Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

1939/2016 Μ.Π.Θεσσαλονίκης : επιδίκαση διαφυγόντων κερδών λόγω της βλάβης της υγείας του παθόντος από το τροχαίο συμβάν, επί των συνθηκών επέλευσης και λόγων υπαιτιότητος του οποίου με προγενέστερη απόφαση υπάρχει ουσιαστικό δεδικασμένο.


Την απόφαση μας την έστειλε η συνάδελφος Θεσσαλονίκης Σαλπιστή Ουρανία, η οποία έκανε και το ακόλουθο σχόλιο για αυτή την απόφαση :

ΣΧΟΛΙΟ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣHΣ:
Η εν λόγω απόφαση αποφαίνεται επί των ζητημάτων επιδίκασης διαφυγόντων κερδών λόγω της βλάβης της υγείας του παθόντος από το τροχαίο συμβάν, επί των συνθηκών επέλευσης και λόγων υπαιτιότητος του οποίου με προγενέστερη απόφαση υπάρχει ουσιαστικό δεδικασμένο. Η επιδίκαση των διαφυγόντων κερδών για μελλοντικό της αρχικής εκδίκασης, χρονικό διάστημα γίνεται με επιμήκυνση παραγραφής κατά το άρθρο 268 παρ.1α ΑΚ.
Η εν λόγω απόφαση αποφαίνεται επίσης και επί του ζητήματος της επιδίκασης ηθικής βλάβης λόγω επιδείνωσης της υγείας του παθόντος (πέραν της αρχικής εκδίκασης) και του ζητήματος της έναρξης παραγραφής από τη γνώση της επιδείνωσης αυτής. Η απόφαση εξέλαβε κατόπιν εκτίμησης των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων ότι η επιδείνωση δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά το χρόνο της άσκησης της πρώτης αποζημιωτικής αγωγής του παθόντος, εκδηλώθηκε αργότερα και συνεπώς δεν υπέπεσε σε παραγραφή, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγομένων.
Προέβη σε λάθος όμως όσον αφορά στην επιδίκαση δικαστικής δαπάνης εις βάρος του ενάγοντος παθόντος και όχι των εναγομένων, της αποφάσεως ούσης εκκλητέας, καθόσον υπήρχε και πίνακας εξόδων εκ μέρους του ενάγοντος (θα πρέπει να συμπεριληφθεί και άλλος λόγος όχι μόνον η δικαστική δαπάνη).

ΑΠΟΦΑΣΗ : 1939 /2016


ΑΡΙΘΜ. ΕΚΘ. ΚΑΤΑΘ. ΑΓΩΓΗΣ: 5.902/01.03.2013
ΑΡΙΘΜ. ΕΚΘ. ΚΑΤΑΘ. ΚΑΗΣΕΩΣ: 12.085/05.06.2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 681 Α' Κ.ΠΟΛ.Δ.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Πρωτόδικη Διονύσιο Γιαννούλη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Μαρία Γιάννη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια και στο ακροατήριό του στις 05.11.2015 για να δικάσει την αγωγή με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5.902/01.03.2013, όπως αυτή επαναφέρεται να δικασθεί με τη με αριθμό εκθέσεως 12.085/05.06.2015 κλήση, με αντικείμενο αξιώσεις εξ αυτοκινητικού ατυχήματος, μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: κατοίκου Δήμου        5),      ο
οποίος παραστάθηκε στο δικαστήριο μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτού, Ουρανίας Π. Σαλπιστή (………….), η οποία κατέθεσε σημείωμα επί της έδρας.


ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ:         η,
κατοίκου ……… της Δημοκρατίας της Αυστρίας      , (……………), 3. νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης», το οποίο εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων της Π.Ε. Κεντρικού Τομέα Αθηνών της Περιφέρειας Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», η οποία εδρεύει στη Στουτγάρδη της Ο.Δ. της Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα εκ των οποίων οι πρώτοι δύο δεν παραστάθηκαν στο δικαστήριο ενώ οι λοιποί παραστάθηκαν στο δικαστήριο διά του πληρεξούσιου δικηγόρου αυτών, Νικολάου Τσώτσου (…………..), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα επί της έδρας.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 26.06.2012 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5.902/01.03.2013 και προσδιορίστηκε να δικασθεί στη δικάσιμο της 15.05.2013, εγγραφόμενη στο πινάκιο. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση επί της αγωγής, αναβλήθηκε εκ του πινακίου στη δικάσιμο της 27.09.2013 εγγραφόμενη στο οικείο πινάκιο. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1.692/06.02.2015 εν μέρει οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, διά της οποίας μεταξύ άλλων διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να διενεργηθούν τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό αυτής. Ήδη δε η ως άνω αγωγή επαναφέρεται να δικασθεί με την από 28.05.2015 κλήση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12.085/05 06.2015 και προσδιορίσθηκε να δικασθεί στην παρούσα ως άνω δικάσιμο, εγγραφομένη στο οικείο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
 της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παρασταθέντες ως αναφέρθηκε, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Παραδεκτώς και νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής αποφάσεως με την από 28.05.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12.085/05.06.2015 κλήση, η από 26.06.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5.902/01.03.2013 αγωγή, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1.692/06.02.2015 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, και διενεργηθέντων υπό των διαδίκων των διαλαμβανομένων στο διατακτικό αυτής, πλην καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των πρώτων δύο καθ’ η κλήση, ως προς τους οποίους η ως άνω κλήση είναι απαράδεκτη, καθ’ ο μέρος η ανοιγείσα με την ως άνω αγωγή ως προς αυτούς δίκη έχει καταργηθεί με την προμνησθείσα απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.
Επειδή, κατ’ άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ. δεδικασμένο, το οποίο κατ’ άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ. λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κωλύοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες κατ' άρθρο 322 § 1 Κ.Πολ Δ.
Το ως άνω δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνον το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει ως ενιαίο όλο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 728/1996 ΕΕργΔ 57.458, ΑΠ 981/1993 ΕΕργΔ 54.685, ΑΠ 1019/1993 ΕΕργΔ 54417, ΕφΑΘ 2825/2007 ΕφΑΔ 2008.697).
Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει:
α) το δικαίωμα που κρίθηκε,
β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά
και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1137/2006 ΤΝΠ Νόμος).
Ειδικότερα, σε περίπτωση τελεσίδικης αποφάσεως που εκδόθηκε επί αγωγής για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου και την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος (ΑΠ 1126/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΓ1 414/2011 Επιδικία 2011/420, ΕφΛαρ 77/2012 Δικογραφία 2012/474).
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ’ αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ’ αυτό (ΑΠ 298/2004 ΕλλΔνη 46.757).
Εξάλλου κατά το άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα (ΑΠ 1287/2003 ΕλλΔνη 46.417, ΑΠ 1425/1999 ΕλλΔνη 41.693), ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης (ΑΠ 1401/2004 ΕλλΔνη 45.1364), δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια (Λ Κονδύλης, "Το Δεδικασμένον κατά τον ΚΠολΔ", έκδ. 1983, σελ. 269).
Έτσι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΕφΑΘ 2901/2005 ΕλλΔνη 46.1507), όπως συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ’ αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΟλΑΠ 34/1992 ΕλλΔνη 33.1451, ΑΠ 759/2006 ΑρχΝ 2006.786).
Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση (ΑΠ 1832/2001 ΕλλΔνη 43.1376, ΑΠ 190/2000 ΕλλΔνη 41.986) ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (ΑΠ 226/2001 ΕλλΔνη 42.683), αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνον με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 386/2000 ΕλλΔνη 41.1311, ΑΠ 1174/1999 ΕλλΔνη 41.694, ΑΠ 839/1999 ΕλλΔνη 41 370, ΑΠ 331/1999 ΕλλΔνη 40.1336, ΕφΑΘ 2445/2011 ΕΦΑΔ 2012.161 Δ Κονδύλη, ό π. παρ. σελ. 127-128,137).
Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325 - 329 Κ.Πο.λ.Δ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 Κ.Πολ.Δ.). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. 2 του Α Κ., διαφυγόν κέρδος (αποθετική περιουσιακή ζημία) λογίζεται, «εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη διαφυγόντος κέρδους, αρκεί η προσδοκία του με πιθανότητα (χωρίς δηλαδή να είναι αναγκαία πλήρης απόδειξη), κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, η ύπαρξη δηλαδή πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ υπαίτιας ζημιογόνου συμπεριφοράς και διαφυγόντος κέρδους.
 Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης, τα οποία και ο ενάγων οφείλει να επικαλείται για το ορισμένο της αγωγής του κατ’ άρθρ. 111 § 2, 118 και 216 § 1 στοιχ. α και β Κ.Πολ.Δ., αλλά και δικονομικό χαρακτήρα εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1488/2006 ΝοΒ 54.1702, ΑΠ 491/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1564/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1306/2003 Νόμος, ΑΠ 940/1995 ΝοΒ 1997.1109, Βαθρακοκοίλης Αναλυτική Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού Κώδικα ΕκΔ. 1989 Τόμος 1°? σελ. 454).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν τη προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς επίσης οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει κατά το άρθρο 216 § 1 του Κ.Πολ.Δ. να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του κέρδους που φέρεται συνολικά ως διαφυγόν, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992 ΝοΒ 41.85, ΑΠ 115/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 560/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1147/2003 ΕλλΔνη 46.388, ΑΠ 83/2002 ΝοΒ 2002.1707, ΑΠ 762/2000 ΕλλΔνη 42.142, ΕφΑΘ 1324/2010 ΕΔικΠολ 2011.89, ΕφΛαμ 221/2010 ΤΝΠ Νόμος).
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριτπέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί. Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η Iαγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς, (ΑΠ 115/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1107/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 122/2006, 2076/2006). Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όσο η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ 1907/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ).
Γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες, που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας, δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες, που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν -το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης. Αν, όμως, μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 940/2001 ΕλλΔνη 42.940).
Το αυτό ισχύει κατά την κρατούσα άποψη και ως προς την αξίωση παραγραφής του άρθρου 10 § 2 του Ν. 489/1976 για την απρόβλεπτη αρχικώς (κατά το χρόνο του ατυχήματος) ζημία, η οποία εμφανίζεται μεταγενέστερα από το ατύχημα, ήτοι στην περίπτωση αυτή αν ως «ατύχημα» με την έννοια της ως άνω διατάξεως θεωρηθεί η εξωτερική και αιφνίδια επέμβαση στο πρόσωπο του παθόντος, η παραγραφή άρχεται από τη στιγμή που αντικειμενικώς καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς καταστάσεως του παθόντος (Αθ. Κρητικού, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 1998, σελ. 718). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 261 εδ. α' του ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, σε συνδυασμό με το άρθρο 221 § 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αποζημιώσεως, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 23/1994 Δνη 36.577). Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αγωγή, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνον ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξιώσεως. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κυρία αγωγή, περί καταβολής πρόσθετου ποσού αποζημιώσεως, από λόγους όμως που μπορούσαν να προβλεφθούν εξυπαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διάφορη απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή. Ούτως, αν από το χρόνο γνώσεως από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία, η αξίωση αποζημιώσεως που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή, έχει υποκύψει στην παραγραφή (ΟλΑΠ 40/1996 ΕλλΔνη 37.1534, ΑΠ 64/2011 ΕλλΔνη 2011/1356, ΑΠ 52/2002 ΕλλΔνη 43.761, ΑΠ 1239/2000 ΕλλΔνη 43.95). Μόνον αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν, όταν καθορίσθηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 1365/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 5390/2009 ΤΝΠ Νόμος ΝΟΜΟΣ).
 Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, κατά την οποία «κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή ή σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης         και     αποθετική     ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται          καταρχήν επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 § 1α ΑΚ σε εικοσαετή, αρχόμενη από   την     τελεσιδικία    και ως προς το μέρος της όλης          αξιώσεως αποζημιώσεως,   της     αναγόμενης   σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για    τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Και τούτο, γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση η οποία είναι αναγκαία - για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την          ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην   μέχρι της
τελεσιδικίας ισχύουσα παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003 ΕλλΔνη 44.1262, ΟλΑΠ 38/1996 ΕλλΔνη 38.41, ΑΠ 935/2010, ΑΠ 2/2010, ΕφΑΘ 138/2010 ΤΝΠ Νόμος).
 Οι διατάξεις δε περί αναστολής της παραγραφής, περί διακοπής αυτής και παράτασης σε εικοσαετή εφαρμόζονται και ως προς την παραγραφή του άρθρου 10 § 2 του Ν. 489/1976 (Αθ. Κρητικού, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 1998 σελ 718 - 719). Εξάλλου, η απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα, αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό, με την έννοια της ΑΚ 263. Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής, θεωρείται κατ' άρθρο 263 ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 377/2009 ΕλλΔνη 2010.388, ΕφΔωδ 118/2014 ΤΝΠ Νόμος). Επιπροσθέτως, από τη διάταξη του άρθρου 10 § 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικ. με το άρθρο 18 § 1 του Ν. 4476/1965 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Β.Δ. 226/21.03.1973 και το άρθρο 18 του Ν.1654/1986 προκύπτει, ότι σε περίπτωση τραυματισμού, αναπηρίας ή θανάτωσης ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του ασφαλισμένου ή των δικαιούχων μελών της οικογενείας του, που απορρέει από τα άρθρα 928 και 929 ΑΚ κατά του υπόχρεου, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως (εκχωρείται εκ του νόμου) στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση, το οποίο και μόνο νομιμοποιείται εφεξής προς έγερση της σχετικής αξιώσεως (ΑΠ 235/2011 Επιδικία 2011.265, ΑΠ 1074/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 70/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαμ 22/2010 Επιδικία 2011.47) ενώ ο παθών νομιμοποιείται να απαιτήσει το υπόλοιπο ποσό της αποζημίωσης (βλ. σχετ. ΑΠ 163/2012 ΝοΒ 2012.1407, ΑΠ 601/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 666/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 793/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαμ 51/2013 ΤΝΠ Νόμος), μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 930 § 3 Α.Κ.. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντα ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογενείας του και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του υπόχρεου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους υπό χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια. Σκοπός της παραπάνω ρύθμισης είναι κυρίως, η παρεμπόδιση μιας διπλής ουσιαστικά αποζημίωσης του θύματος της αδικοπραξίας ή, σε περίπτωση θανάτου, των δικαιούχων διατροφής. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαίτησης στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΑΠ 560/2013 ΤΝΠ Νόμος). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες (591 § 1 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ., Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Εκδ. 2000 Τόμος 1<* σελ. 524) συνάγεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια οιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας δύνανται κατά τη κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση αυτών να αναστείλουν δια της εκδόσεως μη οριστικής αποφάσεως την ενώπιον αυτών δίκη προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει εάν ο ενάγων δικαιούται να απαιτήσει παροχές από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, το είδος, την ποσότητά τους και σε ποιο χρονικό διάστημα ανάγεται, εφόσον κατά τα ανωτέρω συνάγεται ότι ως προς αυτές τις αξιώσεις υπάρχει υποκατάσταση υπέρ του οικείου κατά περίπτωση ασφαλιστικού οργανισμού (εκχώρηση βχ Ιβςβ) και συνεπώς δικαιούχος αυτών είναι ο τελευταίος. οποίες ορίζουν την προσήκουσα οδική συμπεριφορά κατά τις προμνησθείσες συνθήκες Συνεπεία δε του ως άνω αυτοκινητικού ατυχήματος, ο ενάγων διεκομίσθη αυθημερόν στο Γ.Ν. Θεσσαλονίκης «Αγιος Δημήτριος», όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα οπισθίου τοιχώματος αριστερής κοτύλης, για την αποκατάσταση του οποίου υποβλήθηκε σε κλειστή ανάταξη εξαρθρήματος και οστεοσύνθεση αυτού και σκελετική έλξη εκ των μηριαίων κονδύλων. Παρέμεινε δε νοσηλευόμενος ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα από τις 1707.1999 έως τις 24.08.1999. Ακολούθως, στις 30.04 2000 προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν. Θεσσαλονίκης «Ιπποκράτειο», όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από οσχυοίαλγία αριστερά μετατραυματικής αιτιολογίας με πάρεση του άκρου του αριστερού ποδός λόγω προβολής δίσκου στο 04 - 05 διάστημα, η οποία επιβεβαιώθηκε στις 15.09.2000 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Ως προς άπαντα δε τα ανωτέρω υφίσταται ουσιαστικό δεδικασμένο από την υπ’ αριθμ. 2.423/07.09.2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα επί της από 13.09.20^3 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3 579/15 09 2003 εφέσεως του νυν ενάγοντος με εφεσίβλητους τους νυν εναγόμενους, της από 05.08.2003 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3.222/06.08.2003 εφέσεως των νυν εναγομένων με εφεσίβλητο το νυν ενάγοντα και της δια των προτάσεων ασκηθείσης αντεφέσεως του τελευταίου, οι οποίες (εφέσεις και αντεφέσεις) ασκήθηκαν κατά της υπ' αριθμ. 6.272/06.03.2003 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 12.07.2001 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 25.140/12 07 2001 αγωγής του νυν ενάγοντος κατά των νυν εναγομένων Επιπλέον, σε επιγενόμενο της εγέρσεως της ως άνω αγωγής χρόνο και δη στις 16.11.2001 διαπιστώθηκε κατόπιν ακτινολογικού ελέγχου στην Κομοτηνή ότι είχε εκδηλωθεί έντονη οστεοαρθρίτιδα της αριστερός κατ’ ισχύον άρθρωσης, μετατραυματικής αιτιολογίας, που χαρακτηρίζεται από στένωση και σκλήρυνση του μεσάρθριου διαστήματος και παρουσία υποχονδριακών κύστεων. Περαιτέρω, στις 25.01.2002 εξετάσθηκε εκ νέου στο Γ.Ν.Ν. Κομοτηνής «Σισμανόγλειο», όπου και διαπιστώθηκε ότι έπασχε από μετατραυματική πάρεση του αριστερού περονιαίου νεύρου με πτώση του άκρου του ποδός, ατροφία αριστερού τετρακεφάλου και περιορισμό κινήσεων του αριστερού ισχίου σε μεγάλο βαθμό λόγω του κατάγματος της αριστερής κοτύλης, με αισθητικές και κινητικές διαταραχές του αριστερού κάτω άκρου, συνισταμένη στη δυσχέρεια έσω και έξω Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, όπως η κατάθεση αυτή περιέχεται στα από 27.09.2013 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, από τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από την υπ’ αριθμ. 146/25.05.2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από τις υπ' αριθμ. 440/18.11.2002, 182 και 183/17.05 2004 Ένορκες Βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κομοτηνής, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 146/1997 ΝοΒ 46.1059), από την υπ’ αριθμ. 2.824/01.10.2013 Ένορκη Βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία ελήφθη μετά εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων του ενάγοντος (681\ 671 § 1 εδ. τελ. Κ.Πολ.Δ.) με σχετική γνωστοποίηση καταχωρηθείσα στα από 27.09.2013 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου (ΑΠ 489/2006 ΝοΒ 54.1783, ΑΠ 229/2002 ΕλλΔνη 44.132), αττοδεικνύονται, περαιτέρω, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα εξής κρίσιμα στην υπόθεση αυτή; Στις 17.07,1999 και περί ώρα 02:00. Ο…………………………… έβαινε    επί      της     Εθνικής        Οδού Θεσσαλονίκης - Καβάλας και δη στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από τη Θεσσαλονίκη προς την Καβάλα, οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του                             - ------ το οποίο είχε ως τόπο συνήθους σταθμεύσεως την Ο.Δ. της Γερμανίας και ήταν ασφαλισμένο ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία …………. η οποία και το είχε εφοδιάσει με πιστοποιητικό διεθνούς ασφαλίσεως. Στον αυτό ως άνω χρόνο, ο ενάγων έβαινε        επί          της αυτής      ως άνω Εθνικής Οδού και δη στο αυτό ως άνω ρεύμα κυκλοφορίας, οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας        ……….,      αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ήτοι τα ως άνω δύο οχήματα κινούνταν (αρχικά) ομορρόπως. Όταν το πρώτο ως άνω όχημα είχε φθάσει στην 54  χ/θ της προμνησθείσης οδού, ο οδηγός αυτού το ακίνητο ποίησε εντός παρακειμένου πρατηρίου, λόγω εμφάνισης μηχανολογικού προβλήματος, συνισταμένου σε δυσλειτουργία του κιβωτίου ταχυτήτων (σασμάν) και αφού επεχείρησε να αποκαταστήσει τη βλάβη εξήλθε εκ νέου στο οδόστρωμα με αντίστροφή πλέον φορά, ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από την Καβάλα προς τη Θεσσαλονίκη και διήνυσε απόσταση κατά προσέγγιση 500,00 μέτρων, οπότε, ευρισκόμενος στην 53,5 χ/θ αποφάσισε να επιχειρήσει αναστροφή προκειμένου να επιστρέψει στο προαναφερθέν πρατήριο υγρών καυσίμων. Σημειώνεται ότι στον τόπο του ατυχήματος, ήτοι στην 53,5 χ/θ της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης Καβάλας, η τελευταία είναι οδός διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους 7,40 μέτρων (3,70 μέτρα / ρεύμα κυκλοφορίας), πλέον ασφαλτικού ερείσματος παραπλεύρως του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς την Καβάλα, σημαίνεται δε με οριζόντια διαγράμμιση επί του οδοστρώματος συνισταμένη σε συνεχή διαχωριστική γραμμή από την πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τη Θεσσαλονίκη και παράλληλη προς αυτή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή από την πλευρά του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας. Επιπλέον, η κατάσταση του ασφαλτικού οδοστρώματος ήταν καλή και το εν ισχύ όριο ταχύτητας ανήρχετο σε 90 χλμ/ώρα. Στο χρονικό δε σημείο κατά το οποίο το οδηγούμενο υπό του ενάγοντος όχημα προσέγγιζε την 53,5 χ/θ, το οδηγούμενο υπό του πραγματοποίησε αίφνης ελιγμό αναστροφής προς τα αριστερά και παρενεβλήθη στην πορεία του με στοιχεία κυκλοφορίας αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα, παρά τον αποφευκτικό ελιγμό που επεχείρησε ο ενάγων, να συγκρουσθούν πλαγιομετωπικά και το όχημα του ενάγοντος να ακινητοποιηθεί εκτός του οδοστρώματος και σε απόσταση 30 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης και να αναφλεγεί. Αποκλειστικός υπαίτιος του ως άνω επελθόντος ατυχήματος ήταν ο οδηγός του με στοιχεία κυκλοφορίας Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου……………. (επ.) του………………Ειδικότερα,      η υπαιτιότητα αυτού συνίστατο σε αμέλεια, καθόσον μη επιδεικνύοντας τη ατταιτούμενη κατά νόμο επιμέλεια δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του αλλά επεχείρησε ανεπίτρεπτο ελιγμό (αναστροφή) επί του οδοστρώματος, προκειμένου να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτόν χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού και παρενεβλήθη με τη δεξιά πλευρά του οδηγούμενου υπ' αυτού οχήματος στην πορεία του με στοιχεία κυκλοφορίας ΚΟΕ 2057 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Ήτοι δε συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 5 § 3 εδ. δ', 8 § γ, 16 § 4 και 21 § 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.). οι 25 140/12.07.2001 αγωγής χρόνο (η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους αυτής και νυν τρίτο και τετάρτη των εναγομένων στις 13.07.2001) και δη στις 16 11.2001 (η δε σχετική μνεία στην υπ’ αριθμ. 2.423/07.09.2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν σχετίζεται με την ιστορική βάση της από 12.07 2001 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 25.140/12.07 2001 αγωγής αλλά αποτελεί πλεονασματική αναφορά, η οποία δεν δημιουργεί δεδικασμένο, καθώς έχει άλως αφηγηματικό χαρακτήρα). Συνεπώς, η ως άνω «ζημία» του ενάγοντος δύναται να θεωρηθεί ότι είναι νέα και απρόβλεπτη κατά το χρόνο του ατυχήματος ζημία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, ο χρόνος παραγραφής δε αυτής δεν άρχεται από την επομένη του ατυχήματος κατ' άρθρ. 10 § 2 του Ν. 489/1976 και 241 Α.Κ., αλλά από τότε που αντικειμενικώς κατέστη δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς καταστάσεως του παθόντος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, ήτοι από τις 17.11.2001. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι στις 18.07.2001 δεν είχε αρχίσει καν διαδρομών ο χρόνος παραγραφής της κατ' άρθρ. 10 § 2 του Ν. 489/1976 αξιώσεως του ενάγοντος, δεν δύναται βάσιμα να γίνει λόγος για παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως τόσο της θετικής περιουσιακής ζημίας όσο και της αποζημιώσεως της μη περιουσιακής ζημίας αυτού (ηθικής βλάβης) κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, απορριτπομένου του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων ως αβασίμου κατ’ ουσίαν Προσέτι καταφάσκεται ότι ο ενάγων προς αντιμετώπιση της επιδεινούμενης κατάστασης της υγείας του, ήτοι προκειμένου να ελαττωθεί το άλγος και η περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του στο μέλλον ήταν επιβεβλημένο να υποβληθεί κατά τα ανωτέρω σε ολική αρθροπλαστική, καθώς και σε μετεγχειρητική θεραπεία σε κέντρο αποκατάστασης. Με δεδομένο δε ότι λόγω της αναπηρίας αυτού για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, ο ενάγων ήταν παντελώς αδύνατο να εργασθεί ως μαρμαροτεχνίτης προκειμένου να συγκεντρώσει τις κατ’ άρθ. 34 § 1 εδ. 2, 31 § 1 και 35 του Ν. 1.846/1951 ελάχιστες ημέρες ασφαλίσεως ώστε το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ως οικείος ασφαλιστικός φορέας να ενέχεται να του χορηγήσει παροχές υγειονομικής περίθαλψης, αφενός δεν συντρέχει λόγος αναστολής κατ' άρθρ. 249 Κ.Πολ.Δ. αφετέρου αποδεικνύεται ότι ο ενάγων θα έπρεπε να απευθυνθεί σε ιδιωτική περίθαλψη για τη διενέργεια της επεμβάσεως και την αποθεραπεία αυτού. Η δαπάνη για αμφότερες δεν υπερβαίνει το συνολικά  στροφής του μηρού, προσαγωγής και απαγωγής, σε διαταραχή από το αριστερό ίσχιακό νεύρο με πτώση του άκρου του ποδός και σε προσβολή του κνημιαίου και περονιαίων νεύρων με αντίστοιχες κινητικές και τροφικές διαταραχές του κάτω άκρου. Εξετασθείς δε από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή Ροδόπης στις 31.01.2002, ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος για τις προμνησθείσες αιτίες σε ποσοστό 67% για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών ενώ κατά την υπ’ αριθμ. 136/14.06.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε και συνετάγη σε εκτέλεση του διατακτικού της υπ’ αριθμ. 2.034/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατέστη ισοβίως ανάπηρος ως προς αριστερό σκέλος σε ποσοστό 65%, με αποτέλεσμα να αδυνατεί πλήρως να ασκήσει την έως τότε επαγγελματική δραστηριότητα αυτού, ως μαρματοτεχνίτη, έως τις 17.07.2011, γεγονός για το οποίο ομοίως υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 2.423/07.09.2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.  Έτι περαιτέρω καταφάσκεται ότι στις 21.03.2012, ο ενάγων εξετάσθηκε στη Ρ Πανεπιστημιακή Ορθοπεδική Κλινική του Γ,Ν. Θεσσαλονίκης «Ιπποκράτειο» και διαπιστώθηκε ότι έπασχε από αντισταθμιστική σκολίωση και εκφυλιστική σπονδυλοπάθεια οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και από βαριά μετατραυματική αρθρίτιδα στο αριστερό ισχίο, προς αντιμετώπιση της οποίας του συνεστήθη η υποβολή σε ολική αρθροττλαστική, η δε σχετική γνωμάτευση ταυτίζεται κατά περιεχόμενο ως προς τα ως άνω ευρήματα με την από 25.04.2012 γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού
Τα ως άνω ευρήματα καταφάσκονται επίσης ανενδοίαστα από την υπ' αριθμ. 146/25.05.2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με την ως άνω ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η εμφάνιση με την πάροδο του χρόνου τόσο μετατραυματικής αρθρίτιδας στο αριστερό ισχίο του ενάγοντος όσο και σπονδυλοαρθρίτιδας με εκφυλιστική δισκοπάθεια και αντισταθμιστική σκολίωση στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης αποτελεί φυσικό επακόλουθο των εκ του ατυχήματων κακώσεων που αυτός υπέστη, ήτοι συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του ενάγοντος. Ωστόσο, η εκδήλωση της ως άνω επιδείνωσης της υγείας του ενάγοντος δεν θα μπορούσε εξαρχής ήτοι κατά το χρόνο του ατυχήματος να προβλεφθεί, αλλά αποτελεί απρόβλεπτη εξ αρχής συνέπεια, η οποία διαπιστώθηκε στο αρχικό στάδιο αυτής σε μεταγενέστερο της εγέρσεως της από 12.07.2001 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη συνισταμένη στο σωματικό και ψυχικό άλγος και στην ταλαιπωρία από την επιδείνωση της υγείας του και τις εξ αυτού συνέπειες αυτού. Ενόψει δε των κατ' ιδίαν περιστάσεων της αδικοπραξίας (ΑΠ 1502/2001 ΝοΒ 50.1657, ΕΕΡΓΔ 2003.810, ΕφΘεσ 2634/2004 Αρμ ΝΗ.1710), ήτοι των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε, του είδους της ζημίας που επήλθε, του βαθμού υπαιτιότητας του αδικοπραγήσαντος οδηγού (αμέλεια), της οικονομικής κατάστασης των εκατέρωθεν πλευρών (η οικονομική κατάσταση των τρίτου και τετάρτης των εναγομένων δεν λαμβάνεται υπόψη καθόσον η ευθύνη τους είναι εγγυητική - ΕφΔωδ 96/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 1532/1999 Αρμ ΝΓ 1203), η καταβλητέα σε αυτόν αποζημίωση σε αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) ανέρχεται στο ποσό των 12.000,00 Ευρώ, ποσό το οποίο, κατά την κρίση του δικαστηρίου, είναι εύλογο. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι ενέχονται να καταβάλουν και εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 75.774,00 Ευρώ (3.774,00 Ευρώ + 60.000,00 Ευρώ + 12 000.00 Ευρώ = 75.774,00 Ευρώ), εκ του οποίου ποσό 40.000,00 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα επιγενόμενα της εγέρσεως της αγωγής διαφυγόντα κέρδη (ήτοι από τις 19.03.2013 έως τις 18.07.2016), άτοκα (ΕφΑΘ 10.857/1996 ΕλλΔνη 40.170) ενώ κατά τα λοιπά με το επιτόκιο επιδικίας από της επιδόσεως της αγωγής, δεδομένου ότι ουδείς λόγος συνηγορεί στην επιδίκαση σε βάρος αυτών τόκων υπερημερίας και να καταδικασθεί ο ενάγων σε βέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγομένων κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των τελευταίων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (176,178.191 § 2 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την από 28.05.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12.085/05.06 2015 κλήση, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά των πρώτου και δευτέρου των καθ' ων.

ΔΙΚΑΖΕΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΛΟΙΠΑ κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν και εις
ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα ποσό εβδομήντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων Ευρώ (75.774,00 €), εκ του οποίου ποσό σαράντα χιλιάδων Ευρώ (40.000,00 €) σε μηνιαίες δόσεις των χιλίων Ευρώ (1.000,00 Ευρώ) εκ των οποίων εκάστη είναι προκαταβλητέα στις 19 του ημερολογιακού μηνάς για το χρονικό διάστημα από τις 19.03.2013 έως τις 18.07.2016, άτοκα, και κατά τα λοιπά εφάπαξ με το νόμιμο επιτόκιο επιδικίας από της εγέρσεως της αγωγής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγομένων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων Ευρώ (2.000,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη και στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 2  Μαρτίου 2016.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ