεις της παρού­σας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικά­σθηκαν για το έγκλημα της παραγράφου 1 του άρθρου 299, εφόσον η πράξη τελέσθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησής τους σε σωφρονιστικό κατάστημα.»
4. Η παρ. 7 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:
«7. Κάθε ημέρα κράτησης κρατουμένων που πάσχουν από ημιπληγία ή παραπληγία, σκλήρυνση κατά πλάκας ή έχουν υποβληθεί σε επέμβαση μεταμόσχευσης καρδιάς, ήπατος, νεφρού ή μυελού ή είναι φορείς του συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή πάσχουν από κακοήθη νεοπλάσματα ή από νεφρική ανεπάρκεια για την οποία γίνεται τακτική αιμοκάθαρση ή από φυματίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας της, υπολογίζεται ευερ­γετικά ως δύο (2) ημέρες εκτιόμενης ποινής.
Το ίδιο ισχύει και για: α) κρατούμενους με ποσοστό α­ναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, που δεν μπορούν να εργαστούν, εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επα­χθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, β) κρατούμε­νους με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, γ) κρατούμενους στους οποίους απαγο­ρεύεται ύστερα από γνωμάτευση από Κέντρο Πιστοποίη­σης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) η ανάληψη εργασίας ή απασχό­λησης που μπορεί βάσιμα να προκαλέσει σοβαρή και μό­νιμη βλάβη στην υγεία τους, δ) κρατούμενους οι οποίοι νοσηλεύονται σε θεραπευτικά καταστήματα ή νοσοκο­μεία εφόσον η νοσηλεία τους έχει διαρκέσει τουλάχι­στον τέσσερις (4) μήνες, ε) κρατούμενες μητέρες για ό­σο διάστημα έχουν μαζί τους τα ανήλικα τέκνα τους, στ) κρατούμενους που συμμετέχουν σε θεραπευτικό πρό­γραμμα ψυχικής απεξάρτησης από ναρκωτικά εγκεκριμέ­νου, κατά το άρθρο 51 του ν. 4139/2013 (Α' 74), οργανι­σμού και ζ) κρατούμενους για όσο διάστημα διαρκεί η κράτησή τους σε χώρους αστυνομικών τμημάτων ή α­στυνομικών διευθύνσεων.
Η διακρίβωση της αναπηρίας στις περιπτώσεις α' και β' γίνεται με τη διαδικασία της παραγράφου 4 του άρ­θρου 110Α. Ο ευεργετικός υπολογισμός διενεργείται α­πό τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46 παρ. 1 του Σωφρονιστικού Κώδικα και λαμ- βάνεται υπόψη εκτός από την υφ’ όρον απόλυση και για τη λήξη της έκτισης της ποινής, τη μετατροπή της σε χρηματική ποινή ή κοινωφελή εργασία ή την αθροιστική έκτιση των ποινών.»
5. Μετά την παρ. 7 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδι­κα προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Σε κάθε περίπτωση, η προσμέτρηση για τον ευερ­γετικό υπολογισμό των ημερών ποινής των καταδίκων ή υποδίκων δεν διακόπτεται λόγω νοσηλείας στο Νοσοκο­μείο Κρατουμένων, στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυ­δαλλού, καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο νοσηλευτικό ί­δρυμα.»
6. Το άρθρο 110Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:


«Αρθρο 110Α
1. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106, εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανο­σοποιητικής ανεπάρκειας ή από χρόνια νεφρική ανεπάρ­κεια και υποβάλλεται σε τακτική αιμοκάθαρση ή από αν­θεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικός ή έχει υποστεί μεταμόσχευση ήπατος, μυελού και καρδιάς ή πάσχει από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου ή από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή από γεροντική άνοια έχοντας υπερβεί το ογδοη­κοστό (80ο) έτος της ηλικίας.
2. Η απόλυση χορηγείται, ανεξαρτήτως της συνδρο­μής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω περιπτώσεις, που έχει επιβληθεί πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή: α) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω ε­φόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης και β) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Σε πε­ρίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, απαιτείται να έχει εκτι- θεί με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο της ποινής.
3. Σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης ο κρατούμενος που έχει ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω αν έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο πέντε (5) έ­τη στην περίπτωση που το έγκλημά του δεν ενέχει αν­θρωποκτονία, ή δέκα (10) έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτίει το υπόλοιπο της ποινής του στην κατοικία του, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 56 παρ. 3. Στην περίπτω­ση αυτή δύναται να επιβληθεί ηλεκτρονική επιτήρηση, ό­πως αυτή ορίζεται στο άρθρο 283Α του Κώδικά Ποινικής Δικονομίας. Επίσης, είναι δυνατή η επιβολή όρων κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 100 παράγραφοι 2 και 3 του Ποινικού Κώδικά.
4. Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το αρμό­διο συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρα­τούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπη­ρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστο­ποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α. υπο­βάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του
συμβουλίου εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λε­πτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνω­μοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας.
5. Με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108, η από­λυση υπό όρο κατά τις παραγράφους 1 και 2 σημειώνεται στο Ποινικό Μητρώο του καταδίκου, χορηγείται μόνο μια φορά και επεκτείνεται αυτοδικαίως σε όλες τις συντρέχουσες στην έκτιση ποινές, για τις οποίες μπορεί να κα­θοριστεί συνολική ποινή κατ’ άρθρο 551 του Κώδικα Ποι­νικής Δικονομίας.
6. Η καταδίκη κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας για πράξη που τελέστηκε πριν την έναρξη της έκτισης της ποινής, για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση υπό όρο, δεν επιφέρει την ανάκληση της απόλυσης.
7. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, εκτός της επιβο­λής ισόβιας κάθειρξης, δύναται να επιβληθεί μόνο ο ό­ρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Ανάκληση α­πόλυσης για παραβίαση όρου δεν χωρεί όταν αυτή προ- κλήθηκε από λόγους υγείας.
8. Σε όσους απολύονται κατά τις διατάξεις του παρό­ντος άρθρου δεν χωρεί προσωποκράτηση.»
Άρθρο 7
1. Μετά την παρ. 3 του άρθρου 124 του Ποινικού Κώδι­κα προστίθεται παράγραφος 3α, ως εξής:
« 3.α. Το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει το ανα­μορφωτικό μέτρο της περίπτωσης ιβ' της παραγράφου 1 του άρθρου 122 που έχει επιβληθεί σε ποινικά υπεύθυνο ανήλικο για πράξη, την οποία αν τελούσε ενήλικος θα ή­ταν κακούργημα και εμπεριέχει στοιχεία βίας, με περιο­ρισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, εφόσον: α) ο ανήλικος διαφεύγει επανειλημμένως από το ίδρυμα α­γωγής και ο ποινικός σωφρονισμός κρίνεται απολύτως αναγκαίος ή β) τελέσει εκ νέου πράξη, που εάν την τε­λούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα που εμπεριέχει στοιχεία βίας.»
2. Η παρ. 1 του άρθρου 126 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:
«1. Η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από ανήλικο ο­κτώ έως δεκαπέντε ετών δεν καταλογίζεται σε αυτόν.»
3. Η παρ. 1 του άρθρου 127 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:
«1. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων επιβάλλεται μόνο σε ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας, εφόσον η πρά­ξη τους, αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα απειλούμενο με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3α του άρθρου 124. Περιο­ρισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων δύναται να επιβληθεί και για τις πράξεις του άρθρου 336 εφόσον τε­λούνται σε βάρος προσώπου νεότερου από δεκαπέντε (15) ετών. Η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και ε­μπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνο- νται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομέ- νων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλί­κου.»
4. Η παρ. 1 του άρθρου 130 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:
  «1. Η διάταξη του άρθρου 127 παρ. 1 εφαρμόζεται και για τους ανηλίκους που τέλεσαν αξιόποινη πράξη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου πέμπτου (15ου) έτους της ηλικίας τους και εισάγονται σε δίκη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου (18ου) έτους. Στην περίπτωση αυ­τή τα αναμορφωτικά μέτρα παύουν αυτοδικαίως όταν ο υπαίτιος συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλι­κίας του. Στην περίπτωση ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 122 το αναμορφωτικό μέτρο παύει αυτοδικαίως, όταν ο υπαί­τιος συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή αναμορφωτι­κών ή θεραπευτικών μέτρων δεν είναι επαρκής και ότι ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μολο­νότι αναγκαίος δεν είναι πλέον σκόπιμος, μπορεί να επι­βάλει την ποινή που προβλέπεται για την πράξη που τε- λέστηκε, ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ­θρου 83.»
Άρθρο 8
Το άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα και ο τίτλος του α­ντικαθίστανται ως εξής:
« Αρθρο 312
Πρόκληση βλάβης με συνεχή σκληρή συμπεριφορά
1. Αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση, όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σε τρίτον σωματική κά­κωση ή άλλη βλάβη της σωματικής ή ψυχικής υγείας. Αν η πράξη τελείται μεταξύ ανηλίκων δεν τιμωρείται εκτός αν η μεταξύ τους διαφορά ηλικίας είναι μεγαλύτερη από τρία (3) έτη, οπότε επιβάλλονται μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.
2. Αν το θύμα δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο ό­γδοο (18ο) έτος της ηλικίας του ή δεν μπορεί να υπερα­σπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέ­λεια ή στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δρά­στη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή το έ­χει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέ- λειά του ή του το έχουν εμπιστευθεί για ανατροφή, διδα­σκαλία, επίβλεψη ή φύλαξη έστω προσωρινή, αν δεν συ­ντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, επι­βάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Με την ί­δια ποινή τιμωρείται όποιος με συστηματική παραμέληση των υποχρεώσεών του προς τα προαναφερόμενα πρό­σωπα γίνεται υπαίτιος να πάθουν σωματική κάκωση ή βλάβη της σωματικής ή ψυχικής τους υγείας.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' Άρθρο 9 Τροποποιήσεις στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

1. Η παρ. 2 του άρθρου 45Α του Κώδικα Ποινικής Δικο­νομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Στον ανήλικο μπορεί να επιβληθούν με διάταξη του εισαγγελέα ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' έως και ια' του άρθρου 122 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Με την ίδια διάταξη ορίζεται και η προθεσμία συμμόρφωσης. Αν ο ανήλικος συμμορφωθεί με τα μέτρα και τις υποχρεώ­σεις που του επιβλήθηκαν, ο εισαγγελέας ενεργεί σύμ­φωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 43 παρ. 2. Σε α­ντίθετη περίπτωση ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίω­ξη σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1. Για την έκδοση της διάταξης απαιτείται προηγούμενη έκθεση του αρμόδιου επιμελητή ανηλίκων.»
2. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 239 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Για αυτό το σκοπό όποιος ενεργεί την ανάκριση, ανα­θέτει τη συλλογή των απαιτούμενων πληροφοριών σε έ­ναν από τους επιμελητές που υπηρετούν στις κατά τό­πους Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων. Η σχετική έκθε­ση των επιμελητών τίθεται στη δικογραφία, λαμβάνει δε γνώση αυτής και ο κατηγορούμενος.»
3. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνα­τόν να διατάσσονται ένα ή περισσότερα από τα αναμορ­φωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' έ­ως ια' του άρθρου 122 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων αυτών είναι δυνατή η αντικατάστασή τους με το μέτρο της περίπτωσης ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα.»
4. Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης β'της παρ. 3 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν έχει ε­φαρμογή σε υποδίκους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόδικους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό πε­νήντα τοις εκατό (50%) και άνω εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους σε κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαί­τερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Η διακρίβωση της αναπηρίας γίνεται, μετά από αίτηση του υπόδικου, από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, το οποίο ε­φόσον δεν υπάρχει σχετική πιστοποίηση αναπηρίας από .Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (Κ.Ε.Π.Α.) διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη, κατά τα οριζόμενα στην πα­ράγραφο 4 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα.»
5. Το έκτο και έβδομο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
«Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου για την προ­σωρινή κράτηση δεν εφαρμόζονται για κατηγορούμε­νους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόδι­κους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό πενήντα τοις εκα­τό (50%) και άνω εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους σε κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Η διακρίβωση της αναπηρίας γίνεται, μετά από αίτηση του υποδίκου, από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, το οποίο εφόσον δεν υ­πάρχει σχετική πιστοποίηση αναπηρίας από Κέντρο Πι­στοποίησης Αναπηρίας (Κ.Ε.Π.Α.) διατάσσει ειδική πραγ­ματογνωμοσύνη, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές, εκτός των άλλων περιοριστικών όρων, μπορεί να επιβληθεί στον κατηγορούμενο και ο κατ’ οίκον περιορι­σμός, καθώς και νοσηλεία σε νοσοκομείο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 557 του Κώδικα Ποινικής Δικονο­μίας, κατόπιν αιτήσεώς του.»
6. Η παρ. 6 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικο­νομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Η παράγραφος 4 εφαρμόζεται και για ανήλικο κα­τηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας, εφόσον η πράξη του, αν την τε­λούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα απειλούμενο με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης ή συνιστά μία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα, ε­φόσον τελέστηκαν σε βάρος προσώπου νεότερου από δεκαπέντε (15) ετών. Στην περίπτωση αυτή η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να ο­δηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση. Το ένταλ­μα προσωρινής κράτησης πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύ­πτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβα- νομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθη­κών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του α­νηλίκου.»
7. Στο άρθρο 478 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται επίσης στον ανήλικο κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέ­μπει στο δικαστήριο για έγκλημα, που αν το τελούσε ε­νήλικος θα ήταν κακούργημα που απειλείται με την ποι­νή της ισόβιας κάθειρξης ή συνιστά μία από τις πράξεις του άρθρου 336 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον τελέστη- καν σε βάρος προσώπου νεότερου από δεκαπέντε (15) ετών και μόνο για λόγους που αναφέρονται στο προη­γούμενο εδάφιο.»
8. Η περίπτωση ε' της παρ.1 του άρθρου 489 του Κώ­δικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«ε) Κατά της απόφασης του μονομελούς ή τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με την οποία ο ανήλικος που κατά την τέλεση της πράξης είχε συμπληρώσει το δέκατο πέ­μπτο (15ο) έτος, δικάστηκε όμως μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου (18ου) έτους της ηλικίας του, κα­ταδικάστηκε κατά το άρθρο 130 του Ποινικού Κώδικα σε ποινή στερητική της ελευθερίας.»
9. Η υποπερίπτωση ββ' της περίπτωσης β' της παρα­γράφου 2 του άρθρου 574 του Κώδικα Ποινικής Δικονο­μίας αντικαθίσταται ως εξής:
«ββ) κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται περιορι­σμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.»
10.        Η περίπτωση α' της παραγράφου 3 του άρθρου 574 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Η χάρη με άρση των συνεπειών της καταδίκης, η παραγραφή της πράξης ή της ποινής με ειδικό νόμο, η α­ναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους με ειδικό νό­μο, η απόλυση από τις φυλακές υπό όρο και η μεταβολή ή η άρση των μέτρων ασφάλειας που έχουν επιβληθεί, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 550 και 551.»
11.        Η περίπτωση β' της παρ. 1 του άρθρου 578 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«β) Στις περιπτώσεις δελτίων που αφορούν περιορι­σμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, όταν ο ανήλι­κος συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλι­κίας του.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' Άρθρο 10 Τροποποιήσεις στη νομοθεσία για τα ναρκωτικά

1. Οι περιπτώσεις α' και β' του πρώτου εδαφίου του άρθρου 31 του ν. 4139/2013 αντικαθίστανται ως εξής:
«Σε περίπτωση εγκλημάτων των άρθρων 20 έως 25, 29 και 30 παράγραφος 4, όπως και σε περίπτωση εγκλήμα­τος που φέρεται ότι τελέστηκε για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών, εφόσον τα εγκλήματα αυτά έχουν τελεστεί από πρόσωπο το οποίο απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την α­ποβάλει με τις δικές του δυνάμεις κατά το άρθρο 30 πα­ράγραφος 1, τότε: α) Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει ότι επιθυμεί να πα­ρακολουθήσει θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου, κατά το άρθρο 51, οργανισμού, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγ­γελέα μπορεί αυτοτελώς ή αντί της προσωρινής κράτη­σης να επιβάλει ως περιοριστικό όρο την εισαγωγή του σε αντίστοιχο θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης.
β) Σε περίπτωση επιβολής προσωρινής κράτησης ο κα­τηγορούμενος μπορεί να δηλώσει στο κατά το άρθρο 10 του Σωφρονιστικού Κώδικα Συμβούλιο της Φυλακής ότι επιθυμεί να παρακολουθήσει ειδικό πρόγραμμα απεξάρ­τησης εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού ε­ντός θεραπευτικών ή ειδικών καταστημάτων κράτησης ή καταστημάτων κράτησης ή τμημάτων αυτών όπου λει­τουργεί τέτοιο πρόγραμμα. Γ ια το σκοπό αυτόν συμμετέ­χει σε πρόγραμμα διάγνωσης και σωματικής αποτοξίνω­σης διάρκειας από μία έως τρείς εβδομάδες, ανάλογα προς τις ανάγκες του, όπως κρίνεται από τον υπεύθυνο του σχετικού προγράμματος. Ειδική επιτροπή που ορίζε­ται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Αν­θρωπίνων Δικαιωμάτων και αποτελείται από το ως άνω Συμβούλιο Φυλακής, στη σύνθεση του οποίου προστίθε­ται ο υπεύθυνος του προγράμματος σωματικής αποτοξί­νωσης ή ο υπεύθυνος του προγράμματος ψυχολογικής απεξάρτησης του καταστήματος κράτησης, αφού διαπι­στώσει την επιτυχή ολοκλήρωση της παραπάνω φάσης, παρέχει τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να παρακο­λουθήσει ειδικό πρόγραμμα ψυχολογικής απεξάρτησης. Η παράγραφος 3 του άρθρου 34 εφαρμόζεται αναλόγως. Ο χρόνος παραμονής στα καταστήματα που αναφέρο­νται ανωτέρω υπολογίζεται ως χρόνος προσωρινής κρά­τησης ή σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή κατά της ε­λευθερίας ως χρόνος έκτισης της ποινής.»
2. Η παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 4139/2013 αντικαθί­σταται ως εξής:
«1. Σε περίπτωση εγκλημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 31 εκτός των εγκλημάτων του άρθρου 23 και ε­κτός των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 187Α, 299, 310 παρ. 3, 311, 322, 323, 324, 336 και 380 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά έχουν τελε- στεί από πρόσωπο που συμμετέχει σε πρόγραμμα σωμα­τικής και ψυχικής απεξάρτησης εγκεκριμένων κατ’ άρ­θρο 51 οργανισμών, τότε: α) Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μπορεί με αιτιολο­γημένη διάταξή του και με έγκριση του εισαγγελέα εφε- τών να αναβάλει για ορισμένο χρόνο την άσκηση ποινι­κής δίωξης, η οποία μπορεί να παρατείνεται, αν λαμβά­νει γνώση από έκθεση ή και εκθέσεις του διευθυντή προ­γράμματος σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης εγκε­κριμένων κατ’ άρθρο 51 οργανισμών, ότι ο δράστης έχει προσέλθει οικειοθελώς και καταβάλλει σοβαρές προ­σπάθειες για την απεξάρτησή του. Αν ο δράστης ολο­κληρώσει με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα, σύμ­φωνα με έγγραφη βεβαίωση και έκθεση του διευθυντή του προγράμματος, το συμβούλιο πλημμελειοδικών, μπορεί να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη, εφό­σον η τελευταία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ε­πανένταξή του στην κοινωνική ζωή. Τα στοιχεία που α­ναφέρονται στις παραπάνω εκθέσεις του διευθυντή θε­ραπευτικού προγράμματος είναι απόρρητα και απαγο­ρεύεται η ανακοίνωσή τους σε οποιονδήποτε άλλον ε­κτός από τον ίδιο τον χρήστη ναρκωτικών, που υποβλή­θηκε σε θεραπεία, επί ανηλίκου δε στον έχοντα την επι­μέλεια. Το ευεργέτημα των προηγούμενων εδαφίων πα­ρέχεται μία μόνο φορά.
β) Ο αρμόδιος εισαγγελέας αναστέλλει με διάταξή του την ισχύ εντάλματος σύλληψης προσώπου, που παρακο­λουθεί θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένων κατ’ άρθρο 51 οργανισμών, εάν το ένταλμα αυτό αφορά εγκλήματα που αναφέρο­νται στην παρούσα παράγραφο και φέρονται ότι τελέ- στηκαν πριν από την εισαγωγή του διωκόμενου στο πα­ραπάνω πρόγραμμα. Στην περίπτωση που έχει διατηρη­θεί η ισχύς του με σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφε- τών ή με βούλευμα, τότε για την αναστολή αποφασίζει το συμβούλιο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η κατηγορία.
γ) Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική, τελεσίδι­κη ή αμετάκλητη απόφαση αναστέλλει την εκτέλεση των στερητικών της ελευθερίας και των χρηματικών ποινών, προσώπου που παρακολουθεί θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού, εκτός σωφρονιστικών κατα­στημάτων μέχρι την ολοκλήρωσή του, εάν οι ποινές αυ­τές αφορούν πράξεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και τελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του διωκόμενου στο θεραπευτικό πρόγραμμα, εφόσον βεβαι­ώνεται από τον υπεύθυνο αυτού του προγράμματος, η συνεπής παρακολούθησή του εκ μέρους του διωκόμε­νου. Η αναστολή αυτή χορηγείται υπό τον όρο συνέχι­σης της παρακολούθησης και ολοκλήρωσης του προ­γράμματος απεξάρτησης και ανακαλείται σε περίπτωση παραβίασης των όρων αυτών.
Με τις ίδιες προϋποθέσεις και με διάταξη του αρμόδι­ου εισαγγελέα αναστέλλεται προσωρινά η εκτέλεση των ανωτέρω ποινών έως ότου εκδοθεί η απόφαση του δικα­στηρίου επί της αίτησης αναστολής εκτέλεσης που υπο­βάλλεται κατά το προηγούμενο εδάφιο.
Εάν για οποιονδήποτε λόγο έχει χορηγήσει βεβαίωση της χρηματικής ποινής και των εξόδων, με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπη­ρεσίας (Δ.Ο.Υ.), αναστέλλεται υποχρεωτικά η λήψη κάθε δυσμενούς ατομικού μέτρου και κάθε μέτρου αναγκαστι­κής είσπραξης της συναφούς οφειλής ως και κάθε τοκο- γονία ή προσαύξηση του βεβαιωθέντος ποσού. Γ ια την ε­φαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου επι­μελείται, κατόπιν αιτήσεως του καταδικασθέντος, ο αρ­μόδιος εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών του δικαστηρίου που εξέδωσε την περί αναστολής απόφαση ή σε περί­πτωση που δεν εξεδόθη τέτοια, ο αρμόδιος εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών του δικαστηρίου που εξέδωσε την α­πόφαση, η οποία επέβαλε τη χρηματική ποινή και τα έξο­δα, ενημερώνοντας εγγράφως τον προϊστάμενο της αρ­μόδιας Δ.Ο.Υ.. Εάν η αναστολή ανακληθεί, ο εισαγγελέ­ας εκτέλεσης ποινών ενημερώνει σχετικά τον προϊστά­μενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.. Στην περίπτωση αυτή, η ανα­στολή των δυσμενών ατομικών μέτρων και των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής ανακα­λείται και συνεχίζονται η τοκογονία ή οι προσαυξήσεις του βεβαιωθέντος ποσού.»
3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4139/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Σε δράστη που κατηγορείται για εγκλήματα της παραγράφου 1 και απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκω­τικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις εφόσον έχει ενταχθεί σε θεραπευτι­κό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης ανα­γνωρισμένου κατ’ άρθρο 51 οργανισμού: ».
4. Το πρώτο εδάφιο και η περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 4139/2013 αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Μετά την ολοκλήρωση με επιτυχία θεραπευτικού προγράμματος σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, ε­γκεκριμένου κατ’ άρθρο 51 οργανισμού, που πιστοποιεί­ται εγγράφως από τον επιστημονικό διευθυντή του οικεί­ου προγράμματος:
α) Ανεξάρτητα από τους όρους που θέτουν οι διατά­ξεις των άρθρων 99 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματική ποινή, που επιβλήθηκαν για εγκλήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 παράγραφος 1 και τελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του στο θεραπευτικό πρόγραμμα, ανα­στέλλονται υποχρεωτικά για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία (3) και ανώτερο από έξι (6) έτη, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζο­νται από το δικαστήριο, οι οποίοι πρέπει να σχετίζονται με τη διαπίστωση της διατήρησης της απεξάρτησης. Ό­σοι έχουν καταδικαστεί μπορούν να υποβάλουν σχετική αίτηση αναστολής στο δικαστήριο που εξέδωσε την ορι­στική, τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση. Η παραπάνω αναστολή ανακαλείται μόνο αν δεν τηρηθούν οι όροι της απόφασης. Εάν η αναστολή δεν ανακληθεί η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί.
Εάν για οποιονδήποτε λόγο έχει χορηγήσει βεβαίωση της χρηματικής ποινής και των εξόδων, με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., αναστέλλεται υπο­χρεωτικά η λήψη κάθε δυσμενούς ατομικού μέτρου και κάθε μέτρου αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς ο­φειλής ως και κάθε τοκογονία ή προσαύξηση του βεβαι- ωθέντος ποσού για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή που χορηγήθηκε κατά τα ανωτέρω εδάφια ή κατά τις διατά­ξεις των άρθρων 99 και επόμενα του Π.Κ.. Εφόσον ο χρόνος δοκιμασίας παρέλθει επιτυχώς, τα σχετικά χρέη διαγράφονται κατά τον ίδιο τρόπο. Κατά τ’ άλλα ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1.»
5. Η παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 4139/ 2013 αντικαθί­σταται ως εξής:
«2. Όποιος έχει βεβαίωση ολοκλήρωσης προγράμμα­τος απεξάρτησης εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργα­νισμού θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για θερα­πεία και τουλάχιστον πέντε έτη από αυτήν είχε αποκτή­σει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών.»
6. Το άρθρο 34 του ν. 4139/2013 αντικαθίσταται ως ε­ξής:



«Αρθρο 34
1. Αν καταδικαστεί για πράξη του άρθρου 32 παράγρα­φος 1 δράστης που κρίθηκε ως εξαρτημένος και δηλώνει ότι επιθυμεί να συμμετάσχει σε θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού, διατάσσεται η εισαγωγή του σε θεραπευτικό ή ειδικό κατάστημα κράτησης ή σε κατά­στημα κράτησης ή σε τμήμα αυτού στο οποίο λειτουργεί τέτοιο πρόγραμμα, όπου συμμετέχει σε πρόγραμμα διά­γνωσης και σωματικής αποτοξίνωσης διάρκειας από μία έως τρείς εβδομάδες, ανάλογα με τις ανάγκες του, ό­πως κρίνεται από τον υπεύθυνο του σχετικού θεραπευτι­κού προγράμματος. Η ειδική επιτροπή του άρθρου 31 πε­ρίπτωση β' , αφού διαπιστώσει την επιτυχή ολοκλήρωση της παραπάνω φάσης, παρέχει τη δυνατότητα στον κρα­τούμενο να παρακολουθήσει ειδικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης. Ο χρόνος παραμονής στα ανωτέρω κατα­στήματα υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής.
2. Εάν κρατούμενος για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη ισχυριστεί ότι είναι εξαρτημένος από ναρκωτικά, δηλώ­νοντας παράλληλα ότι επιθυμεί να συμμετάσχει σε πρό­γραμμα απεξάρτησης, διατάσσεται από την ειδική επι­τροπή του άρθρου 31 περίπτωση β' η εισαγωγή του σε πρόγραμμα διάγνωσης και σωματικής αποτοξίνωσης ε­ντός σωφρονιστικού καταστήματος, εγκεκριμένου, κατ’ άρθρο 51, οργανισμού, διάρκειας από μία έως τρείς ε­βδομάδες, ανάλογα προς τις ανάγκες του, όπως κρίνεται από τον υπεύθυνο του σχετικού προγράμματος. Η ανω­τέρω επιτροπή, αφού διαπιστώσει την επιτυχή ολοκλή­ρωση της παραπάνω φάσης, παρέχει κάθε δυνατότητα στον κρατούμενο, που διαγιγνώσκεται ως ψυχικά εξαρ­τημένος από τη χρήση ναρκωτικών, να παρακολουθήσει ειδικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης που λειτουργεί εντός του σωφρονιστικού καταστήματος.
3. Εάν σε κατάστημα κράτησης εφαρμόζεται θεραπευ­τικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, ε­γκεκριμένου, κατ’ άρθρο 51, οργανισμού, ο κρατούμενος που το παρακολουθεί δεν μετάγεται σε άλλο κατάστημα για όσο διαρκεί η συστηματική παρακολούθηση εκ μέ­ρους του, εκτός εάν παραγγελθεί η μεταγωγή του για λόγους σχετικούς με την ομαλή λειτουργία του κατα­στήματος κράτησης ή δικαστικούς, οπότε επαναμετάγε­ται μετά την έκλειψη αυτής της αιτίας. Σε περίπτωση με­ταγωγής για λόγους σχετικούς με την ομαλή λειτουργία του καταστήματος κράτησης (άρθρα 72 περίπτωση δ' και 76 του ν. 2776/1999, Α' 291) προτιμάται κατάστημα όπου αναπτύσσεται εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμ­μα, εκτός αν επιβάλλεται η μεταγωγή για σοβαρούς λό­γους σε άλλο. Όποιος κρατούμενος έχει κριθεί ως εξαρ­τημένος κατά τα οριζόμενα παραπάνω και επιθυμεί να παρακολουθήσει θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απε­ξάρτησης, πρέπει να διευκολύνεται ή να μετάγεται σε φυλακή όπου λειτουργεί σχετικό πρόγραμμα και παρα­μένει αν το παρακολουθεί συστηματικά, εφόσον οι εκά- στοτε διαθέσιμοι χώροι το επιτρέπουν.»
7. Το άρθρο 35 του ν. 4139/2013 αντικαθίσταται ως ε­ξής:
«Αρθρο 35
1. Όποιος έχει καταδικαστεί για εγκλήματα που ανα­φέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 σε στερητική της
ελευθερίας ποινή και την εκτίει στη φυλακή, αν παρακο­λούθησε εκεί πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απε­ξάρτησης, εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού, όπως πιστοποιείται εγγράφως από τον υπεύθυνο του οι­κείου προγράμματος, μπορεί να απολυθεί με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής και πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου που ορί­ζεται στα άρθρα 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, με τον όρο παρακολούθησης αντίστοιχου προγράμματος ολοκλήρωσης της απεξάρτησης και εφόσον έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τουλάχιστον το ένα έκτο (1/6) της ποινής. Οι υπεύθυνοι του προγράμματος έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν την πρώτη ημέρα κάθε δεύ­τερου μήνα τη δικαστική αρχή και να συμπληρώνουν ει­δικό δελτίο, στο οποίο αναφέρεται ρητά η συνεχής πα­ρακολούθηση, η συναφής πρόοδος, η σταθεροποίηση και η επιτυχής ολοκλήρωσή του. Η αδικαιολόγητη διακοπή της παρακολούθησης του προγράμματος αναφέρεται ά­μεσα στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και το συμβούλιο πλημμελειοδικών προχωρεί σε ανάκληση της απόλυσης.
2. Όποιος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης για ο­ποιοδήποτε έγκλημα και υποβάλλεται σε θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκε­κριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού, κατά την προη­γούμενη παράγραφο, μπορεί με βούλευμα του συμβουλί­ου πλημμελειοδικών του τόπου της κράτησης, ύστερα α­πό γνώμη της οικείας ειδικής επιτροπής του άρθρου 31 περίπτωση β' , να απολυθεί υπό όρο και πριν από τη συ­μπλήρωση του χρόνου που ορίζεται στα άρθρα 105 και ε­πόμενα του Π. Κ., εφόσον το παρακολούθησε με επιτυ­χία. Το συμβούλιο μπορεί να επιβάλει στον απολυόμενο την υποχρέωση να εμφανίζεται ανά τακτά χρονικά δια­στήματα σε ειδικό θεραπευτικό κατάστημα απεξάρτησης και να υποβάλλεται σε εξετάσεις. Αν από αυτές αποδει- χθεί ότι ξανάρχισε τη χρήση ναρκωτικών ή αν αρνείται ή παραλείπει να εξετάζεται, το ειδικό θεραπευτικό κατά­στημα υποχρεούται να ειδοποιεί τον εισαγγελέα πλημ- μελειοδικών, οπότε ανακαλείται η απόλυση με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών.
3. Ο χρόνος παραμονής στο εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης σε κάθε περίπτω­ση θεωρείται ως χρόνος έκτισης ποινής.
4. Εφόσον εκείνος που καταδικάστηκε έχει απολυθεί υπό όρο, ύστερα από επιτυχή παρακολούθηση εγκεκρι­μένου θεραπευτικού προγράμματος απεξάρτησης, η κα­ταδικαστική απόφαση για εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 32, καθώς και το βούλευμα που διατάσσει την απόλυση κατά τις προηγούμενες παραγράφους αναγρά­φεται μόνο στα αντίγραφα ποινικού μητρώου που προο­ρίζονται για δικαστική χρήση.
5. Σε περίπτωση που ο απολυθείς παρακολουθεί θερα­πευτικό πρόγραμμα, εάν για οποιονδήποτε λόγο έχει χο­ρηγήσει βεβαίωση της χρηματικής ποινής και των εξό­δων, με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας δημό­σιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ), αναστέλλεται υπο­χρεωτικά η λήψη κάθε δυσμενούς ατομικού μέτρου και κάθε μέτρου αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς ο­φειλής ως και κάθε τοκογονία ή προσαύξηση του βεβαι- ωθέντος ποσού. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου επιμελείται, κατόπιν αιτήσεως του απολυθέντος, ο αρμόδιος εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, ενη­μερώνοντας εγγράφως τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ. Σε περίπτωση δε ολοκλήρωσης του προγράμμα­τος, μετά και την επιτυχή παρέλευση του χρόνου δοκι­μασίας, τα σχετικά χρέη διαγράφονται με τον ίδιο τρόπο. Η με οποιονδήποτε τρόπο έκτιση της ποινής δεν εμποδί­ζει την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Εάν η α­ναστολή ανακληθεί, ο εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών ε­νημερώνει σχετικά τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ. Στην περίπτωση αυτή η αναστολή των δυσμενών ατομι­κών μέτρων και των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής ανακαλείται και συνεχίζονται η τοκογονία ή οι προσαυξήσεις του βεβαιωθέντος ποσού.»
8. Το άρθρο 51 του ν. 4139/2013 αντικαθίσταται ως ε­ξής:
«Αρθρο 51
Εγκεκριμένοι οργανισμοί ή φορείς για την υλοποίηση των δράσεων που μνημονεύονται στα άρθρα 30 -35 είναι οι εξής:
1) Οργανισμός Κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ)
2) Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ)
3) Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών (ΨΝΑ)
4) Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (ΨΝΘ)
5) Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ε- λεώνα Θηβών.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 11 Τροποποίηση του ν. 2298/1995

1. Η περίπτωση β' της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 2298/1995 (Α' 62) αντικαθίσταται ως εξής:
«β) η τοποθέτηση αυτή επιβάλλεται ως περιοριστικός όρος μόνο υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 282 ΚΠΔ».
2. Η παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 2298/1995 καταργεί- ται.
3. Η παρ. 10 του άρθρου 17 του ν. 2298/1995 αντικαθί­σταται ως εξής:
«10. Στους ανήλικους που έχουν εισαχθεί στα Ιδρύμα­τα Αγωγής κατά τις παραγράφους 4 και 5 ο Δικαστής Α­νηλίκων μπορεί να χορηγεί άδεια δοκιμασίας ή άδεια για λόγους υγείας. Η άδεια δοκιμασίας χορηγείται ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του Διευθυντή του Ιδρύματος και έχει διάρκεια ως έξι (6) μήνες, και μπορεί να παρατα- θεί για άλλους έξι (6) μήνες. Η τμηματική χορήγησή της είναι επίσης δυνατή. Η άδεια για λόγους υγείας χορηγεί­ται ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση του ιατρού του καταστήματος και αφορά κατ’ οίκον νοσηλεία. Ο χρόνος της δοκιμαστικής άδειας και της άδειας για λόγους υγεί­ας υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης του αναμορφωτικού μέτρου της περίπτωσης ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα που επιβλήθηκε.»

Άρθρο 12 Έκτακτα μέτρα για την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης
1. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του πα­ρόντος νόμου εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδι- κών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανά­κλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρ­θρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, κατά τις ε­ξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι τρία έτη, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε έτη, συμπεριλαμ- βανομένης της κάθειρξης, καθώς και εάν η ποινή φυλάκι­σής τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, ε­φόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέ­μπτο αυτής.
2. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του πα­ρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης που δεν υπερβαί­νει τα δέκα έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέ­σεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής.
3. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του πα­ρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης άνω των δέκα ε­τών απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειο- δικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της α­νάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο πραγματικής έκτισης της ποι­νής που τους επιβλήθηκε.
4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και σε χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους από τη δημοσίευσή του.
5. Όσοι απολύονται, κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4, αν υποπέσουν μέσα σε πέντε έτη από την απο- φυλάκισή τους, σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και κα­ταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερη­τική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δύο ετών, εκτίουν αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής για την οποία εί­χαν απολυθεί υπό όρο.
6. Στους απολυόμενους, ο εισαγγελέας πλημμελειοδι- κών με την ίδια διάταξή του, μπορεί να επιβάλει: α) την υποχρέωσή τους να εμφανίζονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου δια­μένουν, β) τη μη απομάκρυνσή τους, χωρίς έγγραφη ά­δεια του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, από τον ως άνω τόπο, γ) οποιονδήποτε άλλον όρο από αυτούς που ανα­φέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 Π.Κ. κρίνει σκόπιμο. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, κατά την επι­βολή των ως άνω όρων, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την προσωπικότητα, καθώς και τις ατομικές, οικογενεια­κές και επαγγελματικές ανάγκες του απολυόμενου. Σε περίπτωση που ο τελευταίος παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών δια­τάσσει την ανάκληση της απόλυσης.
7. Οι διευθυντές των καταστημάτων κράτησης υπο­βάλλουν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στον εισαγγελέα του τόπου έκτι- σης της ποινής, τους φακέλους των καταδίκων, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου.
8. Απολύσεις που γίνονται κατά τις διατάξεις του πα­ρόντος, ανακοινώνονται από τους διευθυντές των κατα­στημάτων κράτησης τόσο στις αρμόδιες υπηρεσίες Ποι­νικού Μητρώου και καταχωρούνται στα οικεία δελτία των απολυθέντων, όσο και στη Διεύθυνση Αλλοδαπών του Κλάδου Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Α­στυνομίας.

9. Η υπό όρον απόλυση, κατ' εφαρμογή των διατάξε­ων του παρόντος, δεν κωλύεται από τη μη καταβολή των δικαστικών εξόδων και της χρηματικής ποινής που τυχόν επιβλήθηκε.
10. Κάθε αμφισβήτηση ως προς την εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού, λύεται από το συμ­βούλιο πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, προκειμένου δε για ανηλίκους από το τριμελές δικαστή­ριο ανηλίκων του τόπου έκτισης.
Άρθρο 13 Μετατροπή ποινών ανεκτέλεστων αποφάσεων
1. Ανεκτέλεστες ποινές στερητικές της ελευθερίας που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη και έχουν επιβληθεί με δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες κατέστησαν αμετά- κλητες πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και δεν έχουν μετατραπεί σε χρηματικές, μετατρέπονται σε χρηματικές ποινές, ύστερα από αίτηση του καταδικασθέ- ντος που υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο στον αρμόδιο για την εκτέλεση των ποινών εισαγγελέα μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από τη δημο­σίευση του νόμου αυτού. Η μετατροπή αποκλείεται, αν η ποινή έχει περιληφθεί ή μπορεί να περιληφθεί σε συνολι­κή ποινή κάθειρξης που εξακολουθεί να ισχύει.
2. Για τη μετατροπή της ποινής αποφασίζει αμετάκλη- τα το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική από­φαση ύστερα από κλήτευση του αιτούντος. Ο αιτών μπο­ρεί να παραιτηθεί από την κλήτευση, καθώς και να εκ­προσωπηθεί από συνήγορο, εφόσον προβεί σε σχετική δήλωση στην αίτησή του ή σε μεταγενέστερο έγγραφο προς τον εισαγγελέα ή το δικαστήριο. Κατά τη μετατρο­πή των ποινών του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 4 έως 8 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα.
3. Μετά την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1, δεν επιτρέπεται η άσκηση από τον καταδικασθέντα οποι­ουδήποτε τακτικού ή έκτακτου ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που επέβαλε την κατά τα άνω ποινή ή η άσκη­ση αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας ή της απόφασης. Αν ασκηθεί τέτοιο ένδικο μέσο ή βοήθημα, κηρύσσεται α­παράδεκτο σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Άρθρο 14 Άλλες μεταβατικές διατάξεις

1. Ανήλικοι που κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρό­ντος έχουν καταδικαστεί και εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για πράξεις εκτός από αυτές που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 127 του Ποινικού Κώδικα απολύονται με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής υπό τον όρο της επιβολής ενός ή περισσοτέρων από τα αναμορφωτικά μέτρα των περιπτώσεων α' έως ια' της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα.
2. Κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος η προ­
σωρινή κράτηση ανηλίκων για πράξεις εκτός απ’ όσες προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 127 του Ποινικού Κώδικα, αντικαθίσταται με ένα ή περισσότερα από τα α­ναμορφωτικά μέτρα των περιπτώσεων α' έως ια' της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα.
3. Κρατούμενοι που κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστη­μα κράτησης νέων που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη απο­λύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά, σύμ­φωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ι­σχύει και για τους κρατούμενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
4. Κρατούμενοι που κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστη­μα κράτησης νέων που υπερβαίνει τα δέκα έτη απολύο­νται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώ­σει το ένα τρίτο έκτισης της ποινής που τους επιβλήθη­κε. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευ­εργετικά, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η πα­ρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούμενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διά­στημα μέχρι ένα έτος από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
5. Οι διευθυντές των σωφρονιστικών καταστημάτων υ­ποβάλλουν, μέσα σε δέκα ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στον εισαγγελέα του τόπου έκτι- σης της ποινής τους φακέλους των κρατουμένων, οι ο­ποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου. Στους φακέλους των κρατουμένων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνεται έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του σωφρονιστικού καταστήμα­τος ή της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων με εμπερι­στατωμένη αναφορά για την προσωπικότητα και το κοι­νωνικό περιβάλλον του κρατουμένου προκειμένου να α- ποφασιστεί η αναγκαιότητα και η προσφορότητα επιβο­λής αναμορφωτικών μέτρων.
6. Απολύσεις που γίνονται κατά το άρθρο αυτό ανακοι­νώνονται από τους διευθυντές των καταστημάτων κρά­τησης στις αρμόδιες υπηρεσίες ποινικού μητρώου και καταχωρούνται στα οικεία δελτία των απολυθέντων.
7. Σε αλλοδαπούς που χορηγήθηκε υφ’ όρον απόλυση ή εξέτισαν πλήρως την ποινή τους και τελούν υπό δικα­στική απέλαση, εφόσον η απέλαση αυτή δεν έχει κατα­στεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος εφικτή, ο εισαγ­γελέας πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, εντός δέ­κα ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, με διάταξη την αναστέλλει υποχρεωτικά, επιβάλλει όρο ή όρους της παρ. 3 του άρθρου 100 του Π. Κ. και απολύει άμεσα τον κρατούμενο, εκτός αν η απέλαση πρόκειται να εκτελε- στεί άμεσα και πάντως όχι σε διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος. Στους απολυόμενους με οποιονδήποτε τρόπο αλλοδα­πούς μπορεί να επιτραπεί η εργασία υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 37 του ν. 3907/2011 (Α' 7) για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή ε­κτέλεσης της απέλασής τους. Δικαστικές απελάσεις που έχουν επιβληθεί με βάση ποινή φυλάκισης παύουν να ι­σχύουν και δεν εκτελούνται από τη δημοσίευση του πα­ρόντος.
8. Εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ανακαλούνται με διάταξη του εισαγγε­λέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης ανακλήσεις λόγω παραβίασης όρων για λόγους υγείας για απολύ­σεις που είχαν χορηγηθεί σε κρατούμενους κατ’ άρθρο 110Α Π.Κ..
9. Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 105 Π. Κ. εφαρμό­ζεται αναδρομικά από το χρόνο που πληρώθηκαν οι σχε­τικές προϋποθέσεις.
10.        Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο αριθμός των ωρών νυχτερινής απασχόλη­σης εργάσιμων ημερών, ημερήσιας και νυχτερινής απα­σχόλησης κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας ερ­γασίας και καθ’ υπέρβαση της εβδομαδιαίας υποχρεωτι­κής εργασίας για το προσωπικό που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης αυτών, καθώς και της κατανομής αυτών, κα­τά το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 21.1.2015.
11.        Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο αριθμός των ωρών για εργασία πέραν του πενθημέρου του προσωπικού φρούρησης που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 15.3.2015.
12.        Η προθεσμία της παρ. 6 του άρθρου 10 του ν.δ. 3082/1954 (Α' 257), που παρατάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4111/2013 (Α' 18) μέχρι την 31η Δεκεμ­βρίου 2014, παρατείνεται για δύο ακόμη έτη από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016.

Άρθρο 15
Τα μέτρα των παραγράφων 1 των άρθρων 122 και 123 του Ποινικού Κώδικα υλοποιούνται στις υπάρχουσες δο­μές σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και σε κέντρα α­νοικτής ή ημιελεύθερης διαβίωσης. Η ίδρυση και λει­τουργία των κέντρων αυτών θα ρυθμιστεί με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, που θα εκδοθούν με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των συναρμόδιων Υπουργών.

Άρθρο 16 Αύξηση θέσεων προσωπικού Καταστημάτων Κράτησης
Οι θέσεις του προσωπικού των Καταστημάτων Κράτη­σης, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρ­θρων: α) 49 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α' 112), β) 7 παρ. 3 του ν. 3060/2002 (Α' 242), γ) 14 παρ. 13 του ν. 3038/ 2002 (Α' 180), δ) 4Ζ του ν. 3388/2005 (Α' 225), ε) 59 του ν. 3659/2008 (Α' 77) και στ) 44 του π. δ. 101/2014 (Α' 168), όπως διαμορφώθηκαν μετά την κατάργηση των κε­νών με την υπ'αριθμ.110820/23.11.2011 (Β' 2767) από­
φαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Αν­θρωπίνων Δικαιωμάτων και τη διατήρηση ορισμένων από αυτές με την υπ’ αριθμ. 14413/9.2.2012 απόφαση των Υ­πουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρω­πίνων Δικαιωμάτων (Β' 487) κατ’ εφαρμογή των διατά­ξεων της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 4024/2011 (Α' 226), αυξήθηκαν με το άρθρο 80 του ν. 4139/2013 (Α' 74) και κατανεμήθηκαν με το π.δ. 101/2014 (Α' 168), αυξάνονται ως εξής:
1. Του κλάδου ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων κατά είκο­σι (20).
2. Του κλάδου ΤΕ Υγείας Πρόνοιας ειδικότητας Νοση­λευτικής κατά είκοσι (20).
3. Του κλάδου ΠΕ Κοινωνικής Εργασίας κατά δέκα (10).
4. Του κλάδου ΤΕ Υγείας Πρόνοιας ειδικότητας Κοινω­νικής Εργασίας κατά δέκα (10).
5. Του κλάδου ΔΕ Φύλαξης κατά τριακόσιες σαράντα (340).
6. Του κλάδου ΔΕ Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρη­σης κατά εκατόν εξήντα (160).
7. Του κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού κατά είκοσι (20).

Άρθρο 17
Ρυθμίσεις για το Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.)
1. Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 1017/1971 (Α' 209), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Ταμείο διοικείται από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από: α) τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως Πρόεδρο, β) έναν Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κρά­τους, που υποδεικνύεται από τον οικείο Πρόεδρο, ως Α­ντιπρόεδρο,
γ) έναν υπάλληλο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υ­πουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δι­καιωμάτων που είναι τουλάχιστον Προϊστάμενος Διεύ­θυνσης, αναπληρούμενος από Προϊστάμενο άλλης Διεύ­θυνσης, ή ένα υπηρεσιακό στέλεχος εποπτευόμενου, α­πό το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπί­νων Δικαιωμάτων, φορέα, δ) έναν Πολιτικό ή Μηχανολόγο Μηχανικό του Υπουρ­γείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, που υποδεικνύεται από τον οικείο Υπουργό ή της Εται­ρίας Ακινήτων του Δημοσίου, που υποδεικνύεται από το Διοικητικό Συμβούλιό της, ε) τρεις Δικηγόρους, ένας δε από αυτούς από το Δικη­γορικό Σύλλογο Αθηνών.»
2. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 του ν.δ. 1017/ 1971 (Α'209), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να αναθέτει την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων του στον Πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή σε δικαστικούς λειτουρ­γούς ή σε Προϊσταμένους Υπηρεσιών αρμοδιότητας Υ­πουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δι­καιωμάτων ή και στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης του Ταμείου και να εξουσιοδοτεί αυτούς προς ενέργεια ορι­σμένων πράξεων.»
3. Το άρθρο 6 του ν.δ. 1017/1971, όπως ισχύει, αντικα­θίσταται ως εξής:
« Αρθρο 6
Αρμοδιότητες Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου
Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί το Ταμείο ενώπιον πάσης Δικαστικής, Διοικητικής ή άλ­λης Αρχής, διορίζει τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Τα μείου, συγκαλεί το Διοικητικό Συ μ βούλιο, καθορίζει την ημερήσια διάταξη, διευθύνει τις συνεδριάσεις και κα­τευθύνει τις εργασίες του και παρακολουθεί την εφαρ­μογή των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου που μεταβιβάζονται από αυτό. Επίσης, ο Πρόεδρος του Διοι­κητικού Συμβουλίου προΐσταται του προσωπικού του Τα­μείου, διευθύνει το έργο των υπηρεσιών του, έχει την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του, υπογράφει τις νόμιμες εντολές πληρωμής και υπογράφει κάθε έγγρα­φο του Ταμείου.
Αν ο Πρόεδρος του Δ.Σ. απουσιάζει ή κωλύεται, ανα­πληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο αυτού και αν αυτός α­πουσιάζει ή κωλύεται, από μέλος του Διοικητικού Συμ­βουλίου που ορίζεται από αυτό.
Ο Πρόεδρος με απόφασή του μπορεί να εξουσιοδοτεί τον Διευθυντή του Ταμείου να υπογράφει, κατά περίπτω­ση «με εντολή Προέδρου» όλες τις αποφάσεις, έγγρα­φα, εντολές ή άλλες πράξεις που αφορούν στις αρμο­διότητες του Προέδρου. Επίσης, μπορεί να μεταβιβάζει στον Διευθυντή του Ταμείου και τον νόμιμο αναπληρωτή του την αρμοδιότητα υπογραφής των χρηματικών ενταλ­μάτων πληρωμής ή άλλων τίτλων πληρωμής του Ταμεί­ου, μέχρι ορισμένου ποσού, το ύψος του οποίου καθορί­ζεται με την ίδια απόφαση.»
4. Το άρθρο 6Α του ν.δ. 1017/1971 (Α'209), το οποίο είχε προστεθεί με την παρ. 9 του άρθρου 7 του ν. 4043/ 2012 (Α' 25), καταργείται.

Άρθρο 18
Προστίθεται παρ. 3Α στο άρθρο 282 του Κώδικα Ποινι­κής Δικονομίας ως εξής:
«3Α. Κατ’ οίκον περιορισμός, όπως αυτός ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 283Α, μπορεί να ε­πιβληθεί όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατη­γορούμενος στην πράξη του αυτή ωθήθηκε από αίτια που συνδέονται με την ιδιότητά του ως οικείου ή συμβίου άλλου συγκατηγορουμένου και τις αντιλήψεις του για τις ηθικές υποχρεώσεις, που απορρέουν από την ιδιότη­τα αυτή.»

Άρθρο 19
1. Η παρ. 1 του άρθρου 200Α του Κώδικα Ποινικής Δι­κονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 200Α Ανάλυση DNA
1. Όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, οι διω­κτικές αρχές λαμβάνουν υποχρεωτικά γενετικό υλικό για ανάλυση του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (deoxyri-bonucleic Acid -DNA) προκειμένου να διαπιστωθεί η ταυ­τότητα του δράστη του εγκλήματος αυτού. Τη λήψη γε­νετικού υλικού από τον ίδιο τον κατηγορούμενο διατάσ­σει ο αρμόδιος εισαγγελέας ή ανακριτής και πρέπει να διεξάγεται με απόλυτο σεβασμό στην αξιοπρέπειά του. Σε περίπτωση λήψης γενετικού υλικού από απόκρυφα μέρη του σώματος είναι υποχρεωτική η παρουσία εισαγ- γελικού λειτουργού. Η ανάλυση περιορίζεται αποκλει­στικά στα δεδομένα που είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση αυτή και διεξάγεται σε κρατικό ή πανεπιστη­μιακό εργαστήριο. Την ανάλυση του ϋΝΛ του δικαιούται να ζητήσει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος για την υπερά­σπισή του. Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208.»
2. Το α'εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 200Α του Κώδι­κα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάλυση αποβεί θετική, το πόρισμά της κοινοποιείται στο πρόσω­πο από το οποίο προέρχεται το γενετικό υλικό. Αυτό έ­χει δικαίωμα να ζητήσει επανάληψη της ανάλυσης, με α­νάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 204 έως 208.»
3. Το προτελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 200Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα στοιχεία αυτά τηρούνται για την αξιοποίηση στη διερεύνηση και εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων που προ- βλέπονται στην παράγραφο 1 και καταστρέφονται σε κά­θε περίπτωση μετά το θάνατο του προσώπου που αφο­ρούν.»

Άρθρο 20
1. Καταργείται η παρ. 3 του άρθρου 189 του Ποινικού Κώδικα και η παράγραφος 4 αυτού αναριθμείται σε 3.
2. Καταργείται η παράγραφος 3 του άρθρου 308Α του Ποινικού Κώδικα.
3. Καταργείται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρ­θρου 310 του Ποινικού Κώδικα.
4. α. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 380 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο δεύτερο ως ε­ξής:
«Η τέλεση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώ­που του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση.»
β. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 380 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής έφερε πολεμικό τυ­φέκιο ή πυροβόλο όπλο που φέρει φυσίγγιο των 40 χι­λιοστών και άνω ή πολυβόλο ή υποπολυβόλο ή χειρο­βομβίδα ή εκρηκτικό μηχανισμό ή βαρύ όπλο ή όπλο πυ­ροβολικού, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ε­τών.»
5. Καταργείται η παρ. 5 του άρθρου 382 του Ποινικού Κώδικα.
6. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Το κακούργημα του άρθρου 173 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτό πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα.»

Άρθρο 21 Ακροτελεύτια διάταξη
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα,
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
ΖΩΗ Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ    Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ   ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ
2015
ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ Κ. ΠΕΡΙΦΑΝΟΥ