Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

Ο «ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ» ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 94 ΤΟΥ Κ.ΠΟΛ.Δ. ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ



Ο «ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ» ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 94
ΤΟΥ Κ.ΠΟΛ.Δ. ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
[με αφορμή την 8/ 2016 Μον. Πρωτ. Μεσολογ. (Ασφ.),
Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]

Του Γιάννη Κ. Ψαρομήλιγκου
                                                               Δικηγόρου Σύρου


           
            Μεταξύ της πληθώρας των τροποποιήσεων που επέφερε ο Ν. 4335/ 2015 στον Κ.Πολ.Δ., υπήρξε και η αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 94, με την οποία περιορίστηκε η δυνατότητα αυτοπρόσωπης παράστασης του διαδίκου μόνο στις μικροδιαφορές καθώς και «για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος».
            Η σχολιαζόμενη απόφαση τυγχάνει, εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζω, η πρώτη δημοσιευμένη στον νομικό τύπο δικαστική κρίση, που κλήθηκε να εφαρμόσει την ανωτέρω επέμβαση του δικονομικού νομοθέτη, αποφανθείσα τελικά ότι, «επειδή κατά το άρθρο 94 ΚΠολΔ (όπως ισχύει από 1.1.2016 μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 Ν. 4335/2015) η παράσταση με δικηγόρο (και) στις δίκες
ασφαλιστικών μέτρων είναι υποχρεωτική και δεν επιτρέπεται πλέον η παράσταση του διαδίκου αυτοπροσώπως. Η μη πρόσληψη δικηγόρου, όπου είναι υποχρεωτική, έχει ως συνέπεια ότι ο διάδικος θεωρείται (δικονομικά) απών (Α.Π 173/1990, ΕλλΔνη 1991, 971, Εφ. Πατρ. 48/2008 Αχ.Νομ 2009, 284). Τούτο ενισχύεται από την παραβολή του κειμένου του ως άνω άρθρου πριν και μετά την τροποποίησή του (κατά τα ανωτέρω), όπου πλέον (με τη νέα ρύθμιση) αφαιρέθηκε το στοιχείο β΄της παρ. 2 που ρητά καθιέρωνε την κατ’ εξαίρεση παράσταση του δικηγόρου στις δίκες των ασφαλιστικών μέτρων και παρέχεται πλέον η δυνατότητα αυτοπρόσωπης παράστασης του διαδίκου μόνο στα ειρηνοδικεία στις μικροδιαφορές και για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος. Η τελευταία εξαίρεση - έννοια (αποτροπή επικείμενου κινδύνου), που υπήρχε και στην παλαιά διατύπωση του ως άνω άρθρου, δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη έννοια (της αποτροπής) του επικείμενου κινδύνου ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 682 παρ. 1 ΚΠολΔ), αλλά ερμηνεύεται στενά και σημαίνει ότι η μη άμεση ανεύρεση δικηγόρου (αναγκαίου παραστάτη στις πολιτικές δίκες λόγω της νομικής του παιδείας, που σε περίπτωση απορίας διορίζεται από το κράτος με την ταχεία διαδικασία του Ν. 3226/2004 - δωρεάν νομική βοήθεια) και η αναβολή της επιχείρησης της συγκεκριμένης διαδικαστικής πράξης (σε όλες τις διαδικασίες και όχι μόνο σε αυτή των ασφαλιστικών μέτρων) θα έθετε σε κίνδυνο (λ.χ. παραγραφής) τα συμφέροντα του διαδίκου (Νίκας σε Ερμηνεία ΚΠολΔ των Κεραμέα – Κονδύλη - Νίκα, υπό το άρθρο 94 παρ. 8, Α.Π 173/1990, ο.π.), πράγμα που δεν ισχύει (κατ’ αρχήν) σε συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που έχει προσδιοριστεί καιρό πριν (από τη συζήτηση) και έχει επιδοθεί στον αντίδικο».
               Παρ’ ότι, υπό τα πραγματικά περιστατικά της κριθείσας υπόθεσης (δηλαδή με δεδομένη τη μεσολάβηση ικανού χρονικού διαστήματος μεταξύ της γνώσης του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου από τον καθ’ ου και της συζήτησής του), δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η ευθυκρισία της επί του θέματος δικαστικής απόφανσης, θεωρώ ότι μπορούν να εγερθούν κάποιες εύλογες αμφιβολίες ως προς το σκέλος της αιτιολογίας της.
               Ειδικότερα, είναι γεγονός πως, υπό την αρχική διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 94 (σύμφωνα με την οποία «επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο α) στο ειρηνοδικείο, β) στα Ασφαλιστικά μέτρα, γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος»), γινόταν δεκτό (χωρίς οι μεταγενέστερες, μέχρι τον Ν. 4335/ 2015, τροποποιήσεις της διάταξης να παραλλάξουν κάτι), ότι η εν τω άρθρω αυτώ εννοία του «επικείμενου κινδύνου» δεν ταυτιζόταν με την αντίστοιχη, ως προϋπόθεση λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Και πως θα μπορούσε άλλωστε, αφού- πάντα υπό την ανωτέρω διατύπωση- οι δίκες των ασφαλιστικών μέτρων ρητώς εξαιρούνταν της υποχρέωσης παράστασης μετά ή διά δικηγόρου (υπό την επιφύλαξη, βέβαια, της- παραμένουσας σε ισχύ- παρ. 3). Είναι προφανές λοιπόν, ότι ο νομοθέτης τότε, ομιλώντας περί «επικείμενου κινδύνου» στο άρθρο 94, εννοούσε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό εκείνου που εννοεί στο άρθρο 682. Αλλιώς, τι νόημα θα είχε η ρητή (και συνεπώς διακριτή) εξαίρεση των ασφαλιστικών μέτρων, που εξ ορισμού  ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής επικείμενου κινδύνου, όπως άλλωστε και του κατεπείγοντος (έννοιες που κατά βάση αλληλοσυμπλέκονται, αφού ο επικείμενος κίνδυνος δημιουργεί επείγουσα περίπτωση και αντιστρόφως: Κεραμέως/ Κονδύλη/ Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., τ. ΙΙ, 2000, σελ. 1321- 1322, παρ. 16); Πιο συγκεκριμένα δηλαδή, θεωρώ ότι, αν η ρητή εξαίρεση των ασφαλιστικών μέτρων απουσίαζε από την αρχική διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 94, αναμφίβολα θα είχε γίνει δεκτή η υπαγωγή τους (ή τουλάχιστον της συντριπτικής πλειοψηφίας τους) στην περίπτωση της αποτροπής επικείμενου κινδύνου, με πιθανό μάλιστα αποτέλεσμα, η ερμηνευτική επεξεργασία της σχετικής έννοιας να κατέληγε σε ευρύτερη εκδοχή των ορίων της τελευταίας, από εκείνην (δηλαδή τη στενότερη) που ορθά επικράτησε.
            Γεννάται λοιπόν ευλόγως το ερώτημα: μπορούμε πλέον να αποδεχόμαστε ανενδοίαστα τα κρατήσαντα υπό την προϊσχύσασα διατύπωση της επίμαχης διάταξης, μετά την πρόσφατη απάλειψη της εξαίρεσης των ασφαλιστικών μέτρων;                      
            Εν προκειμένω, η σχολιαζόμενη απόφαση απαντά καταφατικά, εκλαμβάνοντας την εν λόγω απάλειψη ως καθολική απαγόρευση της αυτοπρόσωπης παράστασης των διαδίκων στις δίκες των ασφαλιστικών μέτρων, αν δεν συντρέχει («κατ’ αρχήν») ο κατά στενή εννοία «επικείμενος κίνδυνος» του παλαιού 94 [έτσι και οι Μαργαρίτης Μιχαήλ, Μαργαρίτη Άντα, «Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - ερμηνευτικό συμπλήρωμα (μετά τον ν. 4335/ 2015)», σελ. 10, κατά τους οποίους πλέον «ο διάδικος δεν μπορεί να παραστεί χωρίς δικηγόρο, ούτε στα ασφαλιστικά μέτρα, ούτε σε υποθέσεις ειρηνοδικείου (εκτός από τις μικροδιαφορές), ούτε φυσικά στα συναινετικά διαζύγια», χωρίς όμως αιτιολόγηση].
            Ωστόσο, πιο πειστική μου φαίνεται η αποφατική απόκριση, θεωρώντας ότι αυτή ακριβώς η απάλειψη ενεργοποιεί τη δυνατότητά μας να διευρύνουμε την έννοια του «επικείμενου κινδύνου» στο νέο άρθρο 94, τουλάχιστον αναφορικά με τα ασφαλιστικά μέτρα, όχι βέβαια μέχρι τα άκρα όρια εκείνης του άρθρου 682, αλλά πάντως αναμφίβολα πέραν των όσων γίνονταν δεκτά υπό την ισχύ του παλαιού 94, χωρίς φυσικά να παραβλέπουμε τη βούληση του νομοθέτη του Ν. 4335/ 2015, που αναντίρρητα θέλει να περιορίσει τη δυνατότητα της αυτοπρόσωπης παράστασης των διαδίκων, όπως συνάγεται από την ταυτόχρονη κατάργηση της δυνατότητας αυτής (εφόσον βέβαια δεν συντρέχει επικείμενος κίνδυνος) στις υποθέσεις ειρηνοδικείου αξίας μέχρι 12.000 (πλην των μικροδιαφορών).
            Επί του σχετικού προβληματισμού, η αιτιολογική έκθεση του Νόμου σιωπά, όμως θεωρώ ότι στη σωστή κατεύθυνση κινούνται ήδη ο Γρ. Κομπολίτης, κατά τον οποίο η έννοια του επικείμενου κινδύνου στο άρθρο 94 «μπορεί να καλύψει υπό προϋποθέσεις την κατάργηση στα ασφαλιστικά μέτρα» («Τροποποιηθείσες διατάξεις που αφορούν ειδικά την ενώπιον του Ειρηνοδικείου διαδικασία», στην ημερίδα της Ε.Δ.Ε. με θέμα «Οι τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ.»), άποψη που μου φαίνεται πιο κοντά στην ορθοτόμηση της αλήθειας, καθώς και ο Δημ. Κράνης, σύμφωνα με τον οποίο «προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου στοχεύουν, κατά κανόνα, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και συνεπώς χωρίς δικηγόρο είναι δυνατή η παράσταση και στις υποθέσεις αυτές, στις οποίες προηγουμένως γινόταν ρητή αναφορά» [«Οι τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ. (ν. 4335/ 2015)», εισήγηση στη σχετική διημερίδα του Δ.Σ. Πάτρας/ 12- 13 Δεκεμβρίου 2015. Βλ. επίσης και σελ. 5 των υπ’ αριθμ. 11/ 2014 Πρακτικών και Απόφασης της Διοικητικής Ολομέλειας του Α.Π. επί του (τότε) σχεδίου τροποποίησης του Κ.Πολ.Δ., όπου η ταυτόσημη άποψη, ότι η περίπτωση των ασφαλιστικών μέτρων «καλύπτεται από τη διατηρούμενη της αποτροπής επικειμένου κινδύνου»], θέση όμως που, με κάθε σεβασμό στους εκφραστές της, ίσως θα μπορούσε να εκτιμηθεί ως κάπως υπερβολική, αφού ταυτίζει πλήρως την έννοια του επικείμενου κινδύνου στο άρθρο 94 με εκείνην του άρθρου 682, κάτι που μάλλον δεν ήταν στις προθέσεις του νομοθέτη, αφού άλλως δεν θα προέβαινε στις επίμαχες τροποποιήσεις.
            Εν κατακλείδι λοιπόν, ορθότερη μου φαίνεται η διεύρυνση των ορίων της έννοιας του «επικείμενου κινδύνου» στο νέο άρθρο 94, τουλάχιστον στις δίκες ασφαλιστικών μέτρων, σε σχέση με τα γενόμενα δεκτά υπό το κράτος της προϊσχύσασας διατύπωσής του, χωρίς όμως η εν λόγω διεύρυνση να εξικνείται μέχρι του σημείου να ταυτίζεται η έννοια αυτή με εκείνην του άρθρου 682.-


Μήλος, 9 Απριλίου 2016